Στα μικρά διαμερίσματα καταγράφεται μεγάλη ζήτηση καθώς θεωρούνται, λόγω των ικανοποιητικών μισθωμάτων, μια αποδοτική επένδυση. Υπάρχουν περιοχές στην Αθήνα όπου παρατηρείται ιδιαίτερη ζήτηση για ενοικίαση κατοικιών που δεν ξεπερνούν τα 55 τ.μ. Ωστόσο παρά τη μεγάλη ζήτηση δεν υπάρχει και η ανάλογη προσφορά τέτοιων διαμερισμάτων αφού, όπως λέει ο κ. Ι. Ρεβύθης, αντιπρόεδρος της ομοσπονδίας κτηματομεσιτών, «τα τελευταία δέκα χρόνια δεν κατασκευάζονται κατοικίες τέτοιων τετραγωνικών. Ετσι όλα τα σπίτια τα οποία χαρακτηρίζονται γκαρσονιέρες και δυάρια είναι κατασκευασμένα πριν από 10-25 χρόνια. Ο λόγος που έχουν πάψει να κατασκευάζονται κατοικίες μικρών τετραγωνικών είναι το αυξημένο κατασκευαστικό κόστος».
Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με την αυξημένη ζήτηση καθιστά αρκετά υψηλές τις τιμές των ενοικίων. Οι περιοχές της Αθήνας στις οποίες αναζητούν στέγη φοιτητές, αλλοδαποί και νέα ζευγάρια είναι συνήθως αυτές που βρίσκονται είτε κοντά στο κέντρο είτε κοντά στις πανεπιστημιακές σχολές ή ακόμη κοντά στους σταθμούς του «ηλεκτρικού».
Ψάχνοντας κανείς τις μικρές αγγελίες θα βρει δεκάδες διαμερίσματα μικρών τετραγωνικών (30-50 τ.μ.) τα οποία ενοικιάζονται από 40.000 ως 100.000 δρχ. τον μήνα. Οι ευρύχωρες γκαρσονιέρες 30-35 τ.μ. έρχονται πρώτες σε ζήτηση. Αυτές προτιμούν και οι αλλοδαποί. Η ζήτηση αυτή έχει αποτέλεσμα σε περιοχές όπως η Καλλιθέα, του Ζωγράφου, τα Ιλίσια, η Κυψέλη αλλά και τα Εξάρχεια να είναι ιδιαίτερα αυξημένα τα ενοίκια σε τέτοια διαμερίσματα.
Η αγορά μικρομεσαίου διαμερίσματος στις περιοχές που αναφέραμε, οι οποίες έχουν και τη μεγαλύτερη ζήτηση, σύμφωνα με τον κ. Ρεβύθη, αν πρόκειται για κατοικία 10-25 ετών κοστίζει περίπου από 200.000 δρχ. ως και 250.000 δρχ. το τετραγωνικό. Υπάρχουν βέβαια και περιπτώσεις όπου η τιμή πώλησης ξεπερνά αυτά τα όρια λόγω της ιδιομορφίας του πωλητή και των απαιτήσεών του.
Η τιμή ενοικίασης των ίδιων διαμερισμάτων, σύμφωνα πάντα με τον κ. Ρεβύθη, κυμαίνεται από 1.500 δρχ. ως 2.000 δρχ. το τετραγωνικό μέτρο. Συγκρίνοντας τις τιμές αγοράς και ενοικίασης αυτών των κατοικιών φαίνεται ότι έχουν απόδοση κάθε χρόνο περίπου 8%-10%, χωρίς να αφαιρούνται από αυτήν ο φόρος εισοδήματος, το χαρτόσημο και το τέλος ακίνητης περιουσίας (ΤΑΠ) και χωρίς να υπολογίζεται φυσικά το κέρδος υπεραξίας.



