Ο προεκλογικός πυρετός αποφάσισε να διασχίσει το στενό της Μάγχης και να καταλάβει τους Γάλλους· όχι μόνο τους Βρετανούς. Με διαφορά 25 ημερών από τους Βρετανούς, που ψηφίζουν την Πρωτομαγιά, οι Γάλλοι καλούνται και αυτοί στις κάλπες για να εκλέξουν την καινούργια κυβέρνησή τους, ύστερα από την απόφαση του Ζακ Σιράκ να προκηρύξει πρόωρες εκλογές για τις 25 Μαΐου και την 1η Ιουνίου. Σε αντίθεση με τη Βρετανία, όπου τελικά η Ευρώπη πέρασε σε δεύτερη μοίρα, κυρίαρχο θέμα των γαλλικών εκλογών θα είναι το ευρωπαϊκό κοινό νόμισμα και οι θυσίες που θα υποστούν εκ νέου οι Γάλλοι για να περάσουν στην πρώτη ομάδα των ευρωπαϊκών κρατών που θα εφαρμόσουν το εύρο. Τουλάχιστον αυτούς τους λόγους επικαλέστηκε ο γάλλος πρόεδρος Ζακ Σιράκ, όταν την περασμένη Δευτέρα το βράδυ ανακοίνωσε στον γαλλικό λαό την απόφασή του να προκηρύξει πρόωρες εκλογές.
Τρεις είναι οι λόγοι που οδήγησαν τον κ. Σιράκ σε αυτή την απόφαση. Ο βασικότερος είναι το κοινό νόμισμα και η επιθυμία του γάλλου προέδρου να προχωρήσει απερίσπαστος στο πρόγραμμα σύγκλισης που ξεκίνησε η κυβέρνηση του πρωθυπουργού Αλέν Ζυπέ πριν από δύο χρόνια. Ο δεύτερος λόγος είναι ότι θέλει να συνεχίσει το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα του κεντροδεξιού συνασπισμού, που προβλέπει μείωση του ρόλου του κράτους και δραστικές περικοπές στο κράτος προνοίας. Ενας τρίτος λόγος που υπαινίχθηκε ο γάλλος πρόεδρος είναι η αυξανόμενη επιρροή του ακροδεξιού Εθνικού Μετώπου, την οποία θέλει να ανακόψει με μια νέα νίκη της Κεντροδεξιάς. Το κατά πόσο θα τα πετύχει όλα αυτά εναπόκειται στη βούληση του γαλλικού λαού και στην αντίδραση των κομμάτων της αντιπολίτευσης, τα οποία μάλλον αιφνιδιάστηκαν από την ξαφνική κίνηση του κ. Σιράκ.
Ο γάλλος πρόεδρος ελπίζει ότι με τον αιφνιδιασμό του θα «πιάσει στον ύπνο» τους αντιπάλους του και θα εξασφαλίσει μια σχετικά ανέφελη προεδρική θητεία, καθώς του μένουν ακόμη πέντε χρόνια ως τις προεδρικές εκλογές του έτους 2002. Η κρίσιμη περίοδος που διέρχεται η Γαλλία απαιτεί μια σταθερή κυβέρνηση με προοπτική πέρα από το 2000, έτσι ώστε να μπορέσει να συμβάλει στην επίλυση των προβλημάτων που αντιμετωπίζει η χώρα. Ποια είναι αυτά τα προβλήματα; Κατ’ αρχήν η ανεργία· η κυβέρνηση Ζυπέ τη βρήκε στο 11,7% και την πήγε στο 12,8%. Στη συνέχεια οι δυσκολίες που παρουσιάζονται με τη μείωση του ελλείμματος στο 3% του ΑΕΠ, όπως ορίζει η Συνθήκη του Μάαστριχτ. Οι αντιδράσεις των εργαζομένων για τη μείωση των κεκτημένων δικαιωμάτων και προνομίων τους. Η άνοδος της Ακροδεξιάς και τα φαινόμενα ρατσισμού και ξενοφοβίας. Ας μην ξεχνάμε και τα διάφορα σκάνδαλα που βαρύνουν εξέχοντα στελέχη του κυβερνητικού συνασπισμού, για πολλά από τα οποία ήδη έχει επιληφθεί η δικαιοσύνη.
Η αντίδραση των Γάλλων στην πολιτική λιτότητας της κυβέρνησης Ζυπέ εκδηλώθηκε από τους πρώτους κιόλας μήνες. Οι απεργίες τον Δεκέμβριο του 1995 συντάραξαν ολόκληρη τη Γαλλία, ενώ και ο φετινός χειμώνας σημαδεύτηκε από κινητοποιήσεις σε σημαντικούς κλάδους, όπως οι μεταφορές και τα νοσοκομεία. Ο γάλλος πρωθυπουργός δίνει όμως την εντύπωση ότι δεν τον νοιάζουν οι αντιδράσεις, επιβεβαιώνοντας τη φήμη του μεθοδικού και άκαμπτου τεχνοκράτη που τον ακολουθεί. Ενώ ξεκίνησε τη θητεία του στο Μέγαρο Ματινιόν με τους καλύτερους οιωνούς και με τη δημοτικότητά του στα ύψη, κατάφερε μέσα σε δύο χρόνια να γίνει ο λιγότερο δημοφιλής πρωθυπουργός στην ιστορία της Πέμπτης Γαλλικής Δημοκρατίας. Μια πτωτική πορεία που συμπαρασύρει και τον ίδιο τον πρόεδρο Σιράκ, ο οποίος επίσης βρίσκεται χαμηλά στις δημοσκοπήσεις. Με ποια λογική λοιπόν το δίδυμο Σιράκ – Ζυπέ μπαίνει πάλι στην κούρσα των εκλογών και έχει βάσιμες ελπίδες να τις κερδίσει;
Αν οι εκλογές γίνονταν του χρόνου, τα πράγματα θα ήταν πολύ πιο δύσκολα για τους κυβερνώντες, γιατί θα είχαν στην πλάτη τους άλλον ένα βαρύ χειμώνα λιτότητας. Και με δεδομένο ότι του χρόνου τέτοια εποχή θα ληφθεί η απόφαση για τις χώρες που θα πάρουν μέρος στο ενιαίο νόμισμα, ποια κυβέρνηση θα ήθελε να ζητήσει την ψήφο του λαού ύστερα από ένα σπριντ προς τη νομισματική ένωση; Ο κυβερνητικός συνασπισμός υπόσχεται ότι θα συνεχίσει το μεταρρυθμιστικό έργο του, ότι θα «προσαρμόσει τη Γαλλία στους σύγχρονους καιρούς» και ότι θα τη βάλει στη νομισματική ένωση μαζί με τη Γερμανία. Ο κ. Ζυπέ υποστηρίζει ότι δεν δίνει ψεύτικες υποσχέσεις και ότι λέει τα πράγματα με το όνομά τους. Πιστεύει ότι οι Γάλλοι θα εκτιμήσουν την ειλικρίνειά του και ότι θα δώσουν την ευκαιρία στην κυβέρνησή του να ολοκληρώσει το έργο της.
Η πρώτη επίσημη δημοσκόπηση δικαιολογεί πάντως την απόφαση του γάλλου προέδρου. Εγινε για λογαριασμό της εφημερίδας «Φιγκαρό» από την εταιρεία Sofres και δίνει στον σημερινό συνασπισμό 318 έδρες από τις 577 που διαθέτει η Εθνοσυνέλευση· δηλαδή πολύ λιγότερες από τις σημερινές 464, αλλά αρκετές για να κυβερνήσει χωρίς κανένα ουσιαστικό πρόβλημα από την αντιπολίτευση. Η ίδια δημοσκόπηση δίνει 208 έδρες στους σοσιαλιστές, στους οικολόγους και στους συμμάχους τους, 27 έδρες στους κομμουνιστές (πέντε περισσότερες από τις σημερινές) και δύο έδρες στο ακροδεξιό κόμμα του Ζαν – Μαρί Λεπέν, το οποίο εμφανίζει άνοδο σε σχέση με τα αποτελέσματα των προηγούμενων εκλογών. Θα πρέπει βεβαίως να σημειωθεί ότι το 40% των ερωτηθέντων δήλωσε πως δεν έχει αποφασίσει τι θα ψηφίσει, πράγμα που σημαίνει ότι για άλλη μια φορά το παιχνίδι θα κριθεί από τους αναποφάσιστους.
Οι εκλογές διεξάγονται σε δύο γύρους. Την πρώτη Κυριακή εκλέγεται ο υποψήφιος που θα λάβει το 50% των ψήφων σε καθεμιά από τις 577 εκλογικές περιφέρειες της Γαλλίας. Σε όσες περιφέρειες δεν γίνει αυτό δυνατό, η διαδικασία επαναλαμβάνεται την επόμενη Κυριακή μεταξύ των υποψηφίων που έχουν λάβει ποσοστό μεγαλύτερο του 12,5% Τότε εκλέγεται αυτός που θα αποσπάσει τη σχετική πλειοψηφία. Απροετοίμαστοι οι σοσιαλιστές
Ενας από τους λόγους που οδήγησαν τον κ. Σιράκ στην απόφαση για πρόωρες εκλογές ήταν και η περίοδος αμηχανίας που εξακολουθούν να διανύουν οι σοσιαλιστές. Σχεδόν ενάμιση χρόνο μετά τον θάνατο του σοσιαλιστή ηγέτη Φρανσουά Μιτεράν, ο οποίος άφησε το αποτύπωμά του στη μεταπολεμική Γαλλία, οι σύντροφοί του στο κόμμα δεν έχουν ακόμη καταφέρει να αρθρώσουν έναν ουσιαστικό πολιτικό λόγο. Ο σημερινός ηγέτης του κόμματος Λιονέλ Ζοσπέν κατηγορεί την κυβέρνηση για την οικονομική πολιτική της, χωρίς όμως να απορρίπτει το ενιαίο νόμισμα. Θέλει το εύρο, αλλά δεν του αρέσει ο δρόμος που διάλεξε η κυβέρνηση για να το φτάσει και δεν προτείνει μια εναλλακτική πορεία προς τα εκεί. Διατυπώνει μόνο κάποια μεγάλα λόγια περί κοινωνικής συνοχής και διασφάλισης των δικαιωμάτων των εργαζομένων. Οι γάλλοι σοσιαλιστές αντιμετωπίζουν το ίδιο πρόβλημα με την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία γενικότερα, που νιώθει ότι έχει ηθικό καθήκον να εκφράσει μια «διαφορετική» άποψη, αλλά δεν έχει ιδέα ποια πρέπει να είναι αυτή.
Ο κ. Ζοσπέν διαθέτει μια σειρά από σημαντικά «προσωπικά» πλεονεκτήματα. Μπορεί να δείχνει «γκρίζος» και μπορεί η προτεσταντική παιδεία του να τον έχει κάνει υπέρ του δέοντος «αυστηρό», αλλά δεν παύει να είναι ένας σύγχρονος πολιτικός ηγέτης με κουλτούρα, ήθος και αδιαμφισβήτητες ικανότητες. Στις τελευταίες προεδρικές εκλογές κονταροχτυπήθηκε επάξια με τον κ. Σιράκ και έχασε με μικρή διαφορά. Του λείπει όμως αυτό το στοιχείο που συνεπαίρνει τα πλήθη και φέρνει πολλούς ψήφους στο κόμμα. Θα γινόταν ίσως ένας αρκετά επιτυχημένος πρωθυπουργός με τον κ. Σιράκ πρόεδρο, σε μια άλλη εκδοχή του πειράματος της «συγκατοίκησης» στα μέσα της δεκαετίας του ’80. Η Κεντροδεξιά όμως θα αγωνιστεί λυσσαλέα για να μη χάσει την εξουσία και από τις ως τώρα τάσεις του εκλογικού σώματος φαίνεται ότι θα τα καταφέρει. Εκτός βέβαια και αν συμβεί κάτι που θα αλλάξει ριζικά τα δεδομένα στον ένα μήνα που απομένει ως τις εκλογές. Η προεκλογική περίοδος πάντως συμπίπτει με σημαντικά αθλητικά και πολιτιστικά γεγονότα στη Γαλλία και περιλαμβάνει αρκετές αργίες, που θα αποσπάσουν το ενδιαφέρον των Γάλλων από τις εκλογές. Οι Βρυξέλλες ανησυχούν
Οι εκλογές γίνονται για την Ευρώπη και συμπίπτουν με τη γενικότερη αβεβαιότητα για την πορεία της Ευρωπαϊκής Ενωσης, ενώ βρίσκονται σε εξέλιξη οι διαπραγματεύσεις στα πλαίσια της Διακυβερνητικής Διάσκεψης. Ουσιαστικά μόνο το Κομμουνιστικό Κόμμα του Ρομπέρ Υ και το ακροδεξιό Εθνικό Μέτωπο τάσσονται εναντίον της Ευρώπης. Ακόμη όμως και μέσα στον κυβερνητικό συνασπισμό υπάρχουν αρκετοί πολέμιοι του Μάαστριχτ, που μπορεί να μη δημιουργούν τόσο σοβαρά προβλήματα, όπως οι «ευρωσκεπτικιστές» του κ. Μέιτζορ στη Βρετανία, αλλά δεν παύουν να επηρεάζουν την κοινή γνώμη. Ο σκεπτικισμός για το κοινό νόμισμα δεν είναι στη Γαλλία τόσο έντονος όσο σε άλλες χώρες, όπως στη Γερμανία, αλλά αναμένεται να αυξηθεί κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου με τη βέβαιη επίθεση των σοσιαλιστών στη δημοσιονομική πειθαρχία που επιβάλλει το Μάαστριχτ. Στην τηλεοπτική εκπομπή της Ανν Σενκλέρ την περασμένη Κυριακή ο κ. Ζοσπέν ήταν κατηγορηματικός: «Αν για να σεβαστούμε το κριτήριο του 3% πρέπει να επιβάλουμε μια καινούργια θεραπεία λιτότητας στη χώρα, τότε η απάντησή μου είναι όχι. Οχι στην απόλυτη τήρηση του κριτηρίου του 3%».
Οι γαλλικές εκλογές ίσως χαλάσουν τα σχέδια της ολλανδικής προεδρίας που θέλει να ολοκληρώσει την αναθεώρηση της Συνθήκης του Μάαστριχτ στη σύνοδο κορυφής του Αμστερνταμ στα μέσα Ιουνίου. Για πρώτη φορά στην ιστορία της ΕΕ μια τόσο σημαντική στιγμή στην ευρωπαϊκή ενοποίηση συμπίπτει με εκλογικές αναμετρήσεις σε δύο από τις λεγόμενες «μεγάλες» χώρες. Στην προγραμματιζόμενη για τις 23 Μαΐου έκτακτη σύνοδο κορυφής των ευρωπαίων ηγετών, με αντικείμενο τη Διακυβερνητική, η Βρετανία θα στείλει κατά πάσα πιθανότητα έναν καινούργιο πρωθυπουργό, τον Τόνι Μπλερ, και η Γαλλία έναν υπηρεσιακό, τον Αλέν Ζυπέ. Στις Βρυξέλλες περιμένουν όξυνση των αντιευρωπαϊκών τόνων κατά την προεκλογική περίοδο στη Γαλλία· κάτι που σε άλλες περιπτώσεις ίσως να μην είχε ιδιαίτερη σημασία, αλλά σήμερα, με τόσα θέματα προς διαπραγμάτευση ανοιχτά, μάλλον θα κάνει κακό στην υπόθεση της Ευρώπης.
Αυτό που απασχολεί περισσότερο τους κοινοτικούς αξιωματούχους είναι το ενδεχόμενο νίκης των σοσιαλιστών. Ο κ. Ζοσπέν είναι δεδηλωμένος φίλος της Ευρώπης, αλλά κανένας δεν ξέρει πώς θα αντιδράσει στις πιέσεις μιας μεγάλης μερίδας του εκλογικού σώματος που αντιτίθεται στη λογική του Μάαστριχτ. Οι Ολλανδοί φοβούνται επίσης ότι με την προεκλογική περίοδο στη Γαλλία το Παρίσι δεν θα έχει χρόνο να ασχοληθεί με τις εκκρεμότητες της Διακυβερνητικής.



