Φοβάμαι μήπως έπεσε βαρύς ο όρος «ανυποληψία», που πρότεινα στο μονοτονικό της περασμένης Κυριακής ως δείκτη της ανώμαλης σχέσης πανεπιστημίου, πολιτείας και κοινωνίας, ενόψει της πρόσφατης απεργίας των διδασκόντων, με κύρια αφορμή το απαράδεκτα χαμηλό μισθολογικό τους καθεστώς. Καθώς μάλιστα την ανυποληψία αυτή τη μοίρασα σε εξωτερική και εσωτερική, επιθετική και αμυντική, ενεργητική και παθητική, φαντάζομαι πως έδωσα την εντύπωση απόλυτης και ασφυκτικής παθολογίας, που δεν ανέχεται εξαιρέσεις. Οφείλω επομένως κάποιες διορθωτικές εξηγήσεις, προκειμένου να περιγραφεί και να εκτιμηθεί το σύνδρομο της όποιας πανεπιστημιακής ανυποληψίας με μεγαλύτερη ακρίβεια και περισσότερη δικαιοσύνη.


Προηγείται επίσκεψη των ονομάτων που συστήνουν αυτό το φαινόμενο. H διαφωτιστική δηλαδή σοδειά ερμηνευμάτων και παραδειγμάτων που προσφέρει το Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και Ιδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη) στα λήμματα: ανυποληψία, ανυπόληπτος, υπόληψη, υπολήπτομαι. Το θετικής σημασίας ρήμα ερμηνεύεται ως εξής: εκτιμώ βαθιά και σέβομαι κάποιον, αναγνωρίζοντας την ηθική και πνευματική του αξία και ικανότητα (παράδειγμα: «αυτόν τον υπολήπτονται οι συνάδελφοί του»). Στο θετικής τιμής ουσιαστικό αντιστοιχεί ανάλογο ερμήνευμα: βαθύτατη εκτίμηση και σεβασμός που έχουν οι άλλοι για κάποιον (παράδειγμα: «μας απογοήτευσε, και τον είχαμε σε μεγάλη υπόληψη»). Για το αρνητικό, τέλος, ζεύγος ανυποληψία-ανυπόληπτος οι ερμηνείες συγκλίνουν. Το ουσιαστικό δηλώνει: έλλειψη εκτίμησης για το ήθος, τη συνέπεια και την εντιμότητα κάποιου, αμφισβήτηση της αξίας του, περιφρόνηση με την οποία τον αντιμετωπίζουμε. Το επίθετο χαρακτηρίζει: εκείνον που δεν έχει υπόληψη, που δεν τον εκτιμούν, δεν τον υπολογίζουν οι άλλοι (παραδείγματα: «ανυπόληπτο πρόσωπο, ανυπόληπτο κράτος»). Επιλέγεται ότι η αρχαία σημασία της λέξης υπόληψις είναι «αποδοχή», ενώ η ίδια λέξη στα ελληνιστικά χρόνια εκφράζει τόσο την καλή όσο και την κακή φήμη.


Ελπίζω ότι η λεξικογραφική αυτή περιπλάνηση δεν είναι μήτε σχολαστική μήτε ανώφελη για το συζητούμενο θέμα. Στον βαθμό τουλάχιστον που δείχνει ότι θετικοί και αρνητικοί όροι ενέχουν στη συγκεκριμένη περίπτωση μεγάλο, ηθικό και κοινωνικό, βάρος, το οποίο σήμερα (καθώς ήθη και έθιμα άλλαξαν ριζικά) μπορεί να φαίνεται υπερβολικό, έως και καταθλιπτικό. Θέλω να πω ότι ο διάχυτος ανταγωνιστικός τρόπος της εποχής φαίνεται να υπονόμευσε ήδη το σημασιολογικό κύρος των επιμάχων όρων, με αποτέλεσμα να μένουμε με την εντύπωση ότι το Λεξικό Τριανταφυλλίδη στην προκειμένη περίπτωση ελέγχεται κάπως παλαιοκαιρίσιο, πως ελαφρώς ηθικολογεί. Γιατί, αν θεωρήσουμε τη σημερινή ελαστικότητα στο θέμα της υπόληψης και της ανυποληψίας δεδομένη, εξηγούνται ίσως ευκολότερα η έμπρακτη υποτίμηση της πρώτης και η συγκαταβατική παραχώρηση στη δεύτερη, τόσο μέσα στον πανεπιστημιακό χώρο όσο και στον πολιτικό και κοινωνικό περίγυρό του.


M’ αυτά και μ’ αυτά δεν ισχυρίζομαι ότι η ανυποληψία έχει διαβρώσει το σύνολο της πανεπιστημιακής ζωής και της πανεπιστημιακής κοινότητας. Πως θεωρείται αυτονόητη, επομένως και αναπόφευκτη, η εγκατάστασή της μέσα στο πανεπιστήμιο, εφόσον διαχέεται στον ευρύτερο δημόσιο βίο: οικονομικό, επαγγελματικό, πολιτικό, πολιτιστικό. Αντίθετα, πιστεύω πως υπάρχουν στον πανεπιστημιακό χώρο ακόμη εστίες διδακτικού (αλλά και διοικητικού) προσωπικού, κάποιοι τομείς και ορισμένα τμήματα με αναμφισβήτητη υπόληψη. Το ερώτημα όμως παραμένει: τα ευυπόληπτα μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας αντιδρούν στην αντίπαλη ανυποληψία που τους περιβάλλει και τους διαβάλλει εντός και εκτός του πανεπιστημίου;


H προσωπική μου εκτίμηση είναι ότι οι πανεπιστημιακές εστίες υπόληψης, όπου υπάρχουν, αποδεικνύονται σε κρίσιμες στιγμές εσωστρεφείς και εξ αποτελέσματος αδρανείς. Ο λόγος της υποληπτικής αυτής αδράνειας θα πρέπει μάλλον να αναζητηθεί στην καθίζηση της ιστορικής συνείδησης. H οποία απωθεί, εδώ και κάμποσα χρόνια, την υποχρέωση οφειλής και συνέχειας σε μια αγωνιστική παράδοση υπόληψης, που παραδειγμάτιζε και τους νεότερους. Μεροληπτικό παράδειγμα η παλιά Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, η οποία χρωστούσε κάποτε την αίγλη της όχι μόνο στην επιστημοσύνη της αλλά και στην εκπαιδευτική και πολιτική της υπόληψη. Ιστορία που πάει στο μεταξύ να ξεχαστεί, καθώς δεν έχουν καταγραφεί καν τα περιγραφικά της στοιχεία.