Η διάκριση μεταξύ του αγρότη κατά κύριο επάγγελμα και του προσώπου που αποκτά αγροτικό εισόδημα χωρίς να είναι κατά κύριο επάγγελμα αγρότης είναι βασικής σημασίας, διότι από τη διάκριση αυτή εξαρτάται η μεθοδολογία προσδιορισμού του φορολογητέου εισοδήματος.


Με τις διατάξεις του άρθρου 1 Ν. 2520/1997 δίνεται η έννοια του κατά κύριο επάγγελμα αγρότη.


Ετσι ορίζεται ότι αγρότες είναι τα φυσικά πρόσωπα τα απασχολούμενα κατά κύρια απασχόληση με κάθε είδους αγροτική εργασία, η οποία τους αποφέρει τουλάχιστον το 50% του συνολικού καθαρού εισοδήματός τους (από κάθε πηγή: π.χ. ακίνητα, κινητές αξίες κτλ.) και τα οποία αφιερώνουν το μισό τουλάχιστον του χρόνου τους σε αγροτική δραστηριότητα. Η απόδειξη του ποσοστού του συνολικού καθαρού εισοδήματος που αποφέρει στους αγρότες η ενασχόλησή τους με αγροτικές δραστηριότητες γίνεται από τον έλεγχο της οικείας δήλωσης φορολογίας εισοδήματος για όλο το χρονικό διάστημα, για το οποίο δεσμεύονται οι φορολογούμενοι να έχουν την ιδιότητα του αγρότη (δεκαετία ή δεκαπενταετία). Για το ίδιο αυτό χρονικό διάστημα απαιτείται ο έλεγχος της ύπαρξης της ιδιότητας του αγρότη.


Σε περίπτωση που διαπιστωθεί ότι ο υπόχρεος σε φόρο έχει απολέσει την ιδιότητα του αγρότη, αίρεται η χορηγηθείσα απαλλαγή. Δεν αίρεται όμως η απαλλαγή εφόσον συντρέξει λόγος ανώτερης βίας.


Αγρότες θεωρούνται και οι ασχολούμενοι με τη γεωργία, κτηνοτροφία, πτηνοτροφία, μελισσοκομία, σηροτροφία, αλιεία και δασοπονία.


Επίσης και όσοι από τους ανωτέρω ασχολούνται συμπληρωματικά με τον αγροτουρισμό, αγροτοβιομηχανία, παραδοσιακή βιοτεχνία και προστασία του φυσικού χώρου, εφόσον οι δραστηριότητες αυτές ασκούνται στα όρια της αγροτικής εκμετάλλευσης και στο πλαίσιο εγκεκριμένου προγράμματος του υπουργείου Γεωργίας.


Ακόμη με τις διατάξεις της αριθμ. 337410/10.7.1998 (ΦΕΚ 712/τ. Β’/14.7.97) κοινής απόφασης των υπουργών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών και Γεωργίας, παρέχονται πρόσθετοι εννοιολογικοί προσδιορισμοί για την ιδιότητα του αγρότη ως ακολούθως:


Ως αγρότες νοούνται τα φυσικά πρόσωπα που ορίζονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 1 του Ν. 2520/1997 που αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 8 του άρθρου 13 του Ν. 2601/1998, τα οποία εκτός από τις προϋποθέσεις που ορίζονται στις εν λόγω διατάξεις πρέπει να:


* Είναι νόμιμοι κάτοχοι αγροτικής εκμετάλλευσης.


* Εχουν εγγραφεί στο μητρώο αγροτών και αγροτικών εκμεταλλεύσεων του Ν. 2332/1995 (τ. Α’ 181).


* Εχουν κύριο ταμείο ασφάλισης τον ΟΓΑ με εξαίρεση:


­ Τους δασεργάτες.


­ Τους απασχολούμενους με αγροτουριστικές, αγροτοβιοτεχνικές δραστηριότητες και δραστηριότητες παραδοσιακής βιοτεχνίας.


­ Τους περιστασιακούς εργάτες και μικροεπαγγελματίες μονίμους κατοίκους των μη ανεπτυγμένων τουριστικά ζωνών των ορεινών και μειονεκτικών οικισμών πληθυσμού ως 2.000 κατοίκων και υπό τον όρο ότι στο πρόσωπό τους πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις.


Δεν θεωρούνται αγρότες:


­ Οι μόνιμοι και με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου υπάλληλοι του Δημοσίου ΝΠΔΔ ΝΠΙΔ, καθώς και οι ιδιωτικοί υπάλληλοι.


­ Οι ελεύθεροι επαγγελματίες, όπως εργολάβοι, βιοτέχνες κτλ.


Στις περιπτώσεις μικροεπαγγελματιών μονίμων κατοίκων οικισμών πληθυσμού κάτω των 2.000 κατοίκων που βρίσκονται σε μη τουριστικές ζώνες των ορεινών και μειονεκτικών περιοχών, εξετάζεται αν πληρούν ή μη τις προϋποθέσεις.


Επισημαίνεται ότι η ιδιότητα της παντρεμένης ή χήρας γυναίκας ως αγρότισσας εξετάζεται αυτοτελώς σύμφωνα με τα παραπάνω, ανεξάρτητα από την αγροτική ιδιότητα του συζύγου, π.χ. σύζυγος ή χήρα αγρότη ή μη αγρότη μπορεί να θεωρηθεί αγρότισσα, εφόσον πληροί τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις του νόμου.