ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ δεν παύουν να ξαφνιάζουν (ή, κατά τον νεόκοπο όρο, να «κουφαίνουν») τους Ελληνες. Και δια του λόγου το αληθές:
Στις εκλογές της 7.3, οι μισοί σχεδόν Ελληνες καταψήφισαν το κυβερνητικό κόμμα και επειδή εγκολπώθηκαν τις καταγγελίες της αντιπολίτευσης για καταστροφή του τόπου, χρεωκοπία της οικονομίας, ανύπαρκτο «έργο», διαφθορά, διαπλοκή, κομματικοποίηση του κράτους και άλλα εβδομήντα εφτά θανάσιμα αμαρτήματα. Ενώ το 40% που ψήφισε το ΠΑΣΟΚ, πίστεψε πως όλες αυτές οι φρικαλεότητες δεν ήταν παρά κακόβουλα μυθεύματα και ανυπόστατες συκοφαντίες, και πως το «κίνημα» έχει επιτελέσει έργο μέγα και αναμόρφωσε τον τόπο.
Οπου ξαφνικά, τέσσερις μέρες μετά, τόσο οι πρώτοι όσο και οι δεύτεροι έμειναν ενεοί και κεχηνότες, έκθαμβοι και εμβρόντητοι: οι τελετές αλλαγής της υπουργικής σκυτάλης έμοιαζαν πανηγυρικές απονομές απολυτήριων διπλωμάτων σε παρθεναγωγεία, με καταιγισμό από αμοιβαίους επαίνους και αίνους, ευχετήρια και ευχαριστήρια, φιλοφρονήσεις και διαχύσεις, εγκώμια και θυμιάματα. Τα ως προχτές διασταυρούμενα πυρά ονειδισμών και ύβρεων μεταμορφώθηκαν μεμιάς σε ανθοπόλεμο των Καννών, των ικανών και των εκλεκτών. Οι ένθεν κακείθεν λάβροι επικριτές έγιναν μονημερίς αβροί αλληλο-χειροκροτητές…
ΩΡΑΙΑ, συγκινητικά και «πολιτισμένα» όλα αυτά. Αλλά οι άναυδοι ψηφοφόροι αναρωτιούνται: γελαστήκαμε ή μας γέλασαν; Οι απερχόμενοι κατηγορούμενοι όχι μόνο κηρύσσονταν (από τους επερχόμενους κατηγόρους) αθώοι και αναμάρτητοι, αλλά και δημιουργοί έργου «θετικού» (αυτό το επίθετο ήταν η καραμέλα και το φοντάν όλων σχεδόν των διαδόχων τους) που ετούτοι θα το συνεχίσουν και θα το βελτιώσουν με τη συναίνεση και τη συμβολή των θεμελιωτών του.
Απ’ την άλλη, οι νεοδημοκράτες τέως κατήγοροι δεν ήταν (κατά το λέγειν των Πασοκικών τέως κατηγορουμένων) συκοφάντες και ραδιούργοι αλλά άμωμοι και άσπιλοι, και υπεράξιοι της εξουσίας που εξασφάλισαν.
Αρα – συνεχίζουν οι πελαγωμένοι πολίτες – κακώς μαυρίσαμε τους πρώτους και ασπρίσαμε κατ’ αντιδιαστολήν τους δεύτερους… Ή, πάλι, έπρεπε να τους ψηφίσουμε όλους, αφού εκείνοι είναι Χερουβείμ και ετούτοι Σεραφείμ – οικοδόμοι, και οι μεν και οι δε, παραδείσων για χάρη μας.
Το οποίον, όλη η φοβερή και βροντερή προεκλογική μάχη δεν ήταν παρά μια κωμωδία σκόπιμων παρεξηγήσεων, όπου οι «καλοί» παράσταιναν τους «κακούς» και οι γαλάζιοι τους πράσινους (και τούμπαλιν), για να εμπαίξουν τους θεατές, που πλήρωναν και το εισιτήριο και την πανάκριβη εκλογική υπερπαραγωγή…
ΑΛΛΑ στο θέατρο, όπως, και στη ζωή και ειδικά στην πολιτική, υπάρχουν και οι παγίδες – που συχνά τις στήνουμε οι ίδιοι στους εαυτούς μας. Στην προκείμενη περίπτωση, οι παγίδες ονομάζονται επαγγελίες και δεσμεύσεις. Τουτέστιν, οι προεκλογικές υποσχέσεις των νυν νικητών ότι όχι μόνο θα πατάξουν εφεξής τη διαφθορά και τη διαπλοκή αλλά και θα διώξουν δικαστικά τους επί κεφαλής του προηγούμενου «καθεστώτος» που τις είχαν ανεχθεί ή διαπράξει.
Αν όμως, σήμερα (στις μετεκλογικές τελετές) οι νεοφώτιστοι υπουργοί λένε αλήθεια περί του «ποιού» των προκατόχων τους, τότε ένοχοι δεν υπάρχουν, άρα διώξεις δεν μπορούν να γίνουν και, άρα του άρα, οι προχτεσινοί κατήγοροι θ’ αποδειχτούν διπλά αναξιόπιστοι: τόσο επειδή ψεύδονταν προεκλογικά όσο και επειδή δεν κρατούν τις καθαρτικές υποσχέσεις τους. Αν, πάλι, τις κρατήσουν και προχωρήσουν σε διωκτικά μέτρα, θα φανούν ξανά ανυπόληπτοι, αφού οι αυριανές ενέργειές τους θα διαψεύσουν τις τωρινές τελετουργικές υμνολογίες τους…
Απ’ την άλλη, την πράσινη όχθη, θα ξεχάσουν άραγε, από ευγένεια, τις προεκλογικές ιερεμιάδες τους πως η N.Δ. αποτελεί απειλή για τη δημοκρατία, επειδή είναι «δέσμια της ακροδεξιάς»; Εδώ, όμως, η μεγαλοψυχία των πασοκικών βρίσκεται δέσμια των ψυχικο-κομματικών εκλεκτικών συγγενειών της νικήτριας παράταξης. H οποία όχι μόνο δεν διέψευσε τον παραπάνω ισχυρισμό, αλλά και έσπευσε να υπουργοποιήσει πέντε τουλάχιστο βουλευτές της που έχουν διαπρέψει σε αντιδραστικές, ρατσιστικές, σωβινιστικές, διχαστικές, ου μην αλλά και φιλοβασιλικές δηλώσεις και ενέργειες. Τώρα, αν αυτές οι υπουργοποιήσεις αποτελούν εκπλήρωση δέσμευσης της ΝΔ προς τους οπαδούς της ή δέσμευση της κυβέρνησης στην καρότσα της ακροδεξιάς, αυτό καλούνται να το κρίνουν οι «βουληφόροι» πολίτες.
ΕΤΣΙ ή αλλιώς, οι τελευταίοι τα έχουν από παντού χαμένα: δεν ξέρουν ποιος και πότε και πού αληθολογεί ή ψευδολογεί, δεν ξέρουν ποιον και τι να πιστέψουν, δεν ξέρουν αν η ψήφος τους πήγε σε ενάρετους ή σε αμαρτωλούς, αφού οι (κατά τεκμήριον) «ενάρετοι» δίνουν συχωροχάρτι στους «αμαρτωλούς», και οι (κατά τις κατηγορίες) «διεφθαρμένοι» λιβανίζουν τους «αδιάφθορους»…
Y.Γ. Αναρωτιούνται μερικοί πώς γίνεται και όλη σχεδόν η Ευρώπη στρέφεται τώρα προς τα συντηρητικά κόμματα, αντίθετα με τις πριν λίγα χρόνια αριστερόστροφες προτιμήσεις της.
Αλλά τι πιο «κλασικό»; Οι κατά καιρούς εκλογές μοιάζουν με εκκρεμές στο ρολόι των ελπίδων και των απογοητεύσεων: οι πολίτες, κάποια στιγμή, δίνουν λ.χ. την εξουσία στη Δεξιά ελπίζοντας πως θα βελτιωθεί η ζωή τους, εκείνη κυβερνά για ένα διάστημα, τους απογοητεύει και αυτοί στρέφονται προς την Αριστερά, που κυβερνά κι αυτή, τους απογοητεύει κι αυτή, κι εκείνοι ξαναστρέφουν προς τη Δεξιά, και πάει λέγοντας. Και οι πάντα ευκολόπιστοι πολίτες, από εκλογή σ’ εκλογή και από γενιά σε γενιά, πελαγοδρομούν στη θάλασσα των ανεκπλήρωτων ελπίδων και των ακριβοπληρωμένων προσδοκιών, χωρίς να πιάνουν ποτέ σε λιμάνι…



