Τις δεκαετίες που έρχονται, η τεχνολογική πρόοδος είναι πολύ πιθανόν ότι θα επιβάλει σε παγκόσμια κλίμακα την υποκατάσταση των σταθερών τηλεπικοινωνιακών δικτύων, από ενσύρματα που είναι σήμερα, σε ασύρματα. Τότε, λόγω του ανταγωνιστικού περιβάλλοντος που θα διαμορφωθεί, οι τιμές των υπηρεσιών των δικτύων σε όλα τα επίπεδα θα διακρατούνται αναγκαστικά κοντά στο κόστος τους και δεν θα μπορεί να γίνει λόγος ότι παρεμποδίζουν την ανάπτυξη της κοινωνίας των πληροφοριών που βρίσκεται σε εξέλιξη. Αλλά για τα προσεχή χρόνια τα ενσύρματα δίκτυα θα συνεχίσουν να κυριαρχούν, με αποτέλεσμα οι εθνικοί τηλεπικοινωνιακοί οργανισμοί που τα εκμεταλλεύονται να διατηρήσουν τη μονοπωλιακή τους δύναμη, τουλάχιστον σε τοπικό επίπεδο. Ως εκ τούτου ο κίνδυνος να διαμορφώνουν τιμές υπηρεσιών σημαντικά πάνω από το κόστος τους είναι υπαρκτός και γι’ αυτό τίθεται θέμα παρέμβασης εκ μέρους της πολιτείας με δύο στόχους: πρώτον, το κόστος των υπηρεσιών των δικτύων να βρίσκεται κοντά στο σημείο της μεγίστης παραγωγικότητας των τηλεπικοινωνιακών οργανισμών· και, δεύτερον, οι τιμές τους να επιτρέπουν ένα κέρδος ίσο με το κόστος ευκαιρίας των κεφαλαίων που χρησιμοποιούνται.


Από τις παραπάνω γενικές και αδιαφιλονίκητες διαπιστώσεις προκύπτουν πολλά και δύσκολα ζητήματα για τις ρυθμιστικές αρχές. Ενα, π.χ., είναι το να προσδιορίσουν πόσο παραγωγικός είναι ο κυρίαρχος τηλεπικοινωνιακός οργανισμός που ελέγχουν και πόσο απέχει από τους αντίστοιχους οργανισμούς που προπορεύονται από αυτή την άποψη. Ενα άλλο είναι το να εξειδικεύσουν τα πρότυπα και τις διαδικασίες με τις οποίες θα προσδιορίζεται το κόστος κάθε διακεκριμένης υπηρεσίας του δικτύου. Και ακόμη ένα άλλο είναι το να θέσουν τους κανόνες της τιμολόγησης ώστε ο προαναφερθείς περιορισμός στην απόδοση των κεφαλαίων των τηλεπικοινωνιακών οργανισμών να ικανοποιείται κυρίως μέσα από συνεχή προσπάθεια για τη βελτίωση της παραγωγικότητάς τους. Στη χώρα μας, με την πρωτοπορία της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ), γίνεται συστηματική προσπάθεια σε όλα αυτά τα μέτωπα και είμαι βέβαιος ότι, αργότερα η γρηγορότερα, οι τιμές για τις υπηρεσίες του δικτύου του ΟΤΕ θα συγκλίνουν στο κόστος της παραγωγής τους. Φοβάμαι όμως ότι και τότε θα είναι αρκετά υψηλές σε σύγκριση με τις αντίστοιχες υπηρεσίες στις χώρες της Δύσης, με αποτέλεσμα να επιδρούν επιβραδυντικά στους ρυθμούς ανάπτυξης της δικής μας κοινωνίας των πληροφοριών. Γι’ αυτό προτείνω να προβληματισθούμε πάνω στην ακόλουθη προσέγγιση:


1. Η ελαστικότητα της ζήτησης για υπηρεσίες δικτύου εξαρτάται από την αγορά στην οποία προσφέρονται. Αν και δεν υπάρχουν συγκεκριμένες μετρήσεις, μια εύλογη υπόθεση είναι το να θεωρήσουμε ότι η ελαστικότητα της ζήτησης για υπηρεσίες φωνητικής τηλεφωνίας είναι μικρότερη από εκείνη της ζήτησης για τη μεταφορά δεδομένων και εικόνων. Κατά συνέπειαν, ακολουθώντας την οικονομική λογική του διαφορισμού των τιμών, δικαιολογείται τα τιμολόγια της φωνητικής τηλεφωνίας να διαμορφώνουν μια μέση τιμή υψηλότερη από τη μέση τιμή για χρήσεις όπως στην εκπαίδευση, στην επαγγελματική απασχόληση, στο ηλεκτρονικό εμπόριο κ.α.


2. Για να μπορεί να διαφοροποιήσει ο ΟΤΕ τα τιμολόγιά του στις δύο αγορές, δηλαδή στη φωνητική τηλεφωνία και στις άλλες χρήσεις, θα πρέπει οι καταναλωτές στην αγορά με τις ακριβές τιμές (φωνητική τηλεφωνία) να μην μπορούν να προμηθεύονται από τη φθηνότερη (άλλες χρήσεις). Αυτός ο περιορισμός απαιτεί να υπάρχει ένας μηχανισμός ο οποίος να τιμολογεί τις υπηρεσίες των γραμμών ανάλογα με τη χρήση τους.


3. Ο τελευταίος μηχανισμός, με τη σειρά του, προϋποθέτει, πρώτον, τον σχεδιασμό και την εγκατάσταση κάποιου αποκωδικοποιητή ο οποίος να διακρίνει πώς χρησιμοποιείται η γραμμή και, δεύτερον, ένα σύστημα αυτόματης χρέωσης.


Προσωπικά εκτιμώ ότι η προσέγγιση αυτή είναι οικονομικά βάσιμη γιατί, χωρίς να θίγει τις γενικές αρχές της οικονομικής ευρωστίας του ΟΤΕ, θα έδινε σημαντική ώθηση στην ανάπτυξη της κοινωνίας των πληροφοριών και επομένως στην παραγωγικότητα των πόρων στη χώρα μας. Αλλά δεν γνωρίζω αν είναι τεχνικά εφικτή. Γι’ αυτό επιφυλάσσομαι να πληροφορηθώ και να επανέλθω.


Ο κ. Γεώργιος Κ. Μπήτρος είναι καθηγητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών.