Η παραίτηση στη Γαλλία του υπουργού Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών και Βιομηχανίας και ενός από τα πλέον προβεβλημένα στελέχη του σοσιαλιστικού κόμματος, του κ. Ντομινίκ Στρος-Καν, επειδή κατά τη διερεύνηση μιας υπόθεσης που αφορούσε το ασφαλιστικό ταμείο των φοιτητών προέκυψε πιθανή ανάμειξή του, αποτέλεσε κεραυνό εν αιθρία στη γαλλική πολιτική σκηνή.


Η εξέλιξη αυτή όμως δεν προήλθε γιατί ο γάλλος αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης κήρυξε «τζιχάντ» κατά της διαφθοράς. Ούτε στη σύγχρονη Γαλλική Δημοκρατία κάποιο κόμμα έχει δημιουργήσει ομάδα τεκμηρίωσης σκανδάλων, όπως η Νέα Δημοκρατία και το ΠαΣοΚ συγκροτούν όταν βρίσκονται στη μεταπολίτευση. Και ούτε περνά στις εφημερίδες το μήνυμα ότι έχει έξι χιλιάδες ύποπτους φακέλους, για να εντυπωσιάσει το ακροατήριο και να φοβίσει τον εχθρό. Και ούτε βεβαίως διανοήθηκε ποτέ αρχηγός κόμματος να στρατολογήσει εθελοντές δικηγόρους και δικαστές, συνταξιούχους του Ελεγκτικού Συνεδρίου και του Συμβουλίου Επικρατείας, και να βάλει επικεφαλής τους βουλευτές.


Αν και είμαι από αυτούς που εντυπωσιάστηκαν από τη νίκη που κατήγαγαν οι «Αδιάφθοροι» του Μπράιαν ντε Πάλμα, είμαι πεπεισμένος ότι μια ώριμη και συγκροτημένη Δημοκρατία δεν έχει ανάγκη προσφυγής σε συνταγές χολιγουντιανών ταινιών. Αυτό που σήμερα αποκαλείται διαπλοκή δεν είναι τίποτε άλλο παρά η σύγχρονη εκδοχή των σχέσεων μεταξύ της πολιτικής και της οικονομικής εξουσίας, και η αντιμετώπισή του δεν μπορεί να είναι αστυνομικής φύσεως αλλά βαθύτατα πολιτικής.


Κλασική δε πολιτική αντιμετώπιση είναι η δημιουργία συνθηκών και ατμόσφαιρας από τις πολιτικές δυνάμεις ότι τα πάντα υποτάσσονται σε κανόνες και σ’ ένα δεδομένο και αδιατάρακτο σύστημα ηθικών και πολιτικών αξιών, ότι η αυτοπειθαρχία των πάντων, χωρίς εξαίρεση, είναι η ουσία και το περιεχόμενο της ουσιαστικής Δημοκρατίας ενώ όταν εμφανίζονται νοσηρά φαινόμενα τότε η Δημοκρατία αυτή είναι αυστηρή και χωρίς επιείκεια στην εφαρμογή του νόμου.


Το μεγαλείο της όμως είναι αλλού και όχι μόνο στον νόμο. Είναι ότι μπορεί και αποβάλλει ή απομονώνει με αξιόπιστο τρόπο κάθε παρεκτροπή, αφού στη συνείδηση των πολιτών δεν είναι απλώς ένα πολίτευμα αλλά κυρίως ένα αξιακό σύστημα το οποίο οι πάντες οφείλουν να σέβονται. Σ’ αυτούς τους άγραφους κανόνες υποτάχθηκε ο τέως γάλλος υπουργός.


Σε πρόσφατο άρθρο του, ο καθηγητής Ιστορίας κ. Γ. Β. Δερτιλής προσπαθεί να καταγράψει και να κωδικοποιήσει διαδοχικούς τρόπους αποτύπωσης του εκάστοτε ισχύοντος πλέγματος εξουσίας ­ από αυτό που οι νέοι πάντα κατήγγειλαν ως σύστημα και που οι αριστεροί ονόμασαν κατεστημένο, ως το στρατιωτικοβιομηχανικό πλέγμα του Αϊζενχάουερ, ή το «άγριο θηρίο», όπως το αποκάλεσε κάποτε ο Ρίτσαρντ Νίξον.


Είτε μιλούμε για την αναγεννησιακή Φλωρεντία είτε για την Αθήνα του Αλκιβιάδη, είτε αναφερόμασθε στη μετακεμαλική Τουρκία, η ουσία της υπόθεσης παραμένει αναλλοίωτη. Και αντιγράφω: «Το κράτος, νοούμενο ως συγκροτημένη εξουσία, έχει αποστολή να λύνει τις αναπόφευκτες συγκρούσεις συμφερόντων που υφίστανται σε μια κοινωνία. Η θέση που παίρνει είναι δυνάμει μεροληπτική. Επομένως κερδισμένος βγαίνει όποιος από τους κοινωνικούς αντιπάλους μπορεί να επηρεάζει το κράτος υπέρ των δικών του απόψεων και συμφερόντων».


Αυτό που χαρακτηρίζει τη σχέση μεταξύ πολιτικής και οικονομίας, όπως διαμορφώνεται σήμερα στη χώρα μας, είναι ότι βρισκόμαστε στο μέσον της μεταλλαγής του επιχειρηματικού τοπίου. Και ότι η συντελούμενη κούρσα συγκέντρωσης επιχειρήσεων του κεφαλαίου, μέσα από την οποία θα αναδειχθούν οι επιχειρηματικές δυνάμεις που θα δεσπόζουν την επόμενη εικοσαετία, στοχεύει στην κατάκτηση κυρίαρχων θέσεων, όχι μόνο σε έναν τομέα της οικονομίας αλλά σε ένα ολόκληρο φάσμα τομέων.


Για πολλούς η συγκέντρωση αυτή απειλεί τη Δημοκρατία, καθώς δημιουργούνται οι συνθήκες βίαιης ανατροπής της ισορροπίας μεταξύ οικονομικής και πολιτικής εξουσίας που χαρακτήριζαν την Ελλάδα τα τελευταία σαράντα χρόνια, από τότε δηλαδή που συντελέστηκε το τελευταίο κύμα ανασυγκρότησης στην ελληνική οικονομία.


Ο κίνδυνος αυτός φαίνεται πιθανός. Επειδή όμως το πρόβλημα δεν είναι καθόλου απλό στη λύση του, ο λεγόμενος «ανένδοτος» δεν μπορεί παρά μοιραία να εκφυλισθεί. Οχι γιατί η αξιωματική αντιπολίτευση θα δεχθεί χτυπήματα και αντίποινα από τους πανίσχυρους αντιπάλους της αλλά γιατί ο αγώνας που «στρέφεται κατά της κακής κυβέρνησης και όχι κατά των καλών επιχειρηματιών» είναι από την αρχή σημαδεμένος.


Ούτε συνολική πολιτική βούληση αντανακλά ούτε κομίζει ισχυρή πολιτική αξιοπιστία ώστε να ακούσει η κοινωνία τις «οπλές των αλόγων» και να συμπορευθεί. Μονάχα αναλώνεται σε μια κίνηση πολιτικού τακτικισμού που μοναδικό στόχο της έχει την πρόσκαιρη πολιτική νίκη.


Σε μια ώριμη Δημοκρατία, όπου το πολιτικό σύστημα λειτουργεί συγκροτημένα, χωρίς να θυσιάζει την αξιοπιστία του στον βωμό μιας εφήμερης και απατηλής επικράτησης, η πολιτική εξουσία διαθέτει τη γνώση και την ικανότητα να χειρίζεται τα πάσης φύσεως συμφέροντα προς το συμφέρον της χώρας και μόνο. Και δεν παρηγορεί απλά και αφελώς την κοινωνία ότι θα τα «τσακίσει».


Γιατί τότε το κόστος από την υπόθεση αυτή δεν θα το πληρώσει η κυβέρνηση ή η αντιπολίτευση. Για άλλη μία φορά η κοινωνία στο σύνολό της θα έρθει αντιμέτωπη με τους μύθους που έχουν κυριαρχήσει στον πολιτικό αγώνα, θα αποδέχεται τη συγκάλυψη του κάθε προβλήματος, θα υποκύπτει στον κόσμο της παραμυθίας και θα σκιαμαχεί.


Ο κ. Αλέκος Παπαδόπουλος είναι βουλευτής του ΠαΣοΚ και πρώην υπουργός.