Στο προηγούμενο άρθρο μου επεσήμανα τους κινδύνους που διατρέχουμε αν συνεχίσουμε να μιλάμε αλλά να μην κάνουμε τίποτε για τις διαρθρωτικές αλλαγές. Αυτό που θα μας συμβεί είναι ένα νέο κύμα μετανάστευσης φυσικού και ανθρώπινου κεφαλαίου προς τις άλλες ευημερούσες χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης, με αποτέλεσμα κάποια στιγμή να αρχίσουμε να αποκλίνουμε και πάλι από τον μέσο όρο της υλικής ευμάρειας που θα έχει διαμορφωθεί. Προφανώς η προοπτική αυτή πρέπει να αναστραφεί και το ερώτημα είναι τι πρέπει να κάνουμε και πώς. Η απάντησή μου είναι να απομιμηθούμε την Ιρλανδία. Ας δούμε γιατί.


Το 1986 η Ιρλανδία βρισκόταν σε ασύγκριτα χειρότερη οικονομική κατάσταση από εμάς σήμερα. Το κατά κεφαλήν εισόδημα δεν αυξανόταν. Η ανεργία βρισκόταν λίγο πιο κάτω από την ανεργία στην Ισπανία, η οποία είχε τη μεγαλύτερη ανεργία στην Ευρώπη. Η μετανάστευση είχε αρχίσει και πάλι να φουντώνει. Το δημόσιο χρέος ανερχόταν στο 129% του ΑΕΠ, με συνέπεια ο πληθωρισμός και τα επιτόκια να βρίσκονται σε επίπεδα-ρεκόρ. Και παρά τη βαρύτατη φορολογία των πολιτών και των επιχειρήσεων, η χώρα βρισκόταν στα πρόθυρα της πτώχευσης. Γι’ αυτό επικρατούσε μεγάλη αμφιβολία αν το πολιτικό σύστημα ήταν σε θέση να αντεπεξέλθει. Κοντολογίς η προοπτική έδειχνε εντελώς μαύρη.


Τον Ιανουάριο του 1987, καθώς άρχιζε η προεκλογική περίοδος, το περιοδικό «Economist» βάρυνε το κλίμα ακόμη περισσότερο με ένα άρθρο υπό τον τίτλο «Πώς οι δημόσιες δαπάνες δημιούργησαν την ύφεση». Σ’ αυτό περιγραφόταν ανάγλυφα η εικόνα μιας τριτοκοσμικής χώρας με μεγάλη ανεργία, υπερχρέωση και αυξανόμενη απαισιοδοξία και γινόταν η πρόβλεψη ότι θα χρειαζόταν να κληθεί το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (IMF). Ενώ όμως όλη η ανάλυση του περιοδικού ήταν σωστή, έπεσε έξω στην πρόβλεψη, γιατί οι πολιτικοί που εξελέγησαν στις εκλογές που ακολούθησαν αποφάσισαν να αναλάβουν τις ευθύνες τους.


Τον Μάρτιο του 1987 υιοθετήθηκε ο πρώτος από μια σειρά σκληρών προϋπολογισμών με έμφαση πλέον στη μείωση των δημοσίων δαπανών και των φόρων. Αυτή η τομή δεν άργησε να φέρει τα πρώτα καλά αποτελέσματα, αφού με τη μείωση του δημοσίου ελλείμματος ο πληθωρισμός και τα επιτόκια άρχισαν να ακολουθούν ταχύτατους ρυθμούς αποκλιμάκωσης. Οπότε τον Οκτώβριο του ίδιου έτους έγινε δυνατή η αποδοχή του Προγράμματος Εθνικής Ανάκαμψης, σύμφωνα με το οποίο οι κοινωνικοί εταίροι δέχθηκαν να ανταλλάξουν μικρές ποσοστιαίες αυξήσεις στους μισθούς με σημαντικές μελλοντικές μειώσεις στη φορολογία.


Δέκα χρόνια αργότερα, δηλαδή το 1997, όταν το περιοδικό «Economist» αρθρογράφησε και πάλι για την Ιρλανδία απέφυγε να υιοθετήσει όρους όπως «Το ιρλανδικό οικονομικό θαύμα» και «Η κελτική τίγρης» που είχαν αρχίσει να χρησιμοποιούνται από το 1994. Εν τούτοις η μεταμόρφωση της ιρλανδικής οικονομίας ήταν τόσο γρήγορη και τόσο θεμελιακή, ώστε υποχρεώθηκε να παραδεχθεί ότι «Αυτή η ταχύτατη ανάπτυξη μπορεί να μη στοιχειοθετεί ένα θαύμα, αλλά παρά ταύτα είναι ένα αξιοζήλευτο επίτευγμα».


Στο επόμενο άρθρο μου θα εξηγήσω πώς έγινε δυνατό αυτό το «αξιοζήλευτο επίτευγμα» και τι διδάγματα μπορούμε να αντλήσουμε για την περίπτωσή μας.


Ο κ. Γεώργιος Κ. Μπήτρος είναι καθηγητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών.