Στη δεκαετία του ’70, οι ιστορικοί της Αφρικής έδιναν έμφαση στη μελέτη των πολιτικών θεσμών και των οικονομικών δομών. Στη δεκαετία του ’80, η ιστοριογραφία στράφηκε προς τη διερεύνηση του πολιτισμού ως του κεντρικού παράγοντα για την κατανόηση του παρελθόντος της ηπείρου. Το βιβλίο του John Lliffe, καθηγητή της αφρικανικής ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Cambridge, είναι η πρώτη προσπάθεια συγγραφής μιας γενικής ιστορίας της ηπείρου με βασικό ερμηνευτικό εργαλείο την πληθυσμική και δημογραφική αλλαγή. «Κάθε αγροτική ιστορία» σημειώνει ο συγγραφέας «πρέπει να επικεντρώνεται στην ιστορία του πληθυσμού» (σελ. 3). Και τονίζει ότι «η πληθυσμική αλλαγή είναι το νήμα που δένει την αφρικανική ιστορία» (σελ. 5). Οι Αφρικανοί, την περίοδο που προηγήθηκε της αποικιοκρατίας, γράφει ο Lliffe, πάλευαν σε ένα αφιλόξενο περιβάλλον προσπαθώντας να αντιμετωπίσουν θανατηφόρες αρρώστιες (η πανούκλα, για παράδειγμα, οδήγησε τη Βόρεια Αφρική σε πέντε αιώνες παρακμής) και αναζητώντας σπάνιους και διασκορπισμένους πόρους. Με εξαίρεση τα ορυκτά που αποκτούν αξία με τη χρήση τους σε εξελιγμένες βιομηχανικές οικονομίες η Αφρική ήταν (και είναι) φτωχή στους δύο φυσικούς πόρους που έχουν σημασία για τις γεωργικές κοινωνίες: το εύφορο έδαφος και το νερό. Ο συγγραφέας συμπεραίνει ότι η κύρια συμβολή των Αφρικανών στην παγκόσμια ιστορία είναι ότι «αποίκησαν μια ιδιαίτερα εχθρική περιοχή του κόσμου» (σελ. 1). Χάρη σε μια δημιουργική χρήση της φύσης και σε μια επιτυχημένη προσαρμογή σε αυτήν, οι κάτοικοι της ηπείρου κατάφεραν να επιβιώσουν, αν και σε μικρούς αριθμούς. Ως τα μέσα του 20ού αιώνα η ήπειρος αντιμετώπιζε έλλειψη και του τρίτου πλουτοπαραγωγικού πόρου: η Αφρική εστερείτο ανθρώπων.
Ισως τα πιο ενδιαφερόντα για τον δυτικό αναγνώστη κεφάλαια του βιβλίου είναι εκείνα που εξετάζουν τις δύο φάσεις της ξένης επιδρομής στην αφρικανική ήπειρο: το δουλεμπόριο και την αποικιοκρατία. Η μείωση του πληθυσμού που προκάλεσε το ατλαντικό δουλεμπόριο (τουλάχιστον 9.400.000 σκλάβοι έφθασαν στον Νέο Κόσμο την περίοδο 1451-1870) ήταν ένα σημαντικό δημογραφικό πλήγμα για την Αφρική. Ο διαμελισμός του νοτίως της Σαχάρας τμήματος της ηπείρου από τις ευρωπαϊκές δυνάμεις έγινε εφικτός, γράφει ο συγγραφέας, χάρη σε δύο σημαντικές ανακαλύψεις (σελ. 192). Η πρώτη ήταν το κινίνο. Η εισαγωγή του στη δεκαετία του 1850 μείωσε κατακόρυφα τους θανάτους των λευκών από μαλάρια, μια ασθένεια που στις αρχές του 19ου αιώνα, και μόνο σε ένα χρόνο, είχε σκοτώσει περίπου τους μισούς Ευρωπαίους που είχαν φθάσει στη Δυτική Αφρική. Η δεύτερη μεγάλη ανακάλυψη ήταν τα οπισθογεμή επαναληπτικά πυροβόλα όπλα. Τα όπλα αυτά έδωσαν στους Ευρωπαίους την απαραίτητη στρατιωτική υπεροχή, αφού τα μουσκέτα των αρχών του 19ου αιώνα χρειάζονταν τουλάχιστον ένα λεπτό για να γεμίσουν, είχαν μια αποτελεσματική ακτίνα δράσης μόνο 80 μέτρων, ενώ τρεις φορές στις δέκα πάθαιναν αφλογιστία.
Τα μέσα αμύνης που χρησιμοποίησαν οι αφρικανικές κοινωνίες στην ξένη επιδρομή, σημειώνει ο συγγραφέας, ήταν η αντίσταση, η διαπραγμάτευση και η προσαρμογή. Στην περίπτωση της αντίστασης, οι πόλεμοι για την κατάκτηση της ηπείρου συνέχισαν την πληθυσμική της αιμορραγία. Ο Lliffe αναφέρει χαρακτηριστικά ότι ο εικοσαετής πόλεμος που ακολούθησε την ιταλική εισβολή στη Λιβύη οδήγησε στον θάνατο το 1/3 του πληθυσμού της (σελ. 208). Η ξηρασία που έπληξε την Αφρική στη δεκαετία του 1880 και η επέκταση των ασθενειών στην οποία οδήγησε η αυξανόμενη κινητικότητα του αφρικανικού πληθυσμού συνέβαλαν επίσης σημαντικά στη συνέχιση της δημογραφικής κρίσης που ξεκίνησε με το δουλεμπόριο. Μόνο στην ύστερη αποικιακή περίοδο (1918-50) ο πληθυσμός της ηπείρου γνώρισε μια σημαντική αύξηση (από 140 σε 200 εκατομμύρια).
Ο Lliffe αντιμετωπίζει την αποικιοκρατία με κριτική αντίληψη. «Το να δούμε την αποικιοκρατία ως καταστροφέα της παράδοσης σημαίνει υποτίμηση της αφρικανικής ανθεκτικότητας. Το να τη δούμε απλά ως ένα επεισόδιο σημαίνει υποτίμηση της προσφοράς του βιομηχανικού πολιτισμού στους Αφρικανούς του 20ού αιώνα» (σελ. 212). Στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, χάρη στη μείωση της παιδικής θνησιμότητας και στην αυξημένη γονιμότητα, εξελίξεις που οφείλονται στις προόδους της ιατρικής, η Αφρική γνώρισε μια χωρίς προηγούμενο πληθυσμική έκρηξη: οι κάτοικοί της από 200 εκατομμύρια το 1950 ξεπέρασαν τα 700 εκατομμύρια το 1995. Η δημογραφική μεγέθυνση, τονίζει ο Lliffe, είναι ένας βασικός παράγοντας ιστορικής αλλαγής. Στην Αφρική ο πολλαπλασιασμός του πληθυσμού οδήγησε τόσο στην πτώση της αποικιοκρατίας όσο και στην οικονομική παρακμή και πολιτική αστάθεια των ανεξάρτητων αφρικανικών κρατών. Στη δεκαετία του ’90, ενώ οι ρυθμοί γονιμότητας έχουν αρχίσει να μειώνονται, η ήπειρος αντιμετωπίζει μια νέα δημογραφική απειλή, με τη μορφή του AIDS.
Το βιβλίο του Lliffe είναι μια διαυγής μελέτη που απευθύνεται σε ένα ευρύ αναγνωστικό κοινό. Αν και σε ορισμένα σημεία ο αναγνώστης έχει την αίσθηση ότι ο αγώνας των Αφρικανών ήταν περισσότερο βιολογικός παρά κοινωνικός ενώ, μερικές φορές, δημιουργείται η εντύπωση ότι ο συγγραφέας μειώνει πολύπλοκα πολιτισμικά και ιστορικά φαινόμενα σε παράγωγα περιβαλλοντικών και δημογραφικών επιρροών, το «Αφρικανοί: Η ιστορία μιας ηπείρου» είναι μια σημαντική συμβολή στο πεδίο των γενικών ιστοριών της Αφρικής.
Ο κ. Αστέρης Χουλιάρας είναι ερευνητής στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων.



