Η δέκατη τέταρτη ραψωδία της Οδύσσειας κρύβει κάποια μυστικά κάτω από την κάπως ακύμαντη επιφάνειά της, που χρειάζεται να την ψαύσει ο ακροατής αναγνώστης, για να αισθανθεί το υποδόριο αφηγηματικό της ρίγος. Επονται παραδείγματα.


Μίλησα, καταχρηστικώς έστω, για βουκολικό τοπίο, ανάλογα του οποίου σπανίως ιχνογραφούνται στη λοιπή Οδύσσεια: στην περιφέρεια του εξωτερικού νόστου τέτοια ίχνη αναγνωρίζονται στην ακτή των Κυκλώπων· στην περιφέρεια του εσωτερικού νόστου θα πρέπει να προστεθούν οι συνοπτικές αναφορές που γίνονται για το απόκεντρο και μοναχικό κατάλυμα του Λαέρτη, το οποίο περιβάλλεται από αμπέλια.


Στην περίπτωση πάντως του χοιροβοσκού και της μάντρας του οι αφηγηματικές περιγραφές καθόλου δεν δίνουν την αίσθηση βουκολικού ειδυλλίου. Αντ’ αυτού, σε όλη την έκταση της δέκατης τέταρτης ραψωδίας διαχέεται ένας στυφός ρεαλισμός, που χαρακτηρίζει τόσο τη συμπεριφορά όσο και τον λόγο του ίδιου του Εύμαιου. Στην πραγματικότητα οι αγέλες των χοίρων (όπως εξάλλου και των προβάτων, των αιγών και των βοδιών, που βόσκουν σκόρπια στα σκούρα χώματα της αντικρινής πλαγιάς αλλά και στο ύπαιθρο της Ιθάκης) φθίνουν καθημερινά, εξαιτίας της λαίμαργης απληστίας των μνηστήρων. Αυτήν ακριβώς τη φθίνουσα ζωοτροφία συστήνει η δέκατη τέταρτη ραψωδία, ως κύριο δείγμα μιας μεγάλης και πλούσιας περιουσίας που χρόνια τώρα αποδεκατίζεται.


Η Οδύσσεια εξάλλου, απαρχής μέχρι τέλους, συνδέει (κυριολεκτικώς ή μεταφορικώς) τους ήρωες με τα ζώα, σάμπως τα δεύτερα να καθορίζουν τη μοίρα των πρώτων. Στη «Νέκυια» ο Αγαμέμνων σφαγιάζεται σαν βους επί φάτνη· στην «Κυκλώπεια» ο αγαπημένος μπροστάρης τράγος μεταφέρει λαθραία τον Οδυσσέα, που έχει τυφλώσει στο μεταξύ τον μονόφθαλμο Κύκλωπα· στη Θρινακία η σφαγή των ιερών βοδιών του Ηλιου κοστίζει τον ομαδικό αφανισμό των εταίρων· τέλος, οι ίδιοι οι μνηστήρες, οι οποίοι στην πρώτη ραψωδία κάθονται πάνω σε τομάρια σφαγμένων ζώων, γίνονται στην έξοδο του έπους από σφαγείς σφάγια.


Στο ζωοφιλικό πάντως υποστατικό του χοιροβοσκού η ζωή είναι ασκητική. Ο απόμερος τόπος χρειάζεται φύλαξη· τα σκυλιά, που παραλίγο να κατασπαράξουν τον ξένο, εγγυώνται την ασφάλεια της μάντρας· αλλά και ο ίδιος ο Εύμαιος θα αποδειχτεί νυχτερινός φύλακας στο χοιροστάσιο. Κατά τα άλλα, υπάρχουν και προσφέρονται εδώ τα στοιχειώδη: ψωμί, κρασί, άπαχο χοιρινό κρέας· προβιές για κάθισμα και ύπνο· μόλις μια δεύτερη χλαίνη για σκέπασμα. Ο ξένος αρκείται σ’ αυτά, όταν δεν τα διεκδικεί με την πονηρία του.


Σ’ αυτόν τον ασφαλισμένο χώρο συνομιλούν τα δύο πρόσωπα της δέκατης τέταρτης ραψωδίας ­ μόλις προς το τέλος εμφανίζονται και κάποιοι παραγιοί. Γύρω ωστόσο από τον Εύμαιο και τον φιλοξενούμενό του κυκλοφορούν σκιές απόντων – παρόντων: ο Οδυσσέας, στον οποίον παραμένει προσηλωμένος ο χοιροβοσκός, μη τολμώντας όμως, όσο λείπει ο κύριός του στα ξένα, να προσφέρει το όνομά του· σε αντίστιξη, οι αντίπαλοι μνηστήρες, άρπαγες της βασιλικής περιουσίας, καταχραστές της εξουσίας, βάναυσοι στις διαταγές που δίνουν στους υποταχτικούς.


Σ’ αυτή τη σκηνογραφία σκηνοθετείται η διήγηση της δέκατης τέταρτης ραψωδίας, όπου προέχουν η ηθοποιία και η υπόκριση. Πουθενά ίσως αλλού μέσα στο έπος του δεν δείχνει ο ποιητής της Οδύσσειας τόση φροντίδα δευτερεύουσας προσωπογράφησης, όση για τον συμπαθέστατο χοιροβοσκό· τον οποίο, κατ’ εξαίρεση, σε κρίσιμα σημεία του διηγητικού διαλόγου, τον προσφωνεί απευθείας σε δεύτερο πρόσωπο (: τον δ’ απαμειβόμενος προσέφης, Εύμαιε συβώτα).


Κυριολεκτικός και λιγομίλητος ο Εύμαιος, βυθίζεται κάποτε στη στοχαστική σιωπή του· γενναιόδωρος στην πράξη, αλλά δύσπιστος στα πολλά και υποσχετικά λόγια του φιλοξενουμένου· τρυφερός απέναντι στην Πηνελόπη και στον Τηλέμαχο, γεμάτος όμως οργή και αγανάκτηση για τους μνηστήρες και την Ελένη ­ τη ρίζα του κακού· απελπισμένος για την παρατεινόμενη απουσία του αγαπημένου κύρη του, αλλά και με κρυφή ελπίδα πως μπορεί ίσως να ζει, και να γυρίσει. Ετσι στήνονται ανάγλυφα η μορφή και το ήθος του Εύμαιου, η αυτοβιογραφία του οποίου θα ακουστεί στην επόμενη ραψωδία.


Οσο για την υπόκριση, αυτή ζυγίζεται προς το μέρος του ξένου, ο οποίος κρύβει, πίσω από τη μίζερη μάσκα του και κάτω από τη ράχη του, τον αναζητούμενο Οδυσσέα, που τόσο νοσταλγεί ο χοιροβοσκός. Ο ξένος παίρνει όλα τα μέτρα, για να μην προδοθεί. Κι όμως, με το φέρσιμό του και κυρίως με τις δύο διαδοχικές πλαστές διηγήσεις του, αφήνει να σχηματιστεί ένα προσωπείο, που σε κάποια σημεία του ταυτίζεται με το πραγματικό πρόσωπο. Αλήθεια και ψέμα συμφύρονται· η αλήθεια μέσα στο ψέμα· το ψέμα γύρω από την αλήθεια. Ο Εύμαιος, ακούγοντας τον ξένο, πιστεύει και δεν πιστεύει στις καλές του προθέσεις και στα αισιόδοξα μαντάτα.


Η μακρά και πολυεπεισοδιακή πλαστή διήγηση του ξένου, δεύτερη στη σειρά μετά την πρώτη της προηγούμενης ραψωδίας, επαναλαμβάνει και συγχρόνως παραλλάσσει κάποια βασικά στοιχεία της: λείπουν και εδώ τα απίθανα, φανταστικά και τερατικά μοτίβα, που προβάλλονται στις γνήσιες διηγήσεις των «Απολόγων», παραχωρώντας τη θέση τους στην αληθοφάνεια της εποχής, κατά την οποία συντίθεται το έπος· η υπόθεση στρέφεται γύρω από δύο οικείους ανθρωπογεωγραφικούς χώρους, τη Θεσπρωτία και την Κρήτη, μαζί με το μεσοανατολικό περιβάλλον της (Φοινίκη, Αίγυπτος, Λιβύη). Ειδικότερα η Κρήτη, η οποία επανέρχεται και σε όλες τις επόμενες πλαστές διηγήσεις του ήρωα, ευνοεί μιαν υπόθεση, σύμφωνα με την οποία ο μύθος του Οδυσσέα, σε πρωιμότερη φάση, είχε κρητική και όχι ιθακήσια καταγωγή. Δεν είναι απίθανο να ανάγεται όντως στην Κρήτη το νοβελιστικό κυρίως υπόστρωμα της οδυσσειακής περιπέτειας· δεν πρέπει όμως να παραγνωριστεί και η φημισμένη στην αρχαιότητα εμπρόθετη ψευδολογία των Κρητικών (αποτυπωμένη και στο γνωστό λογοπαίγνιο του Επιμενίδη), που ταιριάζει με τον πλαστό χαρακτήρα των διηγήσεων.


Οσο για τον ακροατή – αναγνώστη, και αυτός, παρά τη γνώση του, ταλαντεύεται: ποιος είναι ο πραγματικός Οδυσσέας; το κρυμμένο πρόσωπο ή το παλίμψηστο προσωπείο, που σχηματίζεται μέσα από τις πλαστές διηγήσεις; Γιατί συχνά το προσωπείο φαίνεται πιο πειστικό από το αληθινό πρόσωπο ­ από μιαν άποψη και πιο γοητευτικό. Αυτά πολύ προτού εφευρεθεί το δράμα· χιλιάδες χρόνια πριν από τον Πιραντέλο.


* Προδημοσίευση του τρίτου μέρους από τα Επιλεγόμενα της δέκατης τετάρτης ραψωδίας, η μετάφραση της οποίας θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες (εκδόσεις Καστανιώτη).


Ο κ. Δ. Ν. Μαρωνίτης είναι ομότιμος καθηγητής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.