H ΕΜΠΛΟΚΗ του επενδυτικού βραχίονα του ομίλου Marfin (Marfin Capital) στον χώρο της ιδιωτικής υγείας με την απόκτηση του 49% του θεραπευτηρίου Υγεία καταδεικνύει το μεγάλο ενδιαφέρον που έχει προκύψει για τον κλάδο. Ο τζίρος των ιδιωτικών υπηρεσιών υγείας το 2004 προσέγγισε τα 1,2 δισ. ευρώ – τεράστιο νούμερο – το οποίο εμφανίζει αυξητικές τάσεις, λόγω της αδυναμίας των κρατικών μονάδων να ανταποκριθούν στοιχειωδώς στις απαιτήσεις των πολιτών αλλά και στην άνοδο του βιοτικού επιπέδου των Ελλήνων. Ετσι, πέρα από τους παραδοσιακούς επιχειρηματίες, ο κλάδος προσελκύει και εταιρείες που διαχειρίζονται λεφτά τρίτων, οι οποίες διαβλέπουν στην υγεία μεγάλες προοπτικές ανάπτυξης και κρυφές υπεραξίες. H Marfin έκανε την έκπληξη αποκτώντας το Υγεία, αφού οι φήμες που είχαν κυκλοφορήσει στην αγορά και είχαν απογειώσει τη μετοχή εμφάνιζαν ως επίδοξους μνηστήρες επιχειρηματίες του χώρου. Το Υγεία τα τελευταία χρόνια ακολουθούσε πτωτική πορεία και η διοίκηση της εταιρείας υπό την κυρία I. Αρβανίτη έψαχνε τρόπο να απεμπλακεί. Το τίμημα για πολλούς – ακόμη και από τον ίδιο τον αγοραστή – θεωρείται φθηνό. Ισως έτσι εξηγείται η διατήρηση από την κυρία Αρβανίτη ικανού ποσοστού (23,8%) στο μετοχικό κεφάλαιο του Υγεία με στόχο μελλοντικά κέρδη από την αναδιάρθρωση της μονάδας.


Τι κέντρισε το ενδιαφέρον της Marfin και μπήκε σφήνα την τελευταία στιγμή στην αγορά του Υγεία; Την απάντηση δίνει η σημαντική αύξηση που παρουσιάζει τα τελευταία χρόνια ο κύκλος εργασιών των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στον χώρο της ιδιωτικής υγείας. Ο ετήσιος τζίρος των μεγαλύτερων επιχειρήσεων ξεπερνά το 1,2 δισ. ευρώ και τα περιθώρια ανάπτυξης είναι μεγάλα, γεγονός που εξηγεί την ελκυστικότητα που παρουσιάζει ο συγκεκριμένος κλάδος για υποψήφιους επενδυτές.


Την οκταετία 1997-2004 οι δαπάνες των ελληνικών νοικοκυριών σε ιδιωτικές υπηρεσίες υγείας «έτρεξαν» με μέσο ετήσιο ρυθμό της τάξης του 13% και ξεπέρασαν το 2004 τα 1,18 δισ. ευρώ από 0,5 δισ. ευρώ το 1997. Παράλληλα το μερίδιο της ιδιωτικής συμμετοχής στο σύνολο των δαπανών υγείας αυξάνεται σταδιακά, προσεγγίζοντας σήμερα ποσοστό της τάξης του 50%. Τα παραπάνω στοιχεία προκύπτουν από μελέτη που διενήργησε ο τομέας ICAP Management Consultance για τις «ιδιωτικές υπηρεσίες υγείας».


* Τρεις βασικές κατηγορίες


Οι ιδιωτικές υπηρεσίες υγείας διακρίνονται σε τρεις βασικές κατηγορίες: τις ιδιωτικές κλινικές με τζίρο 0,73 δισ. ευρώ το 2004 και μερίδιο αγοράς 61,4%, τις ιδιωτικές μαιευτικές κλινικές με τζίρο 0,18 δισ. ευρώ το 2004 και μερίδιο 15,5% και τα ιδιωτικά διαγνωστικά κέντρα με τζίρο 0,28 δισ. ευρώ και μερίδιο 23,1%. Σύμφωνα με τους ερευνητές της ICAP, στον χώρο των ιδιωτικών κλινικών τα μεγαλύτερα μερίδια για το 2005 κατείχαν οι εταιρείες Ιατρικό Αθηνών και Υγεία, ενώ μεταξύ των μαιευτικών κλινικών σημαντικά μερίδια καταλαμβάνουν το Ιασώ και το Μητέρα. Τέλος, στον τομέα των διαγνωστικών κέντρων ηγετική θέση κατέχουν οι εταιρείες Βιοϊατρική και Euromedica.


Σχετικά με τους δείκτες κερδοφορίας, τα ευρήματα της μελέτης της ICAP δείχνουν ότι υπάρχει μια σημαντική ανάκαμψή τους την τελευταία πενταετία. Συγκεκριμένα, το μέσο μεικτό περιθώριο κέρδους του κλάδου ανήλθε το διάστημα 2000-2004 σε 7,16%.


* H διάρθρωση του κλάδου


Παράγοντες του κλάδου υγείας εκτιμούν ότι, με τις ισχύουσες συνθήκες και τάσεις, η αγορά των ιδιωτικών υπηρεσιών υγείας θα συνεχίσει την ανοδική πορεία της και το 2006. Συγκεκριμένα, η άνοδος του κύκλου εργασιών των ιδιωτικών θεραπευτηρίων αναμένεται στο 15% σε ετήσια βάση, των μαιευτηρίων σε 5%-6% και των διαγνωστικών κέντρων σε 5%. Οι ίδιοι κύκλοι εκτιμούν ότι είναι σχεδόν βέβαιον ότι τα επόμενα χρόνια θα αλλάξει ριζικά η εικόνα της ιδιωτικής υγείας στην Ελλάδα καθώς, όπως έχει δείξει η ευρωπαϊκή εμπειρία, η ιδιοκτησία ιδιωτικών κλινικών μεταβιβάζεται σταδιακά από ομάδες ιατρών σε μεγάλους χρηματοοικονομικούς ομίλους ή ασφαλιστικούς οργανισμούς, οι οποίοι με τη σειρά τους εισάγουν σύγχρονες μεθόδους προώθησης πωλήσεων, με γνώμονα την ποιοτική αναβάθμιση των παρεχόμενων υπηρεσιών.


Χαρακτηριστικό παράδειγμα η Marfin, που απέκτησε αιφνιδιαστικά το 49% του θεραπευτηρίου Υγεία αντί 53,7 εκατ. ευρώ. H εξαγορά έγινε από τον επενδυτικό βραχίονα της Marfin, τη Marfin Capital, γεγονός που προοιωνίζεται την εκ νέου μεταβίβαση της εταιρείας στο απώτερο μέλλον, αφού, όπως λένε χαρακτηριστικά στη Marfin: «Δεν φιλοδοξούμε να γίνουμε κλινικάρχες». Το Υγεία το ήθελαν και άλλοι επιχειρηματίες του κλάδου αλλά τελικά η οικογένεια Αρβανίτη την τελευταία στιγμή προτίμησε τη Marfin που έδωσε και το υψηλότερο τίμημα.


* H αναδιοργάνωση της εταιρείας


Πρόθεση της Marfin είναι η αναδιοργάνωση της εταιρείας, η περαιτέρω μετοχοποίησή της προς τους γιατρούς και η επέκταση των εργασιών της μέσα από στρατηγικές κινήσεις στα πλαίσια της απαραίτητης συγκέντρωσης δυνάμεων και συμπράξεων στον χώρο της υγείας. Σε πρώτη φάση θα γίνει μια αύξηση κεφαλαίου στην οποία θα κληθούν να συμμετάσχουν οι γιατροί του Υγεία. Το Υγεία, το οποίο φιγουράρει στη δεύτερη θέση των ιδιωτικών κλινικών με μερίδιο αγοράς 9,8%, απασχολεί 1.019 άτομα και διαθέτει 283 κλίνες.


Στο στόχαστρο επενδυτικού fund από το Λονδίνο είναι και το μαιευτήριο Ιασώ. Και εκεί οι μέτοχοι δεν είναι ευχαριστημένοι από το management των γιατρών και θα έβλεπαν με καλό μάτι τη συμμετοχή επαγγελματιών στη διεύθυνση της εταιρείας. H πρόταση του αγγλικού fund προβλέπει την εξαγορά του 15% του μετοχικού κεφαλαίου και την άσκηση της διοίκησης. Το Ιασώ κατέχει μερίδιο αγοράς 40% στον κλάδο των μαιευτηρίων, απασχολεί 845 άτομα, διαθέτει 323 κλίνες και το 2004 είχε τζίρο 74 εκατ. ευρώ.


Ο leader του χώρου των ιδιωτικών κλινικών, το Ιατρικό Κέντρο με μερίδιο 24,9% του κ. Γ. Αποστολόπουλου, έχει θέσει ως στόχο την επέκταση του ομίλου στα Βαλκάνια η οποία θα γίνει μέσω της δημιουργίας διαγνωστικών κέντρων, καθώς πρόκειται για επενδύσεις με ελάχιστο κόστος, με περιορισμένο ρίσκο, βραχυχρόνιο ορίζοντα απόσβεσης και κυρίως γιατί μέσω των διαγνωστικών κέντρων παρέχεται το συγκριτικό πλεονέκτημα να κάνει ένας επιχειρηματίας του χώρου πιο εύκολα το επόμενο βήμα ανάπτυξης (π.χ. ίδρυση κλινικής). Το Ιατρικό Κέντρο απασχολεί 2.533 άτομα και διαθέτει περί τις 1.200 κλίνες και το 2005 θα έχει τζίρο πάνω από 200 εκατ. ευρώ.


H Euromedica του κ. Θ. Λιακουνάκου, από τους άμεσα ενδιαφερομένους να αποκτήσει το Υγεία, με επιστολή της στο XA τόνισε ότι ενδιαφέρεται για εξαγορά νοσηλευτικής μονάδας αλλά ταυτόχρονα εξετάζει και τη δημιουργία εξ υπαρχής μιας νέας νοσηλευτικής μονάδας στην Αθήνα. H Euromedica είναι τέταρτη σε μερίδιο αγοράς στον κλάδο των ιδιωτικών κλινικών με ποσοστό 6,6% και δεύτερη στα διαγνωστικά κέντρα με μερίδιο 7,9%. Απασχολεί 826 άτομα, διαθέτει 680 κλίνες και το 2005 θα έχει ενοποιημένο τζίρο περί τα 130 εκατ. ευρώ.


Στα μαιευτήρια, μετά το Ιασώ, δεύτερο σε μερίδιο αγοράς είναι το Μητέρα με ποσοστό 31%, το οποίο έχει εκδηλώσει ενδιαφέρον να εισαχθεί στη Σοφοκλέους. Το Μητέρα έχει 362 κλίνες, απασχολεί 735 άτομα και είχε τζίρο το 2004 πάνω από 57 εκατ. ευρώ. Στην πέμπτη θέση των ιδιωτικών κλινικών βρίσκεται η Ευρωκλινική που ανήκει στη Eureko και διευθύνεται από την κυρία Πόλυ Ζησιμοπούλου. H Ευρωκλινική απασχολεί 411 άτομα, διαθέτει 125 κλίνες και το 2004 είχε τζίρο 40 εκατ. ευρώ.


Πώς φθάσαμε στην εξαγορά


H οικογένεια Αρβανίτη απέκτησε τον έλεγχο του θεραπευτηρίου Υγεία το καλοκαίρι του 1990. H συμφωνία είχε υπογραφεί με μεγάλη μυστικότητα στο Λονδίνο. Πωλητής ήταν η αμερικανική ΑΜΙ, η οποία θα μεταβίβαζε το 72% της κλινικής στην οικογένεια, που ως τότε δεν είχε εμπλακεί στον χώρο της υγείας. Τα χρήματα της οικογένειας Αρβανίτη προέρχονταν κυρίως από τη βιομηχανία χυμών που διέθετε στην Αρτα. Το Υγεία λόγω του πολύ καλού τεχνολογικού εξοπλισμού αλλά και του εξειδικευμένου προσωπικού ήταν συνώνυμο της ποιότητας στην παροχή ιατρικών υπηρεσιών αλλά και στην ξενοδοχειακή υποδομή.


Το Υγεία εισήχθη στο Χρηματιστήριο τον Ιούνιο του 2002. Από το 1996 ως το 2001 παρουσίαζε μέση αύξηση κερδών 34,9% και κύκλου εργασιών 14,3%. Ο κύκλος εργασιών του Υγεία το 2001 ανήλθε στα 74,5 εκατ. ευρώ και τα κέρδη προ φόρων στα 15 εκατ. ευρώ. Την ίδια χρονιά το περιθώριο λειτουργικού κέρδους προσέγγιζε το 26%.


Ηταν η τελευταία χρονιά ανόδου των μεγεθών, καθώς η διοίκηση της εταιρείας υπό την κυρία Ισαβέλλα Αρβανίτη βρέθηκε αντιμέτωπη με δύο σημαντικά γεγονότα που επηρέασαν τις αποδόσεις του θεραπευτηρίου: κατ’ αρχάς διεκόπη η συνεργασία με τις ασφαλιστικές εταιρείες (γενικό φαινόμενο του κλάδου) από την οποία το Υγεία έβγαζε πολλά χρήματα· επιπλέον υπήρξε μια ομαδική φυγή γιατρών προς το Ιασώ General (πρώην HPA) που είχε εξαγορασθεί από το Ιασώ. Ετσι η εταιρεία προχώρησε στην πρώτη επί τα χείρω αναθεώρηση των προβλέψεών της το 2002 όταν χαρακτηριστικά δήλωνε προς το XA: «Σημειώθηκε μια απρόσμενη και απρόβλεπτη μείωση στους εισερχόμενους ασθενείς που εκτιμάται ότι θα οδηγήσει σε αρνητική απόκλιση των εσόδων για τη χρήση 2002 περίπου 10% ως 11% από τις αρχικές προβλέψεις. H διοίκηση δεν προχωρεί στην περικοπή διαφόρων λειτουργικών δαπανών διότι, όπως υποστηρίζει, επιθυμεί να διαφυλάξει την υψηλή ποιότητα των παρεχόμενων ιατρικών υπηρεσιών και την ομαλή λειτουργία του θεραπευτηρίου σε συνάρτηση με τις αυξημένες απαιτήσεις που συνεπάγονται οι υπό εξέλιξη μεγάλες επενδύσεις. Ετσι ο συνολικός κύκλος εργασιών για τη χρήση 2002 εκτιμάται ότι θα ανέλθει σε 73,4-74 εκατ. ευρώ και τα κέρδη προ φόρων στα 8,1-8,6 εκατ. ευρώ».


Από τότε η εταιρεία δεν σήκωσε κεφάλι και σύμφωνα με τα τελευταία ενοποιημένα στοιχεία του εννεαμήνου του 2005 εμφάνισε ζημιές ύψους 1,13 εκατ. ευρώ. H κυρία Αρβανίτη, εδώ και δύο χρόνια έψαχνε να βρει αγοραστή. Μίλησε με πολλούς επιχειρηματίες, συμφώνησε τελικά με τον κ. Βγενόπουλο, ο οποίος την έπεισε ότι η εταιρεία έχει κρυμμένες υπεραξίες, γι’ αυτό και δεν μεταβίβασε το σύνολο των μετοχών της αλλά διατηρεί το 23,8% του Υγεία.