Η επένδυση σε ακίνητα δεν είναι ούτε εύκολη ούτε απλή υπόθεση. Ακολουθεί κάποιους κανόνες και διαδικασίες που θα πρέπει να λάβει υπόψη του κάθε υποψήφιος επενδυτής.


Αυτό σημαίνει ότι δεν αρκεί η σωστή επιλογή της θέσης του ακινήτου, αλλά θα πρέπει παράλληλα να ακολουθηθούν οι βασικοί εμπορικοί κανόνες. Οπως λέει ο μεσίτης κ. Χρ. Σωτηρόπουλος, «για την πώληση όσο και για τη μίσθωση ο τρόπος προώθησης του ακινήτου, η διαπραγμάτευση των όρων συμφωνίας και ο σωστός προσδιορισμός της πραγματικής του αξίας είναι οι βασικότεροι παράγοντες για μια πετυχημένη επένδυση σε ακίνητα». Ιδιαίτερα ο τελευταίος παράγοντας, αυτός δηλαδή του προσδιορισμού της τιμής, αποτελεί ίσως το πιο ουσιαστικό κριτήριο για να θεωρηθεί μια επένδυση σε ακίνητο επιτυχής.


Είναι ευρέως γνωστό στον κύκλο των μεσιτών ακινήτων ότι η αρχικά ζητούμενη τιμή του ακινήτου θα χαρακτηρίσει και την πορεία του στην εν λόγω αγορά. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις όπου ένα ακίνητο, αν και βρίσκεται σε αξιόλογη τοποθεσία και κατασκευαστικά πληροί όλες τις προϋποθέσεις, παραμένει «παγωμένο» για χρόνια στην αγορά εξαιτίας της αρχικά λαθεμένης εκτίμησης της αξίας του.


Τι γίνεται όμως στην περίπτωση που η αξία ενός ακινήτου προσδιοριστεί σε χαμηλότερα επίπεδα της πραγματικής; Σε αυτή την περίπτωση επιτυγχάνεται μεν μια γρήγορη συναλλαγή, αποφέρει όμως ζημιά στον ιδιοκτήτη.


Σε περίπτωση υπερτίμησης του ακινήτου, ειδικότερα σε περιοχές όπου η κτηματαγορά κινείται σε σχετικά χαμηλά επίπεδα λόγω διαφόρων οικονομικών συγκυριών, το ακίνητο θα χαρακτηρισθεί ακριβό με αποτέλεσμα να μένει τελικά εκτός αγοράς.


Οπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο κ. Σωτηρόπουλος, «η εμπειρία μάς έχει δείξει ότι στα ακίνητα όπου η ζητούμενη τιμή απέχει αρκετά από την πραγματική ο υποψήφιος αγοραστής-μισθωτής αποφεύγει να κάνει αντιπροσφορά, με σκοπό να μειωθεί η προσφορά. Υπάρχει τότε ο κίνδυνος, όταν μετά από καιρό η τιμή πέσει, να υφίσταται και τότε δυσκολία πραγματοποίησης της συναλλαγής».


Η αρχική εκτίμηση του ακινήτου θεωρείται ο βασικός παράγοντας που προσδιορίζει τη χρονική διάρκεια που θα μεσολαβήσει ώσπου να ολοκληρωθεί μια πώληση ή μίσθωση ενός καταστήματος ή ενός γραφείου. Ετσι, σύμφωνα με την άποψη του κ. Σωτηρόπουλου, το πρώτο πράγμα που θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη τόσο από πλευράς αγοραστή όσο και από πλευράς πωλητή είναι η αξία του χρήματος κατά την περίοδο που το ακίνητο θα βρεθεί στο επίκεντρο της συναλλαγής.


Οι τυχόν αλλαγές που θα εμφανισθούν στη σχέση της προσφοράς και της ζήτησης ­ ως γνωστόν αυτή η σχέση είναι που θα προσδιορίσει τελικά την τιμή αγοράς ή μίσθωσης του ακινήτου ­ θα πρέπει επίσης να λαμβάνονται σοβαρά υπόψη. Είναι περισσότερο συμφέρον να γίνει μια συναλλαγή στην τιμή που προσδιορίζει η αγορά, μέσω της προσφοράς και της ζήτησης που υπάρχει τη συγκεκριμένη περίοδο, παρά σε μια άλλη η οποία θα ζημίωνε ή θα ωφελούσε έναν από τους δύο συναλλασσομένους.


Ωστόσο η εκτίμηση ενός ακινήτου δεν είναι εύκολη υπόθεση. Θα πρέπει να ληφθούν σοβαρά υπόψη πολλοί παράγοντες: η προσφορά και η ζήτηση ανάλογων ακινήτων, οι τιμές που πωλούνται ή μισθώνονται ακίνητα σε ανάλογες περιοχές καθώς και τα τεχνικά χαρακτηριστικά του ακινήτου, αν δηλαδή πληροί τις προδιαγραφές εκείνες που θα το έκαναν περιζήτητο, καθώς και οι τάσεις και οι εξελίξεις που επικρατούν στην ευρύτερη περιοχή του ακινήτου.