Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Η ανατροπή και πώς να την αντέξετε


­ Το έργο του Μαρίνου είναι ανατρεπτικό;


­ Οχι, δεν νομίζω.


­ Αφού έχει μέσα αδερφές και σχέσεις και τέτοια…


Η ανωτέρω συνομιλία με βρήκε εντελώς απροετοίμαστη. Εκτοξεύθηκε σαν κεραυνός εν αιθρία από τα χείλη δύο νεαρών γυναικών που έτυχε να δειπνούν προ ημερών στο ίδιο εστιατόριο με μένα.


Η «Ξανθιά φράουλα» δεν είναι «ανατρεπτική» και, αν ήταν, σίγουρα δεν θα ήταν για τους παραπάνω λόγους. Είναι μάλλον ανιαρή, καθώς ούτε το έργο, ούτε η σκηνοθεσία, ούτε οι δύο από τους τρεις πρωταγωνιστές έχουν κάτι το ιδιαίτερο να πουν: ο Χάρης Σώζος περνάει μάλλον απαρατήρητος, ενώ ο Μάνος Πίντζης δεν κάνει τίποτε άλλο από το να περιφέρει το φουσκωτό σώμα του επί σκηνής.


Ο Μαρίνος όμως αποδεικνύεται τόσο υπέροχος που μας κάνει και ξεχνάμε όλα τα άλλα. Δαιμόνιος, γεμάτος ζωντάνια, το μπρίο ξεχειλίζει από κάθε του κίνηση και νιώθουμε να απολαμβάνουμε την κάθε του φράση. Η δε σκηνή όπου εμφανίζεται με μαύρο ταγεράκι, χαμηλοτάκουνες γόβες και καπέλο με βέλο είναι υποδειγματική και καλά θα έκαναν να την παρακολουθήσουν με προσοχή όλοι οι ηθοποιοί που επιθυμούν να υποδυθούν γυναικείους ρόλους (ελπίζω να με διαβάζουν οι πρωταγωνιστές της «Ιρμα Βεπ»).


Δεν γνωρίζω αν η προαναφερθείσα κυρία που με άφησε άναυδη εκείνη τη βραδιά είδε τελικά την «Ξανθιά φράουλα». Γνωρίζω όμως ότι, όταν πληροφορήθηκε για μια άλλη παράσταση, με ήρωες όχι τρεις αλλά επτά (!) ομοφυλόφιλους, έσπευσε να εγκαταλείψει διά παντός την Αθήνα φοβούμενη ότι η εύθραυστη ιδιοσυγκρασία της δεν θα αντέξει πλέον τόση ανατροπή.



Στην «Ξανθιά φράουλα» οι ήρωες δεν προσπαθούν να αποδείξουν τίποτε ­ απλώς υπάρχουν. Στη «Στάση κουταλιού» οι ήρωες προσπαθούν να αποδείξουν τόσα πολλά, ώστε είναι χαμένοι από χέρι. Το έργο αυτό ενοχλεί, όπως ενοχλεί κάθε έργο ­ και κατ’ επέκταση κάθε παράσταση ­ που παρουσιάζει τους ομοφυλόφιλους ως ομάδα με «ειδικές ανάγκες», ξεκομμένη από την υπόλοιπη κοινωνία.


Ο Μακ Νάλι τοποθετεί μια παρέα γκέι ανδρών επί σκηνής ­ με σκηνικό το εξοχικό ενός από αυτούς ­ και τους παρουσιάζει ως μέλη μιας απελευθερωμένης, ενωμένης και πανέμορφης κοινότητας, που δεν έχει ανάγκη κανέναν από τους «απέξω», εφόσον ο ένας στηρίζει ανελλιπώς τον άλλο. Και γιατί να είναι διαφορετικά άλλωστε; Η ομάδα κάνει το παν για να μας δείξει πόσο μεγάλα αποθέματα άνεσης, ευαισθησίας, αισιοδοξίας, συμπόνιας και αλληλεγγύης διαθέτει.


Τόσο πολλή προσπάθεια καταλήγει βέβαια να δημιουργήσει την αντίθετη εντύπωση. Γιατί τι να σκεφτεί κανείς ακούγοντας χιουμοριστικές ατάκες του τύπου «Ολοι οι άνδρες είναι ή φανεροί ή κρυφοί και αν δεν είναι καιρός να γίνουν». Και πώς να αντιδράσει απέναντι στον ήρωα που υποστηρίζει ότι τον τρώνε οι τύψεις, επειδή το AIDS «χτύπησε» τους φίλους του και όχι αυτόν, και έτσι «νιώθει θεατής στον αφανισμό των ομοίων του» (να υποθέσουμε δηλαδή ότι τα «στρέιτ» θύματα του AIDS δεν τον συγκινούν καθόλου;).


Κομπλεξικό χιούμορ, ψεύτικος συναισθηματισμός και αντιαισθητικό κήρυγμα: το μόνο που μένει τελικά είναι μια καταθλιπτική αίσθηση μιζέριας. Μια απλή αντιπαράθεση με έργα όπως το «Torchsong trilogy» του Χάρβι Φίρσταϊν ή το «Bent» του Μάρτιν Σέρμαν, έργα που μιλάνε με πάθος και ειλικρίνεια για τις ομοφυλοφιλικές σχέσεις αλλά και για την κοινωνική διάσταση της ομοφυλοφιλίας, αρκεί για να αποδείξει πόσο επιβλαβής είναι η νοοτροπία που διαπερνά τη «Στάση κουταλιού».


Αναρωτιέμαι πώς θα μπορέσουν ποτέ άνθρωποι σαν τους ήρωες του έργου να νικήσουν τις προκαταλήψεις, τα κόμπλεξ και τις φοβίες των «στρέιτ» όσο κρατούν τέτοια αμυντική στάση. Πότε θα σταματήσουν να περιθωριοποιούν οι ίδιοι τους εαυτούς τους μένοντας κλεισμένοι στον αδιαπέραστο γυάλινο πύργο τους, συμπεριφερόμενοι σαν αυτιστικά παιδιά και προσποιούμενοι ότι δεν έχουν ανάγκη την κοινωνική αποδοχή; Ως πότε θα δίνουν δικαίωμα σε αυτή την υποκριτική κοινωνία να τους θεωρεί ανθρώπους μειωμένων δικαιωμάτων;