Ως τώρα γνωρίζουμε την κοινωνία των δύο τρίτων, που αποτελεί το κυρίαρχο μοντέλο οργάνωσης σε όλες τις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες. Τώρα, και ύστερα από την εκλογή του νέου Εκτελεστικού Γραφείου στο ΠαΣοΚ, διαπιστώνουμε ότι υπάρχει και κόμμα των δύο τρίτων και ασφαλώς θα πρέπει να σκεφθούμε αν η διάσπαση αυτή θα επιτρέψει στο ΠαΣοΚ να κυβερνήσει αποτελεσματικά τη χώρα σε μια από τις δυσκολότερες περιόδους της ιστορίας της με ανοικτά όλα τα μέτωπα, από το οικονομικό ως το εθνικό.
Βέβαια οι κοινωνίες των δύο τρίτων επιβιώνουν παρά τις αδικίες και τις ανισότητες που φορτώνουν στο ένα τρίτο του πληθυσμού, το οποίο απωθούν σταθερά στο περιθώριο. Ωστόσο όλοι συμφωνούν ότι οι κοινωνίες αυτές, παρ’ ότι η πλειονότητα του πληθυσμού κερδίζει από χρόνο σε χρόνο, δεν έχουν συνοχή, δεν είναι ισχυρές και στην πρώτη κρίση, οικονομική ή πολιτική, το «καζάνι που βράζει» εκρήγνυται, με αποτέλεσμα βιαιότητες, αστάθεια και συγκρούσεις! Και τελικά η κοινωνία, παρά τους βελτιωμένους οικονομικούς δείκτες, δεν προχωρεί ούτε λύνει τα κρίσιμα προβλήματα ηθικής ισορροπίας.
Ετσι και τα κόμματα των δύο τρίτων από την ίδια την εσωτερική τους αστάθεια αποδεικνύονται τελικά μη αποτελεσματικά και στην τρέχουσα διαχείριση της εξουσίας και κυρίως ανίκανα να προωθήσουν τις μεγάλες διαρθρωτικές αλλαγές που είναι απαραίτητες για να ισχυροποιηθεί σε μόνιμη βάση η οικονομία και για να είναι διατηρήσιμη η ανάπτυξη.
Βέβαια στο απομένον διάστημα του ενός έτους ως τις εκλογές του Μαρτίου του 2000 η κυβέρνηση του κ. Κ. Σημίτη θα πρέπει λογικά να ολοκληρώσει τον βασικό στρατηγικό στόχο της και να εντάξει την Ελλάδα στην ΟΝΕ. Και λέμε λογικά, γιατί όταν στη γειτονιά μας, στα σύνορά μας, συμβαίνουν όσα φοβερά διαδραματίζονται τώρα με τους τρομοκρατικούς βομβαρδισμούς του ΝΑΤΟ, κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος για τις αντοχές της οικονομίας μας. Αν όμως κάνουμε αφαίρεση αυτού του άγνωστου και εξωτερικού παράγοντα, όλες οι άλλες παράμετροι της οικονομίας στηρίζουν τη σιγουριά ότι το Συμβούλιο Κορυφής, που θα συνέλθει την άνοιξη του 2000, θα αποδεχθεί την ένταξη της Ελλάδας στην ΟΝΕ.
Ούτε η ιστορία της χώρας όμως ούτε το μέλλον της οικονομίας σταματούν στην ένταξη και ήδη κυβερνητικοί παράγοντες, τεχνοκράτες και επιχειρηματίες προβληματίζονται σοβαρά για τη μετά ΟΝΕ εποχή, αφού η επιβίωση της οικονομίας μας μέσα σε αυτή την πολυεθνική ένωση θα εξαρτηθεί από την ικανότητά της να βελτιώνει συνεχώς την ανταγωνιστικότητά της, να κρατά τον πληθωρισμό και τα ελλείμματα στα χαμηλότερα δυνατά επίπεδα και να επιταχύνει τους ρυθμούς ανάπτυξης.
Αυτό το άλμα προς τα εμπρός όμως δεν μπορεί ούτε να ξεκινήσει ούτε να ολοκληρωθεί χωρίς ένα ισχυρό κόμμα εξουσίας που να αποφασίζει και να δρα κυριολεκτικά σαν μια γροθιά. Αυτό το κόμμα όμως που, με κάποιες έστω καθυστερήσεις και ατέλειες στη δράση του, κατάφερε να φέρει την ελληνική οικονομία σε απόσταση αναπνοής από την ΟΝΕ, και κατά πάσα πιθανότητα θα την εντάξει, δεν είναι έτοιμο για το μεγάλο άλμα και δεν το μπορεί.
Η εκλογή της Δευτέρας για το Εκτελεστικό Γραφείο απέδειξε περίτρανα ότι το ΠαΣοΚ στην ουσία είναι διασπασμένο, ότι σε αυτό το εύθραυστο κέλυφος καλύπτονται δύο διαφορετικά κόμματα, με τουλάχιστον όσον αφορά την οικονομία αντίθετες πολιτικές και διαφορετικές επιδιώξεις. Το άλλοτε μεγάλο και πλουραλιστικό ΠαΣοΚ μάς ετελείωσε και η πολιτική των «καθαρών λύσεων» οδήγησε στην ουσιαστική του διάσπαση. Ποιος λοιπόν μπορεί να πιστέψει ότι αυτό το ΠαΣοΚ των δύο τρίτων μπορεί να εξασφαλίσει τη συναίνεση όχι μόνο της κοινωνίας αλλά και των ίδιων των οπαδών του για να λύσει τα μεγάλα προβλήματα που είναι προϋπόθεση του άλματος, όπως π.χ. το ασφαλιστικό, της ιδιωτικοποίησης των ΔΕΚΟ, τον εκσυγχρονισμό της δημόσιας διοίκησης κτλ.; Κανείς ασφαλώς!



