«ΤΗΙΝΚ BIG!». Το γνωστό σύνθημα (σε ελεύθερη ελληνική απόδοση, «Να έχετε μεγαλεπήβολα σχέδια») των στελεχών επιχειρήσεων των Ηνωμένων Πολιτειών οδηγεί σταθερά τα τελευταία χρόνια τις εξελίξεις στον τομέα των media. Συγχωνεύσεις, εξαγορές, συμμαχίες και ένας νέος νόμος που άνοιξε τον δρόμο στις συγκεντρώσεις των μέσων μαζικής ενημέρωσης, έχουν δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για τη συγκρότηση τηλεπικοινωνιακών κολοσσών, που θυμίζουν λίγο τα «Big Macs», τα γνωστά τριώροφα χάμπουργκερ της εταιρείας McDonalds. Το παράδειγμα των χάμπουργκερ είναι καίριο, διότι υποδεικνύει τις απώτερες φιλοδοξίες των Αμερικανών: όπως η McDonalds που έχει υποκαταστήματα από τη Μόσχα και το Τόκιο ως το Παρίσι και την Αθήνα, οι αμερικανικοί κολοσσοί των media αντιλαμβάνονται ως δυνάμει πεδίο τους τον κόσμο ολόκληρο.
Η αλήθεια είναι ότι πίσω από την περίφημη «synergy» που θέτει υπό την ιδίαν σκέπην διαφορετικούς κλάδους των αμερικανικών media (εφημερίδες, περιοδικά, βιβλία, τηλεόραση, βίντεο, κινηματογράφο και πλέον υπολογιστές και δίκτυα) βρίσκονται οι τεχνολογικές εξελίξεις. Ιδιαίτερα η ψηφιακή τεχνολογία ανοίγει νέους δρόμους: αφενός επιτρέπει την επικοινωνία μεταξύ διαφορετικών διαύλων, αφετέρου καθιστά δυνατή τη συμπίεση του σήματος. Το πρώτο γεγονός καταργεί πλέον τις διακρίσεις ανάμεσα στα διαφορετικά μέσα, εισάγοντας το νέο σχήμα «περιεχομένου – διανομής». Το δεύτερο γεγονός λειτουργεί πολλαπλασιαστικά: στην τηλεόραση, παραδείγματος χάριν, στη συχνότητα ενός αναλογικού καναλιού, μπορεί να γίνεται εκπομπή πολύ περισσότερων ψηφιακών.
Εν τούτοις, η «synergy» προϋποθέτει συμμαχίες, αφού άλλος έχει το «περιεχόμενο» και άλλος τη «διανομή», ενώ η συνδρομητική τηλεόραση του (όχι και τόσο μακρινού) μέλλοντος, με τα 500 κανάλια που εκπέμπονται από δορυφόρο, προϋποθέτει κεφάλαια. Εξ ου και οι συγχωνεύσεις. Πριν από λίγες ημέρες επικυρώθηκε τελικά από την αμερικανική Ομοσπονδιακή Επιτροπή Επικοινωνιών (FCC) η συγχώνευση μεταξύ της Time-Warner και του Turner Broadcasting System. Το γεγονός αυτό τερματίζει την αβεβαιότητα ενός χρόνου και υποδεικνύει ότι η επιλογή του γιγαντισμού θα πρέπει να θεωρείται πλέον μονόδρομος για τα αμερικανικά media. Ο νέος αυτός τηλεπικοινωνιακός κολοσσός συνταιριάζει τα περιοδικά Time και Fortune, τα κινηματογραφικά στούντιο της Warner Bros, καλωδιακό κανάλι ΗΒΟ και τις εταιρείες δίσκων με το CNN του χαρισματικού (αλλά και κυκλοθυμικού) μεγιστάνα Τεντ Τέρνερ που έχει ως βάση του την Ατλάντα.
Η ανακοίνωση της συγχώνευσης Time-Warner και TBS ήταν η κορυφαία στιγμή του καλοκαιριού του 1995, που είδε και την εξαγορά του τηλεοπτικού δικτύου ABC από την Disney. Η επικύρωση της συμφωνίας από την FCC δημοσιοποιήθηκε τις ίδιες ημέρες που άρχισε να λειτουργεί το 24ωρο ειδησεογραφικό κανάλι MSNBC, που αποτελεί κοινή προσπάθεια της εταιρείας software (ελληνιστί λογισμικού) Microsoft και του τηλεοπτικού καναλιού NBC. Ετσι, για πρώτη φορά μετά από 16 χρόνια, το CNN αποκτά αντίπαλο.
Το MSNBC έχει ταυτόχρονη παρουσία και στον κυβερνοχώρο, αφού έχει κόμβο στο δίκτυο Internet όπου, σημειωτέον, βρίσκεται ήδη και το CNN. Η συμμαχία του NBC (ιδιοκτησίας της General Electric) με τη Microsoft (που κυριαρχεί στην αγορά software με το λειτουργικό πρόγραμμα Windows) υποδηλώνει την επιθυμία της τελευταίας να μετασχηματιστεί σταδιακά σε έναν οργανισμό media. Το MSNBC δεν είναι η μόνη κίνηση της Microsoft προς αυτή την κατεύθυνση: εδώ και μερικές εβδομάδες βρίσκεται στο Internet το ηλεκτρονικό περιοδικό «Slate», πνευματικό τέκνο του δημοσιογράφου Μάικλ Κίνγκσλεϊ, που ανέλαβε την πραγμάτωση του σχεδίου αυτού της εταιρείας του Σιάτλ.
Το εύλογο ερώτημα, βεβαίως, είναι αν όλα αυτά θα λειτουργήσουν στην πράξη. Μπορεί η Microsoft να διαθέτει αξιόλογα ρευστά αποθέματα και ο κολοσσός Time-Warner-TBS να πραγματοποιεί τζίρο 20 δισ. δολαρίων, όντας ο υπ’ αριθμόν ένα οργανισμός media στον κόσμο, εν τούτοις δεν είναι όλα θετικά. Πρώτα πρώτα, υπάρχει το πρόβλημα του χρέους που φέρει στους ώμους της, εξαιτίας της συγχωνεύσεως, η Time-Warner, ενώ όλοι περιμένουν να δουν πώς θα τα πάνε μεταξύ τους οι «πρίγκιπες», όπως αποκαλούνται ειρωνικά τα κορυφαία στελέχη της εταιρείας. Τόσο ο επικεφαλής της Time-Warner και εγκέφαλος της συγχώνευσης Τζέραλντ Λεβίν όσο και ο Τεντ Τέρνερ (που έχει την νούμερο δύο διοικητική θέση αλλά είναι ο κύριος μέτοχος της νέας εταιρείας) δεν είναι άνθρωποι που μοιράζονται τη διευθυντική εξουσία.
Το αν ο Τέρνερ θα δραστηριοποιηθεί ή θα επιστρέψει στο ράντσο του στη Μοντάνα είναι ένα από τα κρίσιμα ζητήματα για το μέλλον του οργανισμού. Από εκεί και πέρα, φυσικά, υπάρχουν τα ευρύτερα θέματα στρατηγικής. Μπορεί το «πάντρεμα» διαφορετικών κλάδων, με αποκλίνουσες παραδόσεις, να λειτουργήσει ή θα αποδειχθεί σαπουνόφουσκα; Αν η Viacom (που συγκεντρώνει την Paramount, το MTV αλλά και τον εκδοτικό οίκο Simon & Schuster) είναι σε θετική τροχιά, ήδη αναφέρονται τριβές μεταξύ στελεχών της Disney και του ABC, καθώς οι δύο εταιρείες έχουν αποκλίνουσες επιχειρηματικές φιλοσοφίες. Εν τούτοις, η πλέον περίτρανη διάψευση των υποσχέσεων της «synergy» είναι η περίπτωση της ΑΤ&Τ που πρόσφατα επέλεξε τη διάσπασή της σε τρεις διαφορετικές εταιρείες, ώστε η καθεμία να επικεντρωθεί στο αντικείμενό της και να αναπτυχθεί χωρίς να δεσμεύεται από τη συγκατοίκησή της με τις άλλες. Και η ευρωπαϊκή απάντηση
ΟΙ ΔΥΟ γερμανικοί όμιλοι, Μπέρτελσμαν και Κιρχ, έθεσαν πρόσφατα τέρμα στον σκληρό ανταγωνισμό τους με την έναρξη συνομιλιών για τα θέματα της ψηφιακής τηλεοπτικής μετάδοσης και της δημιουργίας κοινού πλαισίου για τη συνδρομητική τηλεόραση.
Ωστόσο, μόλις την περασμένη εβδομάδα, ο Λέο Κιρχ μαζί με τον αυστραλιανής καταγωγής μεγιστάνα των ΜΜΕ Ρούπερτ Μέρντοκ ετοίμαζαν κλιμάκωση της αντιπαράθεσής τους με τον Μπέρτελσμαν μέσω της έναρξης λειτουργίας του νέου τους καναλιού DF1. Το DF1 είναι συνδρομητικό κανάλι, του οποίου η επικείμενη έναρξη λειτουργίας θα σπάσει το μονοπώλιο του συνδρομητικού καναλιού Premiere στη Γερμανία. Σε έρευνα όμως που πραγματοποιήθηκε από το Ινστιτούτο Forsa για λογαριασμό του εβδομαδιαίου Die Woche φάνηκε ότι οι Γερμανοί δεν είναι ακόμη διατεθειμένοι να αγοράσουν τον σχετικό αποκωδικοποιητή. Μόνο το 2% των ερωτηθέντων δήλωσε την επιθυμία να αποκτήσουν τη συσκευή, ενώ το 89% δεν θέλει να ωφεληθεί από την αναμετάδοση των αθλητικών εκδηλώσεων που θα έχει εξασφαλίσει το κανάλι.
Η δήλωση Κιρχ και Μπέρτελσμαν ότι επιθυμούν ανακωχή ανέτρεψε τα δεδομένα. Οπως δήλωσε εκπρόσωπος του Μπέρτελσμαν, ο όμιλος προσβλέπει σε «μια τεχνική συνεργασία στον τομέα της συνδρομητικής τηλεόρασης με τον ανταγωνιστή της, τον όμιλο του Λέο Κιρχ». Την εξέλιξη αυτή ακολούθησε η δήλωση του γαλλικού ομίλου συνδρομητικής τηλεόρασης Canal Plus ότι κινείται προς την ίδια κατεύθυνση τόσο το κανάλι Canal Plus όσο και ο BSkyB του Ρ. Μέρντοκ. Σημειωτέον ότι το 1994 οι Κιρχ και Μπέρτελσμαν είχαν συστήσει την εταιρεία Media – Service GmbH με αντικείμενο τη συνδρομητική τηλεόραση, αλλά η γενική διεύθυνση για τον ανταγωνισμό της Επιτροπής της ΕΕ δεν επέτρεψε τη σύμπραξη αυτή. Σε κάθε περίπτωση, όπως δηλώνει καλά πληροφορημένη πηγή, «ο κόσμος κατάλαβε ότι μια μάχη θα ήταν καταστροφική για όλες τις πλευρές».
«Δεν έχουμε ακόμη καταλήξει σε συμφωνία, αλλά είμαστε σε καλό δρόμο προς αυτόν τον στόχο», δήλωσε ο εκπρόσωπος του Μπέρτελσμαν στο πρακτορείο Ρόιτερ. Ο Κιρχ και ο Μπέρτελσμαν ήταν οι πρωταγωνιστές μιας γενικευμένης διαμάχης στη σχετική αγορά ως προς τις ανταγωνιστικές αποκωδικοποιητικές τεχνολογίες, σε βαθμό που να απειλείται ένας πόλεμος της έντασης του πολέμου της δεκαετίας του ’70 για την επικράτηση των συστημάτων βίντεο VHS και Betamax.
Ο αποκωδικοποιητής συστηματοποιεί ψηφιακά σήματα για τη δημιουργία τηλεοπτικών εικόνων καθώς και ήχου ψηφιακής ποιότητας. Ο όμιλος Μπέρτελσμαν και το Canal Plus έχουν εξελίξει τον δικό τους αποκωδικοποιητή με την ονομασία «Media Box», ενώ ο αντίστοιχος του ομίλου Κιρχ ονομάζεται «D-Box». Οι δύο αποκωδικοποιητές δεν είναι συμβατοί μεταξύ τους. Στόχος εξάλλου των συνομιλιών είναι η διερεύνηση της πιθανότητας εξέλιξης ενός κοινού συστήματος πρόσβασης στους αποκωδικοποιητές τους. Κανένας προς το παρόν δεν γνωρίζει τον τρόπο με τον οποίο θα επιτευχθεί η συμφωνία, ωστόσο όλοι φαίνεται να θέλουν να αποτρέψουν έναν δαπανηρό πόλεμο τεχνολογίας, με δεδομένη άλλωστε τη μείωση του επιχειρησιακού κύκλου του Μπέρτελσμαν από 1,6 δισ. σε 1,4 δισ. για την περίοδο 1995-1996.
Το γεγονός αυτό έγινε σαφές στους ευρωπαίους επενδυτές. Η μετοχή του Canal Plus σημείωσε σημαντική άνοδο στο χρηματιστήριο του Παρισιού, ενώ η μετοχή του BSkyB το συνδρομητικό τηλεοπτικό δίκτυο στο οποίο μετέχει η News Corp του Μέρντοκ με 40% ανήλθε, στο Λονδίνο, σε ύψη – ρεκόρ.
Η Γερμανία, η οποία σημειωτέον αποτελεί τη δεύτερη μεγαλύτερη αγορά μέσων ενημέρωσης στον κόσμο μετά τις Ηνωμένες Πολιτείες, αποτελεί αυτή τη στιγμή το επίκεντρο του ενδιαφέροντος για την ανάπτυξη του ανταγωνισμού στον τομέα της ψηφιακής μετάδοσης. Το μοναδικό συνδρομητικό κανάλι της Γερμανίας, το Premiere, ελέγχεται από τους ομίλους Μπέρτελσμαν, Κιρχ και Canal Plus, χωρίς ωστόσο να είναι ακόμη κερδοφόρο. Τα ποσοστά συμμετοχής είναι από 37,5% για το Canal Plus και τον Μπέρτελσμαν και 25% για τον Κιρχ. Ωστόσο, μετά τις πρόσφατες εξελίξεις, είναι πιθανόν οι τρεις συνεταίροι να μοιραστούν, μελλοντικά, το κεφάλαιο σε ίσα μέρη. Με άλλα λόγια, η συμμετοχή των δύο πρώτων εταίρων θα μειωθεί περίπου στο 33% για τον κάθε έναν, ενώ του Κιρχ θα αυξηθεί στο (περίπου) 33% του κεφαλαίου.
Εξάλλου, το Premiere έχει μέχρι στιγμής μόνο 1,2 εκατ. συνδρομητές. Το κρίσιμο σημείο όμως είναι ότι όποιος έχει πρόσβαση στους συνδρομητές του αποκτά το πλεονέκτημα απέναντι σε οποιαδήποτε άλλη εταιρεία προσπαθήσει να ξεκινήσει από το μηδέν στη Γερμανία. Γι’ αυτό τον λόγο και οι Μπέρτελσμαν και Κιρχ προσπαθούν πλέον να θέσουν τέρμα στη διαμάχη τους. Ας σημειωθεί, τέλος, ότι είναι άγνωστη ακόμη η αντίδραση του Ρούπερτ Μέρντοκ, συνεταίρου του Κιρχ στο πρόγραμμα για το συνδρομητικό κανάλι DF1. Θεωρείται αναμενόμενο να θελήσει ο Μέρντοκ να συμμετάσχει και αυτός στο Premiere, αν και μια τέτοια προσπάθεια κατά πάσα πιθανότητα θα προσκρούσει στην αντίδραση του Κιρχ.



