Ενας στους δύο εκπαιδευτικούς που παραπέμπεται στα Πειθαρχικά Συμβούλια για σοβαρά παραπτώματα παραμένει ατιμώρητος, όπως δείχνουν τα στοιχεία του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου των τελευταίων τριών χρόνων. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση εκπαιδευτικού ο οποίος έλειπε για δύο χρόνια από τη δουλειά του και συνεχίζει κανονικά να διδάσκει. Ειδικότερα, τα χρόνια που έλειπε, η διοίκηση δεν γνώριζε πού βρισκόταν ο εκπαιδευτικός αλλά ο ίδιος πληρωνόταν κανονικά. Τελικά απολύθηκε από το Υπηρεσιακό Πειθαρχικό Συμβούλιο και ο ίδιος προσέφυγε στη Δικαιοσύνη. Από τα δικαστήρια η απόφαση για απόλυση ακυρώθηκε με το αιτιολογικό ότι στην όλη διαδικασία δεν ακολουθήθηκαν βήμα προς βήμα όλες οι προβλεπόμενες διαδικασίες από το πειθαρχικό δίκαιο (π.χ. η κλήση σε απολογία, η πειθαρχική ανάκριση κ.ο.κ.). Ετσι ο εκπαιδευτικός επέστρεψε στη δουλειά του χωρίς να εξετασθεί επί της ουσίας η περίπτωσή του.


H συγκεκριμένη υπόθεση, με την οποία ακυρώθηκε απόφαση Πειθαρχικού Συμβουλίου για καθαρά τυπικούς λόγους, δεν είναι η μόνη. Μία στις δύο περιπτώσεις παραπτωμάτων εκπαιδευτικών που φθάνουν στο Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο ακυρώνεται για καθαρά τυπικούς λόγους και επιστρέφει στο πρωτοβάθμιο συμβούλιο. Ανάλογη είναι και η «ιστορία της αθώωσης» σχολικής συμβούλου, στην οποία ο περιφερειακός διευθυντής, ακολουθώντας τις ανάλογες διαδικασίες, της επέβαλε ποινή περικοπής μισθού διότι είχε θεωρηθεί ότι σε κάποια σχολική εκδήλωση προωθούσε ένα βιβλίο της. H ίδια άσκησε έφεση κατά της απόφασης και το Συμβούλιο Συμβούλων υποχρεώθηκε να ακυρώσει την απόφαση για τυπικούς λόγους χωρίς να μπει στην ουσία της απόφασης. Συγκεκριμένα, υπήρξε παραγραφή της απόφασης γιατί την εποχή εκείνη ήταν προεκλογική περίοδος και στη συνέχεια χρειάστηκε ενάμισης χρόνος για να συγκροτηθεί το συμβούλιο, με αποτέλεσμα να χαθεί χρόνος.


«Το πρόβλημα είναι υπαρκτό» δήλωσε προς «Το Βήμα» το αιρετό μέλος του Κεντρικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (ΚΥΣΔΕ) που λειτουργεί ως Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο κ. Θεοφ. Σακαλίδης. Ενα πολύ μεγάλο μέρος των αποφάσεων του συμβουλίου ακυρώνεται για τυπικούς λόγους, δηλαδή για λάθη που έχουν γίνει στην όλη πειθαρχική διαδικασία. Ετσι, αρκετές υποθέσεις μένουν σε εκκρεμότητα για αρκετά χρόνια και εκπαιδευτικοί που κατηγορούνται για διάφορες υποθέσεις, αν δεν τους έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, μπορεί να βρίσκονται ακόμη και μέσα στην τάξη. Μάλιστα, αν ο εκπαιδευτικός κατηγορείται και για ηθικά ζητήματα, τότε το να βρίσκεται μέσα στην τάξη εγείρει και ηθικό πρόβλημα.


Σύμφωνα με τον κ. Σακαλίδη, τα τυπικά λάθη στη διαδικασία οφείλονται κυρίως στην άγνοια των υπαλλήλων και σε πολύ ελάχιστες περιπτώσεις στην κακή ερμηνεία της συναδελφικής αλληλεγγύης, δηλαδή σε σκοπιμότητες. Ο ίδιος θεωρεί ότι στο αποτέλεσμα αυτό συμβάλλει αφενός μεν το όλο πλαίσιο, το οποίο δεν είναι ξεκάθαρο και πολλές διατάξεις του χρήζουν διαφορετικών ερμηνειών, και αφετέρου η έλλειψη νομικής υποστήριξης των υπηρεσιακών συμβουλίων. «Ενα συμβούλιο, αν αποφασίσει να έχει την άποψη του νομικού συμβούλου, θα χρειασθεί μια τόσο πολύπλοκη γραφειοκρατική διαδικασία που ξεπερνά σε χρόνο τους έξι μήνες» είπε χαρακτηριστικά.


«Στο πειθαρχικό δίκαιο πρέπει να τηρούνται οι τυπικές διαδικασίες» δήλωσε προς «Το Βήμα» ο εκπρόσωπος της ΑΔΕΔΥ στο Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο κ. B. Σμπόνιας. Και πρόσθεσε: «Οι εκπαιδευτικοί και τα στελέχη της εκπαίδευσης που επιλέγονται για σύντομο χρονικό διάστημα στα υπηρεσιακά συμβούλια δεν έχουν τις απαραίτητες γνώσεις περί δικαστικού δικαίου και γι’ αυτό πιστεύω ότι οι περισσότερες αποφάσεις που ακυρώνονται οφείλονται σε λάθη από άγνοια». Οπως είπε ο κ. Σμπόνιας, το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο αρχικά ελέγχει τη νομιμότητα των τυπικών διαδικασιών και στη συνέχεια ασχολείται με την ουσία της υπόθεσης. «Οι περισσότερες τυπικές παραβάσεις αφορούν το κατηγορητήριο, το οποίο είναι ασαφές, και τη μη κλήση σε απολογία του ενδιαφερόμενου εκπαιδευτικού» πρόσθεσε ο κ. Σμπόνιας.


Εκτός από τα υπηρεσιακά πειθαρχικά παραπτώματα των εκπαιδευτικών, η άλλη μεγάλη δεξαμενή των τυπικών παραβάσεων, όπως ανέφερε ο κ. Σακαλίδης, αφορά τα συμβούλια επιλογής σχολικών συμβούλων, προϊσταμένων και άλλων στελεχών της εκπαίδευσης, σχετικά κυρίως με τη νόμιμη ή όχι σύνθεση του συμβουλίου. Επίσης, κατέληξε ο κ. Σακαλίδης, «θα πρέπει να επισημανθούν και οι αυθαιρεσίες της διοίκησης, η οποία σε αρκετές περιπτώσεις εφαρμόζει τους νόμους κατά βούληση δίνοντας τις δικές της ερμηνείες. Ας μην ξεχνάμε ότι το καλοκαίρι του 2004 επιλέχθηκαν μέσα σε μια νύχτα τα προσωρινά στελέχη της εκπαίδευσης, ενώ δεν είναι λίγοι οι ενδιαφερόμενοι που έχουν προσφύγει στη Δικαιοσύνη».


Εκφυλισμός της πειθαρχικής διαδικασίας


«Αυτό που απογοητεύει είναι ο εκφυλισμός της πειθαρχικής διαδικασίας και η ατιμωρησία των επίορκων υπαλλήλων» δήλωσε πρόσφατα ο πρόεδρος του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου κ. Γρ. Κρόμπας στο πλαίσιο ημερίδας με θέμα «H νομιμότητα των ενεργειών στη διοίκηση της εκπαίδευσης», που διοργανώθηκε πρόσφατα στη Θεσσαλονίκη από την Περιφερειακή Διεύθυνση Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Κεντρικής Μακεδονίας σε συνεργασία με το Ινστιτούτο Επιμόρφωσης του Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης. Και ο κ. Κρόμπας πρόσθεσε: «Ο κολασμός των επίορκων υπαλλήλων πρέπει να είναι άμεσος και παραδειγματικός. Υπάρχουν κλάδοι, όπως στους εκπαιδευτικούς, όπου το 50% των πειθαρχικών αποφάσεων ακυρούνται για τυπικούς λόγους, και αυτό οφείλεται στην άγνοια ή ακόμη και στην αδιαφορία των υπαλλήλων».


Καταχράστηκε χρήματα και «αθωώθηκε»


Ευρέως συζητείται τον τελευταίο καιρό στον κλάδο των εκπαιδευτικών η «ιστορία αθώωσης» συναδέλφου τους, ο οποίος τιμωρήθηκε από το Πρωτοβάθμιο Υπηρεσιακό Συμβούλιο με την κατηγορία της κατάχρησης χρημάτων δωρεάς για ανέγερση σχολείου, και το Δευτεροβάθμιο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ακύρωσε την απόφαση για καθαρά τυπικούς λόγους που αφορούσαν τον τρόπο λήψης της απόφασης από το Πρωτοβάθμιο. Ειδικότερα, ενώ όλα τα μέλη του Συμβουλίου έπρεπε να ψηφίσουν υπέρ ή κατά της απόφασης, όπως προβλέπεται διαδικαστικά, ένα μέλος δήλωσε ότι δεν μετέχει. Ετσι, το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο έστειλε την υπόθεση εκ νέου στο Πρωτοβάθμιο, χωρίς η υπόθεση να εξετασθεί επί της ουσίας.