Τελευταίες μέρες του Ιουλίου, με το δέκατο τρίτο φεγγάρι της χρονιάς, ΤΟ ΡΟΔΑΚΙΟ κυκλοφόρησε τέσσερα καινούργια βιβλία τουΩ έργα τυπογραφικής χειροτεχνίας, όπου σμίγουν και ισορροπούν ο μόχθος και η αγάπη, η φροντίδα για τα γράμματα και τα γραφόμενα της γλώσσας μας. Τα διάβασα και τα τέσσερα (κανένα τους δεν ξεπερνά τις εβδομήντα σελίδες) στην Τράπεζα της Αχαΐας, μέρες ζεστές του Αυγούστου, με τη σειρά που μου υπαγόρευσε το ένστικτό μου. Ετσι και τα συστήνω εκθύμως: Μάγδα Τσιρογιάννη «Χρονογραφία»Ω Κλαίρη Μητσοτάκη «FLORA ΜΙRΑΒΙLΙSΩ Στέλλα Παναγιωτοπούλου «Τότε τον είδα για πρώτη φορά…»Ω Γιώργος Μπουρνιάς «Απόσπασμα».


Ο χώρος δεν επιτρέπει αναλυτικές εντυπώσειςΩ θα μείνω λοιπόν στη γενική μου αίσθηση. Κανένα από τα τέσσερα κείμενα δεν μου φάνηκε περιττό ­ και δεν το λέω με συγκατάβαση, εννοώντας πρώτα την ανθρώπινη και ύστερα τη συγγραφική αναγκαιότητά τους. Κανένα τους δεν είναι, σκόπιμα ή άσκοπα, αγοραίο, όπως συχνά συμβαίνει τον τελευταίο καιρό με τα περισσότερα βιβλία μας ­ κυρίως τα πεζάΩ αντίθετα και τα τέσσερα γραφτά έχουν μια φυσική ευγένεια, καθόλου συμβατική, που πάει κόντρα στην επιδειξιακή βαναυσότητα. Και στα τέσσερα κείμενα η γλώσσα ανοίγεται σε πλάτος και βάθος, ανάλογα και με τον μύθο, δείχνοντας ρίζα, κορμό, κλαδιά και φύλλωμαΩ με την ανάσα πιο πολύ του προφορικού λόγου, και πάντως δίχως την εκζήτηση της εσκεμμένης γραφής.


Η «Χρονογραφία» της Τσιρογιάννη εντοπίζεται με θηλυκή τρυφερότητα στην Κύπρο, πριν και μετά τον ασυλλόγιστο σπαραγμό τηςΩ έχοντας οδηγό της τον Λεόντιο Μαχαιρά. Στάζει ο «πόνος μνησιπήμων», που λέει και ο Αισχύλος.


Η Παναγιωτοπούλου γράφει το πρώτο της βιβλίο, διχοτομώντας δύο φωνές που ψάχνονται από απόσταση. Μια γυναίκα που διαβάζει κι ένας άντρας που συγγράφει, στήνονται ο ένας απέναντι στον άλλο, σαν δυο παράλληλα κάτοπτρα που παραμορφώνουν τα είδωλά τους. Οι φιλύποπτοι μπορεί να μιλήσουν και για καλό ρομάντζο. Γιατί όχι;


Ο Μπουρνιάς με το «Απόσπασμά» του (πεζογραφημένο ποίημα, που κατ’ εξαίρεση στιχουργείται) προσγειώνεται και απογειώνεται με τρόπο λίγο πολύ συνειρμικό και προπαντός μουσικό. Συστρέφεται γύρω στον φυσιοκρατικό λυρισμό, συσχετίζοντας τα σήματα και τα σύμβολά του, όπως το θέλει ο Σολωμός και θα το ήθελε ο πιο καλός Ελύτης. Στη μέση αυτού του ευδαιμονικού κύκλου μια κηλίδα αίμα: ο σκοτωμένος που τον μαζεύει από τον δρόμο το ασθενοφόρο. Στο μεταξύ ένα παιδί τρέχει στο χωράφι, για να προλάβει τη δύση του ήλιουΩ μια βερυκοκιά χαρίζει φαγώσιμα βερύκοκαΩ πιο κάτω η λάσπη και η στάχτη, όπου φυτρώνει ο σπόρος του Μπέκετ αλλά και του Ευαγγελίου.


Αφησα επίτηδες τελευταίο το βιβλίο της Κλαίρης Μητσοτάκη ­ ένα κείμενο περήφανο, σχεδόν ακατάδεχτο απέναντι στους εύκολους συρμούς της πεζογραφίας. Διαλεκτικό στην κρητική του γλώσσα, αλλά από μέσα, βαθιά χωνεμένη, οικονομικά αποσταγμένη. Σοφιλιασμένο σε μια διήγηση, που συμπλέκεται από κεφάλαιο σε κεφάλαιο, με τον απόηχο μιας, αξόδευτης σε δύναμη, αγροτικής φωνής, που ξέρει μόνο να μιλά για ολόκληρα πράγματα και ακέραιες πράξεις. Η φωνή της συγγραφέα μαθητεύει σ’ αυτό το πρότυπο, που το σχολιάζει χωρίς να το ακρωτηριάζειΩ βγάζοντας τον δικό της, παράλληλο στοχαστικό λόγο, ο οποίος στο δεύτερο μέρος του βιβλίου εξομολογείται.


Θα ήθελα κάποτε να γράψω περισσότερα γι’ αυτό το ώριμο βιβλίο, το ωριμότερο κατά τη γνώμη μου της Κλαίρης Μητσοτάκη. Κυρίως για να διαλύσω πρόχειρες παρεξηγήσεις: πως τάχα, σε τελευταία ανάλυση, το κείμενο ηθογραφεί, έστω με μοντέρνο τρόποΩ πως δήθεν παρακολουθεί την κρητική μυθολογία του Καζαντζάκη, έστω και αντιστρέφοντας την οριζόντια γραμμή της σε κάθετο άξονα. Νομίζω πως σπάνια στα γράμματά μας το αρχετυπικό ζεύγος «ύπαιθρος – πόλη» βρήκε τέτοια λογοτεχνική αποτύπωση, σε ανθρωπολογικό και ιστορικό βάθος που θυμίζουν τη μεγάλη Χάννα Αρεντ.


Ο κ. Δ. Ν. Μαρωνίτης είναι καθηγητής της Κλασικής Φιλολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.