Εναπαρατεταμένο χειροκρότημα από ένα γεμάτο Ηρώδειο, όρθιο. Ακόμη και μετά το δεύτερο encore η αποχώρησή της από τη σκηνή έμοιαζε δύνατη. «Νομίζω ότι θα μείνουμε εδώ όλο το βράδυ να τη χειροκροτάμε» είπε η κυρία που καθόταν δίπλα μου. Και έμοιαζε να έχει δίκιο. Σύσσωμο το θέατρο δεν σταματούσε να χτυπά παλαμάκια, όπως έκανε και καθ΄ όλη τη διάρκεια της συναυλίας της, έπειτα από κάθε τραγούδι της, το βράδυ της περασμένης Τετάρτης. Η Νάνα Μούσχουρη, βαθιά συγκινημένη και ιδιαίτερα ευτυχισμένη, αποχαιρέτησε το κοινό της θέλοντας να κλείσει έτσι μια πορεία μισού αιώνα.
«We love you», «Νάνα, σ΄ αγαπάμε», «Να ζήσεις, Νάνα», «Ολη η Ελλάδα είναι εδώ» ήταν κάποια από τα συνθήματα που ακούστηκαν από τους χιλιάδες θεατές-θαυμαστές της που δεν έκρυβαν την αγάπη τους ανάμεσα σε «κλέφτικα» σφυρίγματα και ιαχές: παιδιά και έφηβοι, νέοι με σκουλαρίκια στ΄ αφτιά, στη μύτη και στο στόμα, καλοβαλμένες κυρίες με τους συνοδούς τους, ηλικιωμένοι, ανάπηροι και ξένοι- Γάλλοι, Γερμανοί, Ιταλοί, Βρετανοί, Αμερικανοί, αλλά και Γιαπωνέζοι. Ανάμεσά τους οι φανατικοί της Νάνας οι οποίοι, παρά τη ρητή απαγόρευση και τις παρατηρήσεις, συνέχιζαν να τραβούν φωτογραφίες της. Ή κάποιοι άλλοι που σκούπισαν ένα δάκρυ την ώρα που η Νάνα υποκλινόταν και αποχαιρετούσε.
Ηταν μόλις πέντε λεπτά μετά τα μεσάνυχτα, και ενώ η 34η επέτειος για την αποκατάσταση της δημοκρατίας είχε ανατείλει, που η διεθνής Ελληνίδα χάθηκε από τη σκηνή του Ηρωδείου. Η συναυλία της, που ξεκίνησε στις 21.20, διέθετε σαφώς έναν αυτοβιογραφικό χαρακτήρα. Στα δύο videowalls, τοποθετημένα δεξιά και αριστερά της σκηνής, η ζωή της περνούσε σαν ταινία (και όταν το φιλμ τελείωσε, ο Παρθενώνας δέσποζε στο πανί): από τα πρώτα χρόνια στο Κουκάκι ως τα μεγάλα θέατρα όλου του κόσμου, παρέα με τους μεγάλους φίλους της, με το κοινό και πάνω απ΄ όλα παρέα με τη μουσική της- «για μένα η μουσική είναι το παν», πιστή στους ήχους, στους στίχους, στην ελληνική της ταυτότητα αλλά και στη δισκογραφική της εταιρεία (πενήντα χρόνια στη Universal).
Ο πρωθυπουργός Κώστας Καραμανλής με τη σύζυγό του Νατάσα τίμησαν με την παρουσία τους την ευρωπαία Ελληνίδα, όπως τη χαρακτήρισαν οι τρεις δήμαρχοι-φίλοι που ήρθαν προσκεκλημένοι του δημάρχου Αθηναίων Νικήτα Κακλαμάνη : ο Μπερτράν Ντελανοέ, από το Παρίσι, ο Κλάους Βόβεραϊτ, από το Βερολίνο, και ο Πολ Χέλμινγκερ, από το Λουξεμβούργο, δεν σταμάτησαν (και εκείνοι) να τη χειροκροτούν. Οπως έκαναν και όλοι οι υπόλοιποι, διάσημοι και μη. Οι υπουργοί Γιώργος Βουλγαράκης και Χρήστος Ζώης , με τις συζύγους τους, ο Ευάγγελος Αντώναρος, ο Αχιλλέας Καραμανλής , οι κυρίες Μαριάννα Βαρδινογιάννη και Μαρία Φαραντούρη δίπλα δίπλα (αυτή ήταν άλλωστε η «Μαρία» που χαιρέτησε η Νάνα από σκηνής), ο πρόεδρος του Φεστιβάλ Γιώργος Λούκος, ο Αλέξανδρος Λυκουρέζος , που μόνος απολάμβανε όχι μόνο τα τραγούδια αλλά και κάποιες αφιερώσεις της Νάνας Μούσχουρη προς εκείνον, ο Κώστας και η Μαρίνα Λαλιώτη, ο Αλέκος Φασιανός , ο Γιώργος Κατσαρός, ο Νίκος Αλιάγας, ο Χριστόφορος Παπακαλιάτης , ο Μάριος Φραγκούλης. Ηταν εκεί και ο φίλος της Σάκης Ρουβάς , ο Ηλίας Ψινάκης – συνοδεύοντας την Πέγκυ Ζήνα- αλλά και η Κατερίνα Στανίση. Εκεί φυσικά και οι δικοί της άνθρωποι: ο σύζυγος και μάνατζέρ της Αντρέ Σαπέλ, ο γιος της Νικολά Πετσίλας – ο οποίος την έκανε γιαγιά μιας δεκάμηνης εγγονής, της Λενού Πετσίλα – που τον Αύγουστο ξεκινά την ηχογράφηση του καινούργιου της δίσκου, στα γαλλικά και στα αγγλικά, η αδελφή της Τζένη Μούσχουρη, φίλοι και συνεργάτες… Ολοι τους άλλωστε βρέθηκαν κοντά της μετά τη συναυλία, στο δείπνο στον «Διόνυσο», όπου κατέφθασε λίγο αργότερα για να δεχθεί τα συγχαρητήρια και να εκφράσει για άλλη μία φορά την ευγνωμοσύνη της σε όλους.
Με την «Αθήνα» του Μάνου Χατζιδάκι άνοιξε τη συναυλία της, ντυμένη στα κόκκινα, για να ακολουθήσουν οι αυτοβιογραφικοί, θα έλεγε κανείς, στίχοι: «Μόνη ξεκινώ για να πάω στη μεγάλη πόλη.Πριν να φθάσω,πίσω δεν γυρνώ». Σαράντα, παρά ένα, ήταν τα τραγούδια που συμπεριέλαβε στην αποχαιρετιστήρια βραδιά της, με τελευταίο το «Χάρτινο το φεγγαράκι», όπως το συνηθίζει πάντα. Πολλά τραγούδια και λίγα λόγια: για τους γονείς της και το Κουκάκι, για το ωδείο που την απέβαλε, για την τζαζ που αγαπούσε και αγαπά, για τον Κωνσταντίνο Καραμανλή που την τίμησε με τη φιλία του και της άνοιξε τις πύλες του Ηρωδείου πριν από 24 χρόνια. «“Σημασία δεν έχει τι κάνειςαλλά πώς και γιατί το κάνεις”μου είχε πει όταν συναντηθήκαμε στο Παρίσι. “Να προσέχεις γιατί με τα τραγούδια σου καθρεφτίζεις τη χώρα μας”». Μίλησε πολύ και για τους μεγάλους φίλους της, τον Μάνο Χατζιδάκι και τον Νίκο Γκάτσο, αλλά και για τους άλλους φίλους που της χάρισαν τραγούδια και επιτυχίες, Ελληνες και ξένους. Τραγούδησε και γερμανικά και γαλλικά και αγγλικά, ερμήνευσε παραδοσιακά ιρλανδέζικα και κυπριακά, αλλά και «Τα παιδιά της Σαμαρίνας», έκανε φωνητικά μαζί με την εξαμελή ορχήστρα της, που αποτελείται από ευρωπαίους μουσικούς, οι οποίοι, όταν έπρεπε έπαιξαν και κλαρίνο, ενώ έχουν μάθει και μπουζούκι. Θυμήθηκε την «Ανθισμένη αμυγδαλιά», παρέσυρε το κοινό της με το «Ξύπνα, αγάπη μου», ενώ όλοι μαζί σιγοτραγουδήσαμε τις μεγάλες επιτυχίες του Χατζιδάκι, του Ξαρχάκου , του Χατζηνάσιου…
«“Η ζωή δεν είναι στόχος.Είναι ταξίδι”μου έλεγε ο Γκάτσος.Και το κράτησα αυτό.Οπως κράτησα και τη συμβουλή του,να κοιτάω πάντα τον ήλιο και το φεγγάρι- το φεγγάρι για να ονειρεύομαι και τον ήλιο για να ψάχνω την αλήθεια»: με μια μεγάλη αγκαλιά άσπρα και κόκκινα τριαντάφυλλα- και άλλα πολλά που της πετούσε ενθουσιασμένο το κοινό στην υπόκλιση-, η Νάνα Μούσχουρη συγκράτησε τα δάκρυά της. Λίγο πριν είχε (ξανα)πεί τη φράση «για μένα η μουσική είναι το παν». Πώς λοιπόν να πιστέψεις αυτόν τον αποχαιρετισμό;



