Μια γνωριμία με τις μαριονέτες που παρελαύνουν στο Γυάλινο Μουσικό Θέατρο
Δέκα χρόνια πριν ο Ντούπι είχε μόνο πέντε κλωστές αλλά πολύ γρήγορα απέκτησε 25. Εξυπνος, πονηρούλης, «πειραχτήρης» και εξαιρετικά ντροπαλός με τις γυναίκες, ταξίδεψε για αρκετά χρόνια με το μουσικό συγκρότημά του στις πόλεις του κόσμου. Εκτός από την κιθάρα, τον χορό και το τραγούδι, κουβαλούσε πάντα μαζί του και ένα μήνυμα μυστικό, χαραγμένο βαθιά στην ημιπολύτιμη καρδιά του.
Τον εφετεινό χειμώνα γνώρισε για πρώτη φορά τα φώτα της δημοσιότητας. Για όσους δεν τον γνωρίζουν ήδη από τις προηγούμενες εμφανίσεις του, ο Ντούπι είναι η μαριονέτα που συμμετέχει μαζί με τους Αγαμους Θύτες στο Γυάλινο Μουσικό Θέατρο. «Πατέρας» του είναι ο Φρανσίσκο Μπρίτο, ένας Ισπανός γεννημένος στα Κανάρια νησιά που ήρθε πριν από 25 χρόνια για διακοπές στην Ελλάδα και τελικά… πολιτογραφήθηκε Ελληνας. «Βρισκόμουν στο Παρίσι για να σπουδάσω θέατρο ώσπου μια μέρα είδα τις κούκλες του Αλεξ Μιχαλόφσκι και σκέφθηκα: Αυτό θέλω να κάνω. Ενα θέατρο με κύρια υλικά του τη χαρά, την αγάπη και τη φαντασία, ένα θέατρο βασισμένο στη μουσική και στην κίνηση, που να μπορεί να ταξιδέψει παντού!». Ο Ντούπι γεννήθηκε από τα χέρια του Φρανσίσκο λίγα χρόνια αργότερα με τη βοήθεια του Αλεξ και ο θίασός του πήρε το όνομα La Linda.
Από τα μέλη του θιάσου επέζησαν ως σήμερα μόνο ο Ντούπι και η Μαρούκα, μια βραζιλιάνα χορεύτρια που τραγουδά κουβανέζικα τραγούδια, γεννημένη και αυτή από την καρδιά του Φρανσίσκο. «Στο Γυάλινο Θέατρο η Μαρούκα είναι παντρεμένη με τον Θοδωρή Αθερίδη, ο γάμος της όμως δεν πάει καλά και βγαίνει συνεχώς προς αναζήτησιν νέου εραστή!».
Για το ταίρι του όμως ψάχνει, με τη βοήθεια του φίλου του Ιεροκλή Μιχαηλίδη, και ο Ντούπι. «Κάθε βράδυ ανεβάζουμε στη σκηνή μια κοπέλα που του αρέσει. Οι περισσότερες στην αρχή είναι σφιγμένες, ο Ντούπι όμως είναι πολύ τρυφερός μαζί τους και τις κερδίζει σιγά σιγά με σκοπό να τις… πάει στο καμαρίνι του. Τις πιο πολλές φορές μάλιστα τον ερωτεύονται και αυτός, για να μη νομίσουν ότι είδαν ένα όνειρο, τους χαρίζει ένα λουλούδι».
Ο Φρανσίσκο ισχυρίζεται ότι μεταδίδει κάθε φορά τόση ζωή στις κούκλες του που μόλις βγαίνουν πάνω στη σκηνή αυτός παύει να υπάρχει και απλώς ακολουθεί τις σκέψεις τους. «Χρειάζεται μόνο να τις κρατάω για να μην πέσουν, δεν είμαι όμως εγώ εκείνος που μιλάει με το στόμα τους». Στα λόγια του επανέρχονται λέξεις όπως ποίηση και όνειρο μαζί με ένα χαμόγελο κάθε φορά που του ζητάμε να επιλέξει στιγμές από την πρώτη αυτή εμπειρία της «μεγάλης» σκηνής. «Είναι καταπληκτικό το πόση ζωή παίρνουν ο Ντούπι και η Μαρούκα όχι μόνο από εμένα αλλά και από τους θεατές. Λες και κάθε φορά που αγγίζουν έναν άνθρωπο παίρνουν ένα κομμάτι από την ψυχή του. Πολλές φορές, όταν τις πλένω και τις καθαρίζω για να τους φορέσω τα καινούργια τους ρούχα, εύχομαι να τα καταφέρουν μια μέρα και να φύγουν από τις κλωστές…».



