ΕΔΩ «ΤΡΕΛΗ» αγελάδα, εκεί «τρελή» αγελάδα, πού είναι η «τρελή» αγελάδα; Μέτρα την κυνηγούν, τεστ ψάχνουν να τη βρουν, αλλά αυτή επιμένει να μας θυμίζει ότι αφού την «κατασκευάσαμε» ταΐζοντάς την με την αδιαφορία μας για τη δημόσια υγεία θα συνεχίσει να καταγράφεται ως «κρούσμα σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας στα βοοειδή» που κοροϊδεύει την εκ των υστέρων ευαισθησία της βιομηχανίας τροφίμων και των αφερέγγυων ελεγκτικών μηχανισμών. Ετσι η Γερμανία απολύει τους υπουργούς της, Γεωργίας και Υγείας, ενώ μετρά το 12ο κρούσμα της ασθένειας, η Δανία εντοπίζει στη Βόρεια Γιουτλάνδη για μία ακόμη φορά ­ μετά το 1992 και τον Φεβρουάριο του 2000 ­ ένα ακόμη άρρωστο ζώο και η Γαλλία προσπαθεί να μαζέψει τα ασυμμάζευτα που βγήκαν στη φόρα τον περασμένο Οκτώβριο με τα κρούσματα μολυσμένων βοοειδών της τα οποία ξανάφεραν στο προσκήνιο τον διατροφικό εφιάλτη. Την ίδια στιγμή όμως, ενώ σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες ξεκίνησε η εφαρμογή των τεστ ανίχνευσης της νόσου των «τρελών» αγελάδων στα βοοειδή άνω των 30 μηνών από 1.1.2001, σύμφωνα με την απόφαση των υπουργών Γεωργίας της ΕΕ, η Ελλάδα προσπαθεί ακόμη να καταλάβει πώς θα εφαρμόσει τα μέτρα που ελήφθησαν. Ούτε ένα δείγμα δεν έχει εξετασθεί σήμερα από τα τρία εργαστήρια που ορίστηκαν επισήμως για να κάνουν τα τεστ ταχείας ανίχνευσης της νόσου (rapid test), τα οποία είναι: το Εργαστήριο Μικροβιολογίας και Λοιμωδών Νοσημάτων του Τμήματος Κτηνιατρικής του ΑΠΘ (εθνικό εργαστήριο αναφοράς μεταδοτικών σπογγωδών εγκεφαλοπαθειών), το Κτηνιατρικό Εργαστήριο Λάρισας και το Κέντρο Κτηνιατρικών Ιδρυμάτων Αθηνών (εξουσιοδοτημένα εργαστήρια). Το υπουργείο Γεωργίας εξέδωσε την απόφαση για την απαγόρευση της διάθεσης κρέατος βοοειδών ηλικίας άνω των 30 μηνών για ανθρώπινη κατανάλωση αν δεν έχουν υποβληθεί σε εξέταση για σπογγώδη εγκεφαλοπάθεια μόλις στις 29 Δεκεμβρίου! Αυτή τη στιγμή επίσης έχουν αρθεί τα μέτρα που είχε λάβει μονομερώς η χώρα μας και αφορούσαν απαγόρευση εισαγωγής από τη Γαλλία βοοειδών αναπαραγωγής άνω των 20 μηνών, έμβρυα και ωάρια βοοειδών, καθώς και κρέας βοοειδών με κόκαλο από τη σπονδυλική στήλη.



Για την εφαρμογή του προγράμματος που αφορά τη σπογγώδη εγκεφαλοπάθεια των βοοειδών χρειάζονταν καλύτερα αντανακλαστικά, εγκαίρως προετοιμασμένα εργαστήρια και βέβαια σφαγεία, τα οποία όπως είναι σήμερα κάθε άλλο παρά επαρκή είναι. Οι καλές προθέσεις δεν αρκούν, χρειάζεται αξιοπιστία και κυρίως διασφάλιση της δημόσιας υγείας, σε μια περίοδο μάλιστα που τα κρούσματα σε όλη την Ευρώπη πληθαίνουν. Στη χώρα μας σφάζονται ετησίως 30.000 βοοειδή άνω των 30 μηνών. Οπως μας πληροφορεί ο κ. Βασίλης Στύλας, αναπληρωτής γενικός διευθυντής της Γενικής Διεύθυνσης Κτηνιατρικής Υπηρεσίας του υπουργείου Γεωργίας, «δεν έρχονται πολλά βοοειδή άνω των 30 μηνών στα σφαγεία γιατί δεν υπάρχει ζήτηση λόγω της κρίσης. Σε πέντε-έξι ζώα που εσφάγησαν έγινε ιστολογική εξέταση, όχι όμως τεστ ταχείας ανίχνευσης, διότι έπρεπε να υπάρξει προγραμματισμός ώστε στο “κιτ” (μια πλάκα που έχει τη δυνατότητα να εξετάσει 96 δείγματα) να ελέγχονται εργαστηριακά πολλά δείγματα μαζί και να μην πάει χαμένο για λίγα μόνο». Η διάγνωση της νόσου γίνεται στην περίπτωση αυτή ­ υπάρχουν και ανοσοϊστοχημικές μέθοδοι ­ με ηλεκτρονική μικροσκόπηση εγκεφαλικού ιστού. Το οικονομικό κόστος είναι υψηλό, αφού το κάθε «κιτ» στοιχίζει περίπου 1.200.000 δρχ. «Ετσι, σύμφωνα με κανονισμό που ψηφίστηκε, ορίζονται στα σφαγεία ημέρες και ώρες σφαγής για οργανωμένη και πιο μαζική αποστολή δειγμάτων. Ωσπου να λυθούν αυτά τα θέματα, έχουμε ζητήσει προφορικά από τις κατά τόπους κτηνιατρικές υπηρεσίες να λένε στους κτηνοτρόφους να μη φέρνουν τα ζώα τους στα σφαγεία». Πάντως, όπως επισημαίνει, από την ερχόμενη Δευτέρα θα αρχίσει τα τεστ ταχείας ανίχνευσης για σπογγώδη εγκεφαλοπάθεια των βοοειδών το Εργαστήριο Μικροβιολογίας και Λοιμωδών Νοσημάτων του Τμήματος Κτηνιατρικής του ΑΠΘ με υπεύθυνο τον καθηγητή κ. Ορέστη Παπαδόπουλο, από την 1η Φεβρουαρίου το εργαστήριο στη Λάρισα και από την 1η Μαρτίου το Κέντρο Κτηνιατρικών Ιδρυμάτων Αθηνών.


Υπάρχουν όμως και άλλοι σκόπελοι. Τα δείγματα θα μεταφέρονται στα εργαστήρια με κούριερ ή αεροπορικώς και ενίοτε με οχήματα που διαθέτουν οι κτηνιατρικές υπηρεσίες. «Η γεωγραφία της χώρας κάνει πιο δύσκολη τη διαδικασία σε σχέση με χώρες όπως η Ολλανδία» σημειώνει ο κ. Στύλας. Βεβαίως το πιο μεγάλο πρόβλημα, συνδεδεμένο με κάθε προσπάθεια για τη σωστή λειτουργία του προγράμματος επιτήρησης και εκρίζωσης των μεταδοτικών σπογγωδών εγκεφαλοπαθειών των βοοειδών, είναι τα σφαγεία, τα οποία στο μεγαλύτερο ποσοστό τους δεν πληρούν τις προϋποθέσεις λειτουργίας που ορίζει η Ευρωπαϊκή Ενωση και οι συνθήκες είναι ως και άθλιες, χωρίς ψυκτικούς χώρους, χωρίς κλιβάνους. Από τα περίπου 238 σφαγεία της χώρας μόνο τα 70 είναι σύγχρονα, όπως στη Βόρεια Ελλάδα, στους νομούς Πέλλας, Ροδόπης και Εβρου. «Η κατάσταση δεν είναι καλή. Υπάρχει πρόβλημα στα νησιά, στην Αττική, στην Κρήτη, αλλά έχουμε ξεκαθαρίσει ότι τα βοοειδή που θα ελέγχονται με rapid test θα σφάζονται μόνο στα σύγχρονα σφαγεία και ας χρειάζεται να τα πηγαίνουν σε διπλανούς νομούς. Εχουν μεγάλη ευθύνη οι νομαρχίες ­ αν και εμείς ως κεντρική υπηρεσία τούς έχουμε ζητήσει να παρέμβουν ­ που δεν κλείνουν όσα δεν πληρούν τους απαραίτητους όρους λειτουργίας. Πάντως έχουν δοθεί ήδη 38 δισ. δρχ. από το υπουργείο Γεωργίας για τον εκσυγχρονισμό των σφαγείων ενώ προβλέπονται κονδύλια από το ΚΠΣ-3».


Μία ακόμη «μεγάλη τρύπα» που συνδέεται με το θέμα της σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας των βοοειδών είναι τα περιβόητα κρεατάλευρα, οστεάλευρα, ζωοτροφές με πρωτεΐνες ζωικής προέλευσης και άλλα υλικά υψηλού κινδύνου (έντερα βοοειδών άνω των 12 μηνών, μυελός, εγκέφαλος κ.ά.). Ουδείς γνωρίζει πόσοι τόνοι κρεαταλεύρων έχουν δεσμευθεί στη χώρα από τις αρχές Δεκεμβρίου, μετά την κοινοτική απόφαση για απαγόρευση παραγωγής και χρήσης τους σε όλα τα παραγωγικά ζώα. Το υπουργείο πιστεύει ότι ως τις 31 Ιανουαρίου όλες οι κατά τόπους κτηνιατρικές υπηρεσίες θα έχουν στείλει τα σχετικά στοιχεία για τις δεσμευμένες ποσότητες, οι οποίες ως τότε θα βρίσκονται σε αποθήκες-ψυγεία. Ωστόσο ακόμη αναζητείται λύση για την καταστροφή τους. Επίσης έχει ανατεθεί μελέτη για τα ζωικά απόβλητα. Μπορεί να απορριφθούν στους ΧΥΤΑ (Χώρους Υγειονομικής Ταφής) ή σε βιομηχανίες που επεξεργάζονται ζωικά απόβλητα ή στη Βιοχάλκο, στη Βόρεια Ελλάδα, λέει ο κ. Στύλας… Τα υλικά υψηλού κινδύνου βέβαια που βγαίνουν από τα σφαγεία είναι πονεμένη ιστορία έτσι κι αλλιώς, αφού οι κλίβανοι είναι… είδος εν ανεπαρκεία. Κάποιες ποσότητες αποθηκεύονται στα σφαγεία σε ψυκτικούς χώρους ώσπου να δημιουργηθούν κλίβανοι και άλλα ένας θεός ξέρει πού καταλήγουν.


ΟΙ ΑΘΡΟΕΣ ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ Ποιο θα είναι το επόμενο θύμα;


Από τα επίσημα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Ενωσης (Final Opinion of the Scientific Steering Committee on the Geographical Risk of Bovine Spongiform Encephalopathy, GBR, adopted on 6 July 2000) η BSE (σπογγώδης εγκεφαλοπάθεια των βοοειδών) έχει καταγραφεί στις παρακάτω χώρες: Βρετανία, Γαλλία, Γερμανία, Πορτογαλία, Λουξεμβούργο, Βέλγιο, Ισπανία, Ιρλανδία, Ελβετία, Ολλανδία. Προς το παρόν δεν έχουν αναφερθεί κρούσματα στην Αυστρία, στη Φινλανδία, στη Σουηδία, στην Ελλάδα, στην Ιταλία.


Η Ελλάδα κινδυνεύει να αλλάξει θέση στο δίπολο «καθαρή» – «μη καθαρή» χώρα; Ναι, μια και οι ειδικοί επισημαίνουν ότι η διασπορά της νόσου στις χώρες αυτές πιστεύεται ότι οφείλεται αφενός στη χρησιμοποίηση, ως ζωοτροφών, μολυσμένων υποπροϊόντων ζωικής προέλευσης (κρεατάλευρα, οστεάλευρα – meat bone meal) και αφετέρου στη διακίνηση φορέων βοοειδών. Αν και δεν χρησιμοποιούνται στην Ελλάδα υποπροϊόντα ζωικής προέλευσης στη διατροφή των βοοειδών, «ο κίνδυνος προέρχεται από την αθρόα εισαγωγή ζώντων νεαρών βοοειδών (κυρίως για γαλακτοπαραγωγή και δευτερευόντως για πάχυνση) από χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης στις οποίες έχει ήδη διαγνωσθεί η νόσος. Επομένως ο κίνδυνος εμφάνισης της BSE στη χώρα μας είναι πλέον ορατός και δεν υπάρχουν περιθώρια παραπέρα ολιγωρίας και εφησυχασμού». Αυτό επισημαίνουν τα μέλη της Κλινικής Παθολογίας Παραγωγικών Ζώων του Τμήματος Κτηνιατρικής του ΑΠΘ καθηγητές κκ. Σπ. Κυριάκης και Χ. Καρατζιάς, ο αναπληρωτής καθηγητής κ. Κ. Σαουλίδης, ο λέκτορας κ. Ν. Πανούσης και η κτηνίατρος Ελ. Τζήκα που συνέταξαν μελέτη με τίτλο «Τι πραγματικά συμβαίνει με τη σπογγιόμορφη εγκεφαλοπάθεια των βοοειδών».


Οι επιστήμονες του ΑΠΘ πάντως χαρακτηρίζουν ευτύχημα το ότι η Γενική Διεύθυνση Κτηνιατρικής του υπουργείου Γεωργίας προχώρησε σε μέτρα με τη δημιουργία εξοπλισμένων κτηνιατρικών εργαστηρίων για την BSE, στελεχωμένων με τους κατάλληλους επιστήμονες, και στην εφαρμογή αυστηρού κτηνιατρικού υγειονομικού ελέγχου στις εισαγωγές ζωντανών βοοειδών. Ωστόσο θεωρούν ότι επιβάλλονται ο υποχρεωτικός υγειονομικός έλεγχος όλων των ζωοτροφών και «η επίβλεψη των εκτροφών βοοειδών, καθώς και των υπολοίπων παραγωγικών ζώων από κτηνίατρο που θα έχει την αποκλειστική ευθύνη για τη λειτουργία της εκτροφής σύμφωνα με τους υγειονομικούς κανόνες.