Στο σύμπαν του Σέπαρντ δεν υπάρχουν εγγυήσεις. Ακόμη και οι δεσμοί αίματος έχουν καταλυθεί. H οικογένεια, αυτή η παραδοσιακότερη από όλες τις ασφαλιστικές δικλίδες, δεν λειτουργεί πια. Οχι μόνο δεν μπορεί να προσφέρει αγάπη αλλά ούτε την αίσθηση κοινής καταγωγής, την πρωταρχική αίσθηση ταυτότητας δεν μπορεί να μεταγγίσει, καθώς τα μέλη της δεν φαίνεται να μοιράζονται ούτε καν κοινές αναμνήσεις.
Το ερωτικό πάθος στέλνει το αθώο θύμα του στο νοσοκομείο. Ο αφοσιωμένος αδελφός διοχετεύει την ορμή του σε εκδικητικό μίσος. Ο αδιάφορος πατέρας επιμένει να κυνηγάει ελάφια και φτάνει να πυροβολεί ανθρώπους. H εγκαταλελειμμένη μητέρα στήνει από την αρχή το παιδικό δωμάτιο του γιου της, να τον ταΐζει ad infinitum με το κουτάλι. H νεαρή αδελφή αναχωρεί συνέχεια προς αγνώστους προορισμούς μόνο και μόνο για να γυρίσει ξανά στο σπίτι που δεν ανήκει.
H συνύπαρξή τους κάτω από την ίδια στέγη διεκπεραιώνεται μηχανικά, όπως μηχανικά υποδύονται τους ρόλους που έσπευσαν πρόχειρα να οικειοποιηθούν προκειμένου να εξορκίσουν το κενό. Ζηλιάρης εραστής, ακούραστος υπερασπιστής της οικογενειακής τιμής, υπομονετικός κυνηγός, μανιώδης εκδικητής, μοναχικός ταξιδιώτης των αμερικανικών συνόρων: τα συνήθη πρότυπα είναι όλα εκεί, άμεσα διαθέσιμα, να φορεθούν σαν ρούχα δανεικά, ρούχα που προστατεύουν σε κρίσιμες στιγμές, μένουν όμως πάντοτε λίγο πιο στενά, λίγο πιο φαρδιά, ανοίκεια, ξένα.
Οχι ότι οι ρόλοι, «το να υποκρίνεσαι», που λέει η Μπεθ, είναι απαραίτητα κάτι κακό. Χρειάζεται όμως σκέψη η επιλογή τους, και ευελιξία η ερμηνεία τους. H αλήθεια τους – το ψέμα τους – πρέπει να προκύψει οργανικά, μέσα από συνειδητές διαδικασίες, και όχι βεβιασμένα, μέσα από στερεοτυπικές μιμήσεις.
Κάποιοι από τους ήρωες το καταφέρνουν αυτό. Και περισσότερο από όλους η Μπεθ: η επίδοξη ηθοποιός, άτυχη σύζυγος του Τζέικ, αγαπημένη κόρη της Μεγκ και βάναυσα ξυλοκοπημένη Μπεθ. H νεαρή Μπεθ, με βέβαιη εγκεφαλική κάκωση και αβέβαιο μέλλον, με τσακισμένο σώμα και λόγο θρυμματισμένο, θα αρχίσει από την αρχή την περιπέτεια της ύπαρξης, εκπέμποντας αυτή την παράξενη σοφία των παιδιών που όχι μόνο γνωρίζουν ενστικτωδώς τις απαντήσεις στα μεγάλα ερωτήματα αλλά δεν φοβούνται και να τα θέσουν.
H Μπεθ θα δοκιμάσει πολλούς ρόλους και πολλά κοστούμια προτού καταλήξει σε αυτό που εκφράζει την προσωπικότητά της, την παλιά και την καινούργια, χωρίς να νοιάζεται αν αυτό το αλλοπρόσαλλο χρωματικό και στυλιστικό μείγμα εκκεντρικών αξεσουάρ και έντονου μακιγιάζ τρομάζει τους γύρω της. Τώρα που ξέρει τι θέλει, κανένας δεν θα την εμποδίσει να το διεκδικήσει. Ο Σέπαρντ θεωρεί πιθανή μια νέα αποτυχία: η σκηνή του τέλους με τον Φράνκι φασκιωμένο και εγκλωβισμένο στην αγκαλιά της παραμένει αινιγματική ως προς την έκβαση της σχέσης τους. Ακόμη όμως και αν ο Φράνκι τελικά την αρνηθεί, η Μπεθ θα έχει κάνει το απαραίτητο άλμα. Ενα ακόμη «ψέμα του μυαλού»; Πιθανώς. Πιθανώς δεν μπορούμε να εξοντώσουμε τα ψέματα, πιθανώς να είναι απαραίτητα για τη σωτηρία μας: αρκεί να τα γνωρίζουμε ως τέτοια, αρκεί να μην είναι δανεικά.
Δεν ξέρω πώς ένα τέτοιο κείμενο, τόσο γενναιόδωρο σε ρόλους, τόσο ανοιχτό σε συγκινησιακά κρεσέντο, μπορεί να αποδοθεί τόσο στεγνά και τόσο μονοκόμματα όσο στη νέα δουλειά του Τάσου Μπαντή και των συνεργατών του. H παράσταση που είδαμε στο Εμπρός αποτυγχάνει σε όλα σχεδόν τα ζωτικά επίπεδα. Απόλυτη απουσία ατμόσφαιρας, αυτής της σχεδόν ονειρικής αίσθησης μέσα στην οποία μοιάζουν να κινούνται οι ήρωες του Σέπαρντ, φιγούρες σκοτεινές που διασχίζουν αχανείς εκτάσεις βυθισμένες στη μελαγχολία της μοναξιάς τους. H μελαγχολία συναντάται – εδώ – απλώς ως στοιχείο διακοσμητικό, υπό μορφήν μπλουζ τραγουδιών που συνοδεύουν φευγαλέα τις μεταβάσεις. H πλέον παλιακή σκηνογραφική αντίληψη έρχεται να παρασύρει κάτω από τα ροδάκια της και τα τελευταία ψήγματα ψευδαισθήσεων: ένα μεγάλο μαύρο κάδρο που κάθε λίγο σέρνεται θορυβωδώς από τη μια άκρη της σκηνής στην άλλη, δήθεν θεατρικό περίβλημα για τις Πράξεις της ζωής των δύο οικογενειών, με την πλαστική κουρτίνα να ανοιγοκλείνει και τους ηθοποιούς να το σπρώχνουν στωικά, το απαύγασμα του περιττού, που μονάχα ως μνημείο στην εποχή των τυραννοσαύρων αξίζει να το επισκεφθεί κανείς. Τίποτε δεν καταφέρνει να γλιτώσει την παράσταση από την αχλύ ασάφειας και υποτονικότητας μέσα στην οποία περιφέρεται: δεν υπάρχει πουθενά η εντύπωση μιας γενικότερης σύλληψης, μιας κυρίαρχης κατεύθυνσης προς την οποία να κινείται το εγχείρημα, παρά μόνο άρρυθμες προσπάθειες εκ μέρους των ηθοποιών να τοποθετηθούν όπου και όπως μπορούν. Το μόνο θετικό που θα μπορούσαμε να πούμε για τη σκηνοθεσία είναι ότι ανέδειξε τα στοιχεία πικρής κωμωδίας και θεάτρου του παραλόγου που υπάρχει στο κείμενο, ειδικά στη σκηνή του τέλους – τη μόνη καλή της παράστασης.
Κακές, κάκιστες ερμηνείες από τον Τάσο Νούσια και τον Αγη Εμμανουήλ: ο πρώτος εντελώς στημένος σε κάθε του κίνηση, ο δεύτερος, ό,τι πιο άχρωμο και άοσμο. Λίγο καλύτερος ο Ιωσήφ Πολυζωίδης αλλά και αυτός επιδερμικά κινούμενος. Ανώδυνος ο Γιώργος Μωρόγιαννης ως πατέρας, ανύπαρκτη η Μαρία Ζορμπά ως αδελφή. H Αννα Μακράκη περιορίζεται στις ευκολίες της: χαριτωμένες αλλά ανεπαρκείς.
Φωτεινή εξαίρεση η Ολγα Δαμάνη – δίνει τόσο πειστικά την αίσθηση μιας γυναίκας κακοποιημένης, που έχει ελαφρώς ξεφύγει από την πραγματικότητα, εξακολουθεί όμως να επιστρέφει σε αυτήν γεμάτη στοργή για όσους την χρειάζονται. Τέλος η Εκάβη Ντούμα μεταφέρει με μεγάλη ευαισθησία το επώδυνο ταξίδι της Μπεθ, διασώζοντας έτσι από την καταστροφή την ιδιαίτερη λάμψη της ηρωίδας της.



