Η νύχτα της 31ης Δεκεμβρίου 1999, δηλαδή σε έναν ακριβώς χρόνο από σήμερα, προς το ξημέρωμα του 2000, είναι πιθανόν να μας επιφυλάσσει απίστευτες εκπλήξεις. Κάποιοι φυλακισμένοι είναι πιθανόν να βγουν από τη φυλακή, γιατί ο υπολογιστής θα λέει ότι τελείωσε η ποινή τους, παρ’ όλο που θα έπρεπε να μείνουν άλλα 5-10 χρόνια στη «στενή». Κάποια αεροπλάνα που θα ταξιδεύουν στην Ευρώπη και θα περάσουν πάνω από έξι-επτά χώρες είναι ενδεχόμενο να έχουν μεγάλο πρόβλημα εξυπηρέτησης από τις υπηρεσίες εναέριας κυκλοφορίας των χωρών αυτών. Οι αυτόματες μηχανές κάποιων τραπεζών είναι πιθανόν να τρελαθούν, να μη δίνουν λεφτά ή να δίνουν απίστευτα ποσά…


Ολα αυτά και άλλα πολλά θα συμβούν γιατί η αυγή τού 2000 θα «τρελάνει» τη μνήμη πολλών υπολογιστών που μετρούν τη χρονολογία μόνο με δύο ψηφία, οπότε τον νέο αιώνα θα τον δείχνουν ως «00», κάτι που θα φέρει τα πάνω κάτω στους υπολογισμούς τους… Οσο και αν αυτό το ζήτημα φαίνεται απλό, στην πραγματικότητα είναι τεράστιο και ­ κυρίως ­ έχει πλευρές που πολύ πιθανόν δεν μπορούν να προβλεφθούν. Η επίπτωση του «προβλήματος του 2000» (ή millennium bug) μπορεί να είναι τόσο μεγάλη που κάποιοι αναλυτές φοβούνται ότι ίσως επιφέρει παγκόσμια ύφεση!


Από τις πρώτες ημέρες λειτουργίας των ηλεκτρονικών υπολογιστών, σε περιόδους όπου καταβαλλόταν κάθε δυνατή προσπάθεια για να εξοικονομηθεί ο τότε πολύτιμος χώρος μαγνητικής αποθήκευσης, αποκτήθηκε η συνήθεια να χρησιμοποιούνται δύο μόνο ψηφία για την καταγραφή του έτους σε πεδία ημερομηνίας, αντί για τέσσερα. Π.χ. η 21 Μαρτίου 1998 απεικονίζεται με τον κωδικό «ΗΗΜΜΕΕ» ως «210398».


Αυτό όμως έχει συνέπεια ότι πολλές εφαρμογές θα ερμηνεύουν το έτος 2000, που θα είναι καταχωρισμένο ως 00, ως 1900, προκαλώντας αστοχίες σε αριθμητικούς υπολογισμούς και επεξεργασία δεδομένων.


Το «πρόβλημα του 2000» είναι μια απειλή που πρέπει να λυθεί με καθαρά τεχνικούς τρόπους, συνδέεται με διοικητική απόφαση εφαρμογής τεχνικής λύσης και έχει επίσης λειτουργικές, οικονομικές και νομικές προεκτάσεις. Στοιχεία που περιπλέκουν την περίπτωση είναι ότι δεν υπάρχει προηγούμενο για άντληση εμπειρίας και ότι δεν επιδέχεται μετατόπιση ή αναβολή.


Ενα εκτεταμένο φάσμα υπηρεσιών ­ οι συντάξεις, οι κοινωνικές παροχές, η υγειονομική περίθαλψη, η ασφάλιση, η παροχή ενέργειας και οι μεταφορές ­ παρέχονται μέσω πολύπλοκων πληροφοριακών συστημάτων που απειλούνται εξίσου από το «millennium bug». Εκεί πρέπει σαφώς να δοθούν προτεραιότητες, γιατί αν, για παράδειγμα, την 1/1/2000 συμβούν διακοπές στο ηλεκτρικό ρεύμα, δεν θα μπορέσουμε να διαπιστώσουμε τι συμβαίνει με τους υπολογιστές.



Οι δημόσιες επιχειρήσεις εκτίθενται σε κίνδυνο και το πρόβλημα διογκώνεται εξαιτίας του μεγέθους τους, των πιέσεων να μειώσουν τον προϋπολογισμό τους, του μακρόχρονου διαστήματος που απαιτείται για έγκριση πρόσθετων πόρων και της αδυναμίας στην εξεύρεση ειδικευμένου προσωπικού.


Σύμφωνα με έρευνα που διεξήγαγε η Υπηρεσία Ανάπτυξης Πληροφορικής του υπουργείου Προεδρίας, διαπιστώθηκε ότι υπάρχουν καθυστερήσεις στην υλοποίηση των αναγκαίων προσαρμογών και ιδιαίτερα του λογισμικού εσωτερικής ανάπτυξης στον δημόσιο τομέα. Αρκετοί φορείς βρίσκονται σε φάση ανάπτυξης νέων πληροφοριακών συστημάτων, τα οποία έχουν εξαρχής προδιαγραφεί ώστε να είναι πλήρως συμβατά με το 2000 σε όλα τα επίπεδα, αξιοποιώντας ολική ή μερική χρηματοδότηση από το Β’ Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης. Μεταξύ των φορέων αυτών συγκαταλέγονται πολλοί ιδιαίτερα σημαντικοί φορείς με μεγάλα και πολύπλοκα πληροφοριακά συστήματα, όπως: τα υπουργεία Οικονομικών, Εξωτερικών, Τύπου και ΜΜΕ, Εμπορικής Ναυτιλίας και Γεωργίας, το Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, η Εθνική Στατιστική Υπηρεσία, ο Οργανισμός Εργατικής Κατοικίας, ο Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού κ.ά. Βέβαια, απαίτηση άμεσης προτεραιότητας είναι η ανάπτυξη αυτών των συστημάτων να μην παρουσιάσει περαιτέρω καθυστερήσεις και να έχουν τεθεί σε παραγωγική λειτουργία πριν από την 1/1/2000. Αν, αντίθετα, υπάρξουν επιπλέον καθυστερήσεις, πράγμα σύνηθες για τα μεγάλα έργα πληροφορικής του δημόσιου τομέα, είναι σίγουρο ότι θα δημιουργηθούν πολύ μεγάλα προβλήματα, λόγω του ότι στα πληροφοριακά συστήματα που λειτουργούν σήμερα παρουσιάζεται σε αυξημένο βαθμό το «πρόβλημα του 2000».


Η Υπηρεσία Ανάπτυξης Πληροφορικής του υπουργείου Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης έχει προβεί στην καταγραφή των 60 σημαντικότερων από πλευράς μεγέθους και αντικειμένου μονάδων πληροφορικής του δημόσιου τομέα (ΙΚΑ, ΤΕΒΕ, ΟΓΑ, νοσοκομεία, ΟΛΠ, ΚΕΠΥΟ κ.ά.) και έχει μεριμνήσει για τον ορισμό υπευθύνων για το πρόβλημα. Αναμένεται να δοθούν αμέσως οδηγίες για την επίλυση του προβλήματος και εξειδικευμένα κατά φορέα επιχειρησιακά σχέδια, με παράλληλη παροχή τεχνικής και νομικής υποστήριξης.


Από τους οργανισμούς που δεν αναπτύσσουν νέα συστήματα, στο 87,8% αυτών έχει γίνει μια βασική μελέτη του προβλήματος είτε συνολικά είτε μερικά, ενώ το 12,2% δεν έχει ακόμη ασχοληθεί με το θέμα.


* Η ΔΕΗ «πιλότος» για το Δημόσιο


Στον ΟΤΕ, όπου τα πάντα στηρίζονται και κινούνται βάσει πληροφοριακών συστημάτων, η πρόκληση είναι μεγάλη. Η εκτίμηση του ΟΤΕ είναι ότι για προσαρμογή των συστημάτων σε κατάσταση συμβατότητας θα απαιτηθούν συνολικά δύο δισ. δρχ. και 60 ανθρωποχρόνια! Πριν από ενάμιση περίπου χρόνο συστάθηκε εννεαμελής ομάδα με τίτλο «Επιτροπή αντιμετώπισης των συστημάτων πληροφορικής ΟΤΕ του έτους 2000» (ΕΑΣΠ-ΟΤΕ-2000). Σύμβουλοι σε αυτή την προσπάθεια είναι οι ΟΤΕ Consulting, ΒΤ Telconsult – Detecon – SYNTAX Πληροφορική, ευρωπαϊκές και διεθνείς ενώσεις και συνεργασία με 17 ευρωπαϊκούς οργανισμούς τηλεπικοινωνιών μέσω του ETSI. Στόχος είναι η περάτωση της προσαρμογής ως 30/3/1999 και η περάτωση των tests ως τον Ιούνιο του 1999, καθώς και η θέση σε παραγωγική λειτουργία του συνόλου των συστημάτων ως τον Σεπτέμβριο του 1999. Το έργο όμως ­ υποστηρίζουν στελέχη του οργανισμού ­ δεν έχει προχωρήσει σε τέτοιο βαθμό που να επιτρέπει αισιοδοξία.


Αντίθετα, η Cosmote, η θυγατρική του ομίλου, δεν αντιμετωπίζει πρόβλημα, δεδομένου ότι η εταιρεία είναι νέα, οπότε έχει προμηθευτεί υπολογιστικά συστήματα που έχουν λάβει υπόψη τους το μεγάλο θέμα του 2000.


Πιλότο ωστόσο για τον δημόσιο τομέα αποτελεί η ΔΕΗ, που έχει ήδη προχωρήσει τις σχετικές διαδικασίες, σε συνεργασία με τη Singular. Το έργο περιλαμβάνει τη μετατροπή των εφαρμογών της πρώτης, σε περιβάλλον Unix, με τη χρήση βάσης δεδομένων. Επί ένα εξάμηνο το νέο σύστημα θα λειτουργεί παράλληλα με το παλιό, για να εξασφαλιστεί η απρόσκοπτη λειτουργία της εκσυγχρονισμένης εγκατάστασης.


Σε αντίθεση με ό,τι έχει συμβεί σε Ευρώπη και ΗΠΑ, η ελληνική κυβέρνηση δεν προέβη σε σύσταση ομάδας ειδικών με αντικείμενο την ενημέρωση επιχειρήσεων και πολιτών για τις συνέπειες που μπορεί να έχει στην καθημερινή μας ζωή το συγκεκριμένο πρόβλημα. Πλησιάζοντας στην κρίσιμη ημερομηνία, ισχυροποιείται η ανάγκη να γίνουν σχέδια έκτακτης ανάγκης, σε τέτοιο βαθμό σαν να επρόκειτο να επέλθει ολοκληρωτική διάλυση, γιατί κανείς δεν πρέπει να ελπίζει στην καλή του τύχη, αν δεν δημιουργήσει τις απαραίτητες προϋποθέσεις που θα την εξασφαλίσουν.


* Ο τραπεζικός τομέας


Οι παγκόσμιες υποδομές, τηλεπικοινωνιακές, χρηματοπιστωτικών αγορών και αεροπορικών μεταφορών, μπορεί να επηρεαστούν, με παγκόσμιες οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες. Εκτιμάται ότι το κόστος της διόρθωσης του λογισμικού σε παγκόσμιο επίπεδο μπορεί να ανέρχεται σε 500 δισ. ECU (πηγή: Gartner Group), ενώ το τελικό κόστος, περιλαμβανομένων των δυνητικών δικαστικών εξόδων και δαπανών για αποζημιώσεις, μπορεί να υπερβαίνει τα 1.500 δισ. ECU (πηγή: Software Productivity Research). Αντίστοιχα, οι εκτιμήσεις θέλουν το ποσό αυτό για την Ελλάδα να ανέρχεται στα 50 δισ. δρχ. Το σχετικά «χαμηλό» αυτό κόστος οφείλεται στον μικρότερο βαθμό μηχανογράφησης της Ελλάδας σε σχέση με άλλα κράτη.


Γενική είναι η διαπίστωση ότι ο επιχειρηματικός τομέας των τραπεζών και των λοιπών χρηματοοικονομικών οργανισμών όχι μόνο θίγεται άμεσα από το «πρόβλημα του 2000» αλλά επιπλέον κατατάσσεται στην κατηγορία υψηλού κινδύνου. Η Επιτροπή Βασιλείας (Basle Committee on Banking Supervision) όσο και η Ευρωπαϊκή Τραπεζική Ομοσπονδία, αλλά και η ελληνική εποπτική αρχή, η Τράπεζα της Ελλάδος, έκρουσαν προ πολλού τον κώδωνα του κινδύνου και έδωσαν σαφείς οδηγίες προς τις τράπεζες για τον προγραμματισμό των απαραίτητων ενεργειών για την έγκαιρη προσαρμογή των μηχανογραφικών συστημάτων στις ανάγκες του 2000.


Ο κ. Ed Yardeni, οικονομικός διευθυντής της Deutsche Bank Securities στη Νέα Υόρκη, δηλώνει ότι υπάρχουν κατά 30% πιθανότητες να παρουσιαστεί διεθνής ύφεση το έτος 2000. Και υποστηρίζει επίσης ότι πρέπει να ελεγχθεί το σύνολο των συστημάτων ηλεκτροδότησης, τηλεπικοινωνιών, κυβερνητικών υπηρεσιών, μεταφορών, ναυτιλίας, βιομηχανιών και διανομών και ότι το θέμα πρέπει να αντιμετωπιστεί συνολικά και όχι να αναζητούνται μεμονωμένες λύσεις, αφού η μη προετοιμασία του ενός μπορεί να έχει αρνητικές επιπτώσεις και στους εμπλεκομένους.


Μια έρευνα που διοργάνωσε η Ενωση Ελληνικών Τραπεζών έφερε στο φως τα εξής θετικά αποτελέσματα:


* Οι τράπεζες, στο σύνολό τους σχεδόν (98,82%), έχουν ήδη καταρτίσει ειδικό κατά περίπτωση σχέδιο ελέγχου της συμβατότητας του βασικού ηλεκτρονικού εξοπλισμού τους, ενώ το υπόλοιπο 1,18% βρίσκεται σε στάδιο μελέτης.


* Το 73,80% των τραπεζών έχει ήδη εκπονήσει πρόγραμμα ελέγχου (tests) με τους εξωτερικούς συνεργάτες τους.


* Ολες σχεδόν οι τράπεζες (99,68%) δηλώνουν ότι έχουν ήδη εξασφαλίσει το αναγκαίο και απαραίτητο ανθρώπινο δυναμικό για την ολοκλήρωση του έργου.


* Τέλος, οι τράπεζες έχουν αρχίσει να προετοιμάζουν σχέδια έκτακτης ανάγκης (contingency planning) κατά περίπτωση.


Η Τράπεζα της Ελλάδος, ως εποπτεύουσα αρχή του πιστωτικού συστήματος στην Ελλάδα, έγκαιρα ευαισθητοποιήθηκε σχετικά με το θέμα της συμβατότητας των πληροφοριακών συστημάτων των τραπεζών με το έτος 2000. Στις 9/10/1997 έστειλε εγκύκλιο που έθετε το πρόβλημα και πρότεινε τον προγραμματισμό του και από τις αρχές Νοεμβρίου 1998 έχουν αρχίσει επιτόπιες επισκέψεις στις τράπεζες για την παρακολούθηση της εξέλιξης του κάθε έργου προσαρμογής ξεχωριστά. Η εικόνα που διαγράφεται από τις επιθεωρήσεις αυτές είναι σε αντίθεση με τα ευρήματα της έρευνας της Ενωσης Ελληνικών Τραπεζών, καθώς η εξέλιξη εμφανίζεται καλή αλλά όχι καθησυχαστική. Οι κύριες παρατηρήσεις συνοψίζονται στα εξής:


* Η υλοποίηση των έργων υστερεί σε σχέση με τον χρονικό προγραμματισμό της Τράπεζας της Ελλάδος, με αποτέλεσμα η ολοκληρωμένη και τελική δοκιμή να μετατίθεται στο πρώτο εξάμηνο του 1999.


* Ελλειψη σχεδιασμού και ανάπτυξης διαδικασιών έκτακτης ανάγκης.


* Ελλειψη συντονισμού ελέγχου του έργου στις θυγατρικές του κάθε ομίλου και των υποκαταστημάτων του εξωτερικού.


* Αναγκαιότητα δοκιμών με τα συστήματα της Δίας.


Οσον αφορά την ετοιμότητα των πληροφοριακών συστημάτων της ίδιας της Τράπεζας της Ελλάδος, έχει ανατεθεί στην εταιρεία συμβούλων KPMG η εκπόνηση της μελέτης για την καταγραφή των συστημάτων που επηρεάζονται από την αλλαγή της χιλιετηρίδας και την κατάρτιση χρονοδιαγράμματος δράσεων για τη μετατροπή των συστημάτων, αλλά ακόμη το έργο απέχει αρκετά από την ολοκλήρωσή του και τα χρονικά περιθώρια στενεύουν.


Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει πρόσφατα προμηθευτεί δύο κεντρικούς υπολογιστές με λογισμικό που είναι συμβατό με το έτος 2000, η εγκατάσταση των οποίων και η απαιτούμενη μετατροπή των υπαρχουσών εφαρμογών προβλέπεται ότι θα ολοκληρωθεί ως τον Ιούνιο του 1999, για να ακολουθήσει η φάση των ελέγχων και των διορθώσεων, που πρέπει να περατωθεί ως τον Οκτώβριο του 1999. Οι μεσαίου μεγέθους Η/Υ (πληροφοριακά συστήματα υποκαταστημάτων κλπ.) θα αντικατασταθούν και μέρος των προγραμμάτων των εφαρμογών έχει ξαναγραφεί για να καλύψει την ανάγκη της on line – real time τήρησης λογαριασμών και συνεπώς όλα αυτά είναι συμβατά με το έτος 2000. Στην κατηγορία των PC η πλειονότητα (εξοπλισμός και λογισμικό) είναι σύγχρονα και συνεπώς δεν θα αντιμετωπίσουν πρόβλημα. Τέλος, για τα μη πληροφοριακά συστήματα της τράπεζας, δηλαδή συστήματα που περιέχουν ενσωματωμένα microchips (συστήματα ασφαλείας, χρηματοκιβώτια, ανελκυστήρες κλπ.) η Διεύθυνση Πληροφορικής και Οργάνωσης έχει λάβει πιστοποιήσεις από την Τεχνική Υπηρεσία του κεντρικού καταστήματος, τα υποκαταστήματα και πρακτορεία, σχετικές με τη συμβατότητα ή μη αυτών των συστημάτων και θα προβεί στις κατάλληλες ενέργειες.


Καλύτερα είναι τα πράγματα στην περίπτωση της Εθνικής Τράπεζας, αφού οι υπεύθυνοι έχουν από καιρό ξεκινήσει τις σχετικές διαδικασίες, αντιλαμβανόμενοι τη σοβαρότητα του προβλήματος. Οι πρώτες συζητήσεις έγιναν το 1996, ενώ ήδη από το πρώτο εξάμηνο του 1997 είχε συσταθεί ομάδα εργασίας. Η ανάλυση επιπτώσεων του προβλήματος, η οποία ολοκληρώθηκε στις αρχές αυτού του έτους, είχε ανατεθεί στην ΙΒΜ. Ως το τέλος του 1998, βάσει του προγραμματισμού, θα έχει ολοκληρωθεί η μετατροπή των εφαρμογών και η απαιτούμενη ανανέωση του εξοπλισμού στα κυκλώματα καταθέσεων και χορηγιών, που είναι και τα κρισιμότερα. Εν τούτοις, η διοίκηση της τράπεζας έχει δύο λόγους για να ανησυχεί. Ο πρώτος είναι εσωτερικός και αφορά την Κτηματική Τράπεζα, την οποία σχετικά πρόσφατα απορρόφησε η τράπεζα, κληρονομώντας φυσικά και τα πληροφοριακά συστήματά της, για τα οποία η διοίκηση δεν έχει σαφή εικόνα σχετικά με την έκταση του αντίκτυπου του «προβλήματος του 2000» ή σχετικά με το πόσο θα κοστίσει η προσαρμογή τους.


Ο δεύτερος «πονοκέφαλος» είναι οι επιχειρήσεις πελάτες της τράπεζας που ενδεχομένως δεν θα μπορέσουν να λειτουργήσουν το 2000 λόγω του συγκεκριμένου προβλήματος και κατά συνέπεια δεν θα μπορέσουν να ανταποκριθούν στις δανειακές υποχρεώσεις τους, εξέλιξη φυσικά δυσάρεστη για μια τράπεζα, ιδιαίτερα αν εκδηλωθεί μαζικά.


Συνεπώς, η περίπτωση της Εθνικής Τράπεζας μπορεί να θεωρηθεί σημείο αναφοράς των υποστηρικτών της άποψης ότι η υπόθεση «millennium bug» δεν είναι μόνο τεχνικό θέμα.


Αλλη μια τράπεζα, η Xiosbank, έχει προχωρήσει ήδη εδώ και περισσότερο από ένα χρόνο στην προσαρμογή των εφαρμογών της για την εξέλιξη του έργου και έχει ενημερώσει την Ενωση Ελληνικών Τραπεζών. Εδώ το μέγεθος του προβλήματος είναι περιορισμένο, καθώς η τράπεζα δημιουργήθηκε σχετικά πρόσφατα και τα μηχανογραφικά συστήματά της είναι σύγχρονα. Στελέχη της τράπεζας πάντως εκφράζουν την πεποίθηση ότι το πρόβλημα του 2000 δεν λύνεται με μια απλή μετατροπή των διψήφιων πεδίων που αποθηκεύουν το έτος σε τετραψήφια, ιδίως στην περίπτωση που τα αρχεία ενημερώνονται με δεδομένα που προέρχονται από άλλες πηγές και ότι δεν είναι απλώς και μόνο θέμα μήκους του πεδίου, αν και σίγουρα αυτό είναι απαραίτητη προϋπόθεση. Οσον αφορά τα δεδομένα που εισάγονται μέσω διατραπεζικών συστημάτων, η τράπεζα έχει εγκαταστήσει ελέγχους που επιτρέπουν την είσοδο μόνο διορθωμένων δεδομένων.


Για την ορθή, γρήγορη, αποτελεσματική, αλλά και άνετη παροχή των υπηρεσιών των τραπεζών, χρειάζεται, ως γνωστόν, παράλληλα με τους κεντρικούς και περιφερειακούς υπολογιστές, ένας ευρύτατος μηχανικός εξοπλισμός και πληθώρα αυτοματοποιημένων συστημάτων, όπως συστήματα συναγερμού, ασφάλειας, ενδοεπικοινωνίας, ελέγχου εισόδου, καταγραφής χρόνου ενεργειών, κλιματισμού, τηλεπικοινωνίας, πυρόσβεσης κλπ., όπως και πληθώρα συσκευών και μηχανημάτων στα οποία έχουν ενσωματωθεί ηλεκτρονικοί επεξεργαστές.


* Οι ιδιαιτερότητες της βιομηχανίας


Στη βιομηχανία το ζήτημα γίνεται πολυδιάστατο, καθώς υπάρχουν μυριάδες ηλεκτρονικά εξαρτήματα συσκευών, συστημάτων αυτοματισμού και μετρήσεων, τα οποία διαθέτουν χρονικό προγραμματισμό (ή απλώς χρονικό μετρητή) και βρίσκονται διάσπαρτα στις παραγωγικές διαδικασίες. Το «πρόβλημα του 2000» στα υπολογιστικά συστήματα παραγωγής είναι πολύ εντονότερο από ό,τι στα υπολογιστικά συστήματα διαχείρισης, αφού σε κάθε δέκα υπολογιστικά συστήματα διαχείρισης στις βιομηχανικές επιχειρήσεις αντιστοιχούν περισσότερες από 200 «μικρές» υπολογιστικές συσκευές και αυτοματισμοί της παραγωγικής διαδικασίας. Πραγματικό πρόβλημα συνιστά ο εντοπισμός των συσκευών αυτών και των προβληματικών σημείων τους. Από αυτά, κάποια επιδέχονται τροποποίηση, ώστε να λειτουργούν με τετραψήφια καταχώριση ημερομηνίας, ενώ άλλα πρέπει απλώς να αντικατασταθούν. Και εκεί τίθενται τα ερωτήματα για το αν θα υπάρχουν οι συγκεκριμένοι προμηθευτές που θα είναι σε θέση να συνδράμουν αλλά και για το πώς θα εξασφαλιστεί η συμβατότητα με τον υπόλοιπο μηχανισμό των συσκευών που θα αντικατασταθούν ή θα διορθωθούν. Είναι γεγονός ότι μια σειρά αυτοματισμών και συστημάτων ελέγχου, κρίσιμης συχνά σπουδαιότητας για την παραγωγή, δεν θα είναι σε θέση να λειτουργήσουν το έτος 2000. Η σημασία του θέματος καταδεικνύεται αν σκεφθεί κανείς ότι υπάρχουν συστήματα ασφαλείας και αυτοματισμοί που ελέγχουν πυρηνικούς σταθμούς και που εμπεριέχουν φυσικά ημερομηνίες οι οποίες εμπλέκονται σε υπολογισμούς!


Μπορεί οι διαδικασίες διόρθωσης και αντικατάστασης συσκευών ή εξασφάλισης συμβατότητας των επί μέρους στοιχείων της παραγωγικής διαδικασίας να φαίνονται ως έκτακτα έξοδα, καλό όμως θα ήταν να μην αντιμετωπιστούν έτσι, αλλά ως μια επένδυση, η οποία αποτελεί πρόκληση για τον συνολικό εκσυγχρονισμό της επιχείρησης. Μια επιχειρηματική κίνηση που δεν επιδέχεται αναβολή και από της οποίας την αναγκαιότητα δεν είναι δυνατόν να εξαιρεθεί κανείς μπορεί να αποβεί προς όφελος της ανταγωνιστικότητας της επιχείρησης και του συνόλου. Η έγκαιρη και επιθετική πολιτική είναι δυνατόν να περιορίσει το κόστος σε σχέση με μια αμυντική αντιμετώπιση της τελευταίας στιγμής.


* Ο βαθμός ετοιμότητας


Το «πρόβλημα του 2000» δεν είναι ενιαίο σε όλο το φάσμα της αγοράς. Μικρές επιχειρήσεις με περιορισμένο εξοπλισμό ή εταιρείες με τελευταίας τεχνολογίας μηχανήματα δεν αντιμετωπίζουν πρόβλημα. Το βασικό πρόβλημα βρίσκεται στους μεγαλύτερους οργανισμούς. Ως σύγχυση θα μπορούσε να χαρακτηριστεί η κατάσταση που επικρατεί στην αγορά, καθώς ο τρόπος αντιμετώπισης του προβλήματος έγκειται στην κρίση και πρωτοβουλία της κάθε επιχείρησης. Δύο προβλήματα επισημαίνονται: αφενός οι λύσεις, σε ένα κομμάτι της αγοράς, δεν αναζητούνται εγκαίρως και αφετέρου οι ενέργειες που γίνονται στερούνται κάποιου κεντρικού συντονισμού. Σημειώνεται μεγάλη καθυστέρηση στη λήψη αποφάσεων, που εν μέρει οφείλεται στο ότι η απαιτούμενη επένδυση δεν είναι άμεσα παραγωγική. Πολύ μικρό ποσοστό έχει ήδη κινητοποιηθεί και βρίσκεται στη φάση της επίλυσης του προβλήματος, με αποτέλεσμα οι περισσότερες επιχειρήσεις να οδηγηθούν τελικά σε λύσεις υψηλού κινδύνου και/ή μερικής αντιμετώπισης του προβλήματος. Τολμώντας κάποια πρόβλεψη, θα λέγαμε ότι η καθυστερημένη κινητοποίηση ή η ελλιπής αντιμετώπιση του προβλήματος του 2000 θα προκαλέσει σοβαρές παρενέργειες σε ορισμένους οργανισμούς. Παράλληλα, η ζήτηση τις παραμονές προβλέπεται να είναι πολύ μεγαλύτερη από την προσφορά, με τις συνέπειες που κάτι τέτοιο επιφυλάσσει. Ωστόσο, ο επιχειρηματικός κόσμος πρέπει να κατανοήσει ότι δεν υπάρχουν περιθώρια ούτε αναβολής ούτε εξαίρεσης.


Τα παραπάνω επαληθεύει η έρευνα που πραγματοποίησε η ICAP, με τη συμβολή της Intrasoft, τον Μάιο του 1998, από την οποία προκύπτει ότι:


* Το 61% των επιχειρήσεων στην Ελλάδα δεν έχει ξεκινήσει ενέργειες για την επίλυση του «προβλήματος», ενώ μέρος τους δεν γνωρίζει καν τις πραγματικές συνέπειες.


* Το 80% των επιχειρήσεων δεν έχει εντοπίσει τα βασικά συστήματα τα οποία θα επηρεαστούν από το «πρόβλημα του 2000».


* Παρ’ ότι το 72% των επιχειρήσεων δεν έχει αναπτύξει μέσα στην εταιρεία τις εφαρμογές οικονομικής διαχείρισης και αποθηκών, μόνο το 32% έχει ζητήσει από εξωτερικούς συνεργάτες και προμηθευτές να επιληφθούν του θέματος.


* Τα αποτελέσματα πολώνονται προς τη θετική πλευρά λόγω της καλύτερης αντιμετώπισης της κατάστασης από τις μεγάλες επιχειρήσεις και τις τράπεζες με επίκεντρο την Αττική.


Τα στοιχεία αυτά αφήνουν περιθώρια για φόβους όχι μόνο για τη λειτουργία μεμονωμένων επιχειρήσεων, υπηρεσιών και οργανισμών αλλά και για την εθνική οικονομία. Κανείς δεν έχει την πρόθεση να υπολογίσει τα προβλήματα που θα δημιουργηθούν αν πλήθος επιχειρήσεων δεν μπορέσουν να λειτουργήσουν την Πρωτοχρονιά του 2000. Ποιος είναι σε θέση και ποιος τολμά να προβλέψει τον αντίκτυπο αυτού του ενδεχομένου στην οικονομία και στους δείκτες που την εκφράζουν;


Αν ωστόσο η γενική τάση είναι αυτή που περιγράφηκε, με τα όχι και τόσο ευοίωνα μηνύματα, υπάρχουν και εταιρείες που ήδη έχουν προετοιμαστεί ή ολοκληρώνουν την προετοιμασία τους. Οι εταιρείες αυτές αποτελούν εξαιρέσεις που λειτουργούν ως κινητήριες δυνάμεις για το σύνολο της αγοράς, αλλά και επιβεβαιώνουν τους κανόνες.


Η Panafon, αντιλαμβανόμενη ότι η όλη διαδικασία έχει μια συγκεκριμένη ημερομηνία λήξης, ξεκίνησε ήδη από το 1996 ένα έργο με στόχο την απογραφή, την εκτίμηση, τη μετατροπή, τον έλεγχο και την εφαρμογή ενεργειών που θα κριθούν απαραίτητες για να ξεπεράσει οποιοδήποτε πρόβλημα που θα μπορούσε να προκύψει από την αλλαγή της χιλιετίας. «Το σημαντικότατο στοιχείο είναι ότι δεν υπάρχει δυνατότητα δεύτερης προσπάθειας, πρέπει η πρώτη αντιμετώπιση να είναι επιτυχής» σχολιάζει ο κ. Ανδρέας Οικονόμου, διευθυντής πληροφορικής της Panafon.


Η Telestet προμηθεύτηκε νέο λογισμικό που λαμβάνει υπόψη του το θέμα του 2000. Τα υποπρογράμματα και οι εφαρμογές ­ που αφορούν κυρίως συνεργασία με προμηθευτές, τράπεζες κ.ά. ­ που δεν αλλάχτηκαν οι απαραίτητες διαδικασίες μετατροπής είναι ήδη δρομολογημένες.


Οργανισμοί για βοήθεια και πληροφορίες


Μια σειρά οργανισμοί σημειώνουν την κρισιμότητα του προβλήματος στη βιομηχανία και καταβάλλουν προσπάθεια να παρακινήσουν τις επιχειρήσεις να λάβουν μέτρα όσο είναι καιρός ακόμη. Ερευνα της Neaman Bond Associates, που διεξήχθη τον Οκτώβριο του 1997 σε περισσότερες από 1.000 ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, έδειξε την εξής αντίφαση: αν και αυτές σε ποσοστό περίπου 55% υποστήριζαν ότι είχαν καταρτίσει στρατηγική και περισσότερες από το 80% ότι είχαν προβλέψει προϋπολογισμό για την αντιμετώπιση του προβλήματος, λιγότερες από το 25% γνώριζαν πόσους κωδικούς λογισμικού αφορά το πρόβλημα και σε ποια σημεία του εξοπλισμού της επιχείρησης εντοπίζονταν. Προϋπολογισμός βέβαια μπορεί να γίνει μόνο με δεδομένο το στοιχείο αυτό. Αρκετές όμως επιχειρήσεις αδυνατούν να αντιμετωπίσουν την πολυπλοκότητα του προβλήματος με εσωτερικούς πόρους και ζητούν υπηρεσίες από εξωτερικούς συνεργάτες οι κυριότεροι από τους οποίους είναι:


* Το ΙΕΕΕ (Institute of Electrical and Electronic Engineers) διαθέτει ειδική πληροφοριακή σελίδα στο Internet (www. iee. org. uk/2000risk), η οποία ενημερώνει και παρακινεί τις επιχειρήσεις να σχεδιάσουν αμέσως τη στρατηγική τους για το θέμα.


* Η «Δράση 2000» παρέχει χρήσιμες πληροφορίες για κάθε στάδιο της διαδικασίας προς κατάσταση συμβατή με το 2000 (web site: www. bug2000.co.uk). Η βάση δεδομένων της περιλαμβάνει το μοντέλο συμβατότητας 35.000 προϊόντων.


* Η SAP, που ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 σχεδίασε όλα τα προϊόντα της στο σύστημα τετραψήφιας ένδειξης καταγραφής του έτους.


* Η Indelec Europe, εταιρεία βιομηχανικών αυτοματισμών, η οποία, σε συνεργασία με την αμερικανική εταιρεία Tava, παρέχει καθοδήγηση και εξειδικευμένες υπηρεσίες υποστήριξης στις βιομηχανικές επιχειρήσεις για την αντιμετώπιση του προβλήματος του 2000.


Το πρόγραμμα Plant Y2kOne καθοδηγεί βήμα προς βήμα τη διαδικασία εντοπισμού των ευαίσθητων σημείων μιας παραγωγικής διαδικασίας, ενώ διαθέτει ειδικές «μηχανές ερευνητές» (search engines), οι οποίες ελέγχουν τον βιομηχανικό εξοπλισμό και προσδιορίζουν τα σημεία που περιέχουν χρονικό προγραμματισμό.