ΧΡΥΣΟΦΟΡΟΣ αποδείχτηκε για μία ακόμη χρονιά ο κλάδος των ελληνικών θαλάσσιων ιχθυοκαλλιεργειών, ο οποίος και κατά το 1995 παρουσίασε εντυπωσιακό δυναμισμό. Το παρελθόν έτος οι επιχειρήσεις του κλάδου των ιχθυοκαλλιεργειών πραγματοποίησαν συνολικές πωλήσεις 38 δισ. δραχμών και καθαρά κέρδη 4 δισ. δραχμών. Ηταν μια θεαματική επίδοση η οποία έφερε τον συγκεκριμένο κλάδο όχι μόνο μεταξύ των πρώτων της ελληνικής βιομηχανίας τροφίμων αλλά και στην πρώτη θέση μεταξύ όλων των αντίστοιχων κλάδων των χωρών της μεσογειακής λεκάνης: αυτή τη στιγμή η ελληνική ιχθυοκαλλιεργητική παραγωγή αντιπροσωπεύει το 50% του συνόλου της παραγωγής όλων μαζί των μεσογειακών χωρών.


Οι ελληνικές ιχθυοκαλλιεργητικές επιχειρήσεις έδειξαν έντονη εξωστρέφεια, εξάγοντας το 70% της παραγωγής τους στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης. Η συνεισφορά του κλάδου υπήρξε και κατά το παρελθόν έτος αποφασιστική στη διαμόρφωση θετικού ισοζυγίου ιχθυηρών από έντονα αρνητικό που ήταν επί σειρά δεκαετιών. Σύμφωνα δε με εκτιμήσεις εκπροσώπων του κλάδου, το 1995 εισέρρευσε συνάλλαγμα της τάξης των 100 εκατ. δολαρίων.


Παρά την ανθηρή εικόνα που εμφανίζει ο κλάδος στο σύνολό του, η πλειονότητα των εταιρειών δεν μπόρεσε να βελτιώσει τη χρηματοοικονομική της κατάσταση κατά το 1995. Οι περισσότερες εταιρείες υστερούν κεφαλαιακά, εξαρτώνται έντονα από δανειακά κεφάλαια και η ρευστότητά τους δεν είναι η καλύτερη δυνατή. Αντιθέτως και κατά το 1995 ένας μικρός αριθμός εταιρειών κατόρθωσε να διατηρήσει μια καλή οικονομική κατάσταση η οποία του έδωσε τη δυνατότητα της πρωτοβουλίας των κινήσεων.


Ας δούμε, όμως, ποιες επιχειρήσεις συγκροτούν τον «σκληρό πυρήνα» των ελληνικών ιχθυοκαλλιεργειών και ποια ήταν η πορεία των εταιρειών αυτών κατά την παρελθούσα χρήση. Από την επεξεργασία των ισολογισμών των μεγαλύτερων επιχειρήσεων του κλάδου προκύπτει ότι οι 37 κερδοφόρες επιχειρήσεις κατόρθωσαν να πραγματοποιήσουν συνολικές πωλήσεις 23,3 δισ. δραχμών, συγκεντρώνοντας έτσι το 61% του συνολικού τζίρου του κλάδου. Οι ίδιες εταιρείες πραγματοποίησαν καθαρά κέρδη 3,6 δισ. δραχμών, τα οποία μάλιστα ήταν αυξημένα κατά 28% σε σχέση με τα συνολικά κέρδη του 1994. Ας σημειωθεί ότι οι κερδοφόρες εταιρείες του 1994 είχαν παρουσιάσει συνολικά καθαρά κέρδη 2,8 δισ. δρχ.


Το πλέον εντυπωσιακό συμπέρασμα που προκύπτει από την επεξεργασία των οικονομικών στοιχείων των ισολογισμών είναι ότι από τις 37 κερδοφόρες εταιρείες οι 12 επιχειρήσεις κατόρθωσαν να αποσπάσουν το 95% των συνολικών καθαρών κερδών του κλάδου. Ενδιαφέρον είναι επίσης το γεγονός ότι από τα 37 δισ. δραχμές που είναι η συνολική αξία των επενδεδυμένων κεφαλαίων του κλάδου σε πάγια στοιχεία τα 18,3 δισ. δρχ. (ποσοστό 50%) αναλογούν στις 37 κερδοφόρες εταιρείες.


Για το αμέσως επόμενο διάστημα μπορεί να θεωρήσει κανένας βέβαιο ότι θα υπάρξουν σημαντικές αλλαγές στον κλάδο, κυρίως δε θα καταγραφούν νέες εξαγορές και συγχωνεύσεις επιχειρήσεων, με στόχο την περαιτέρω συγκεντροποίηση του κλάδου. Ο όμιλος Στεφανή ήδη δεν κρύβει τη διάθεσή του να προχωρήσει τις συνομιλίες για εξαγορά παραγωγικών επιχειρήσεων του κλάδου, διαθέτοντας σημαντικά κεφάλαια που υπερβαίνουν το 1 δισ. δρχ.


Από την πλευρά του ο όμιλος επιχειρήσεων του Νηρέα θα καθετοποιήσει περαιτέρω τη δραστηριότητά του, μπαίνοντας και στον τομέα επεξεργασίας των ιχθυηρών. Σημαντικές επίσης είναι και οι εξελίξεις σε επίπεδο λιανικής πώλησης. Χαρακτηριστική από αυτή την άποψη είναι η πρόσφατα υπογραφείσα συμφωνία μεταξύ του ομίλου της Σελόντα – Riopesca και των καταστημάτων Marks & Spenser για τη διάθεση από τα τελευταία των προϊόντων του ελληνικού ομίλου επιχειρήσεων.