Συγκαταλέγεται στις βασικότερες υποχρεώσεις και ως υποχρέωση θεσμοθετείται από τις διατάξεις σχεδόν όλων των συνταγμάτων στις ευρωπαϊκές χώρες. Ο λόγος για τη στρατιωτική θητεία. Ομως οι στρατευμένοι δεν έχουν μόνο υποχρεώσεις αλλά και δικαιώματα. Με τα δικαιώματά τους λοιπόν, κυρίως στον τομέα της ασφάλισης, ασχολήθηκε πρόσφατα το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Οι ευρωπαίοι δικαστές με απόφασή τους έδωσαν λύση στο κρίσιμο ερώτημα αν οι εργοδότες είναι υποχρεωμένοι να καταβάλλουν ασφαλιστικές εισφορές και κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής θητείας ενός εργαζομένου.


Στο πλαίσιο της Ενωμένης Ευρώπης όμως το Δικαστήριο κλήθηκε να απαντήσει και σε ακόμη ένα ερώτημα: αν το δικαίωμα της ασφαλιστικής κάλυψης κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής θητείας το έχουν πέραν των υπηκόων ενός κράτους και οι πολίτες μιας άλλης χώρας της Ενωσης. Η υπόθεση που έφθασε στο Δικαστήριο αφορούσε προσφυγή ενός πολίτη από το Βέλγιο που εργαζόταν στον δημόσιο τομέα της Γερμανίας. Οταν στρατεύθηκε στο Βέλγιο (εκεί εκλήθη να εκπληρώσει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις) το γερμανικό δημόσιο που ήταν εργοδότης του δεν κατέβαλε ­ τον καιρό που υπηρετούσε ­ τις απαιτούμενες ασφαλιστικές εισφορές.


Το επιχείρημα που προβλήθηκε από τη γερμανική διοίκηση ήταν ότι ο εργαζόμενος υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία στο Βέλγιο και δεν μπορούσε στην περίπτωσή του να εφαρμοσθεί η νομοθεσία που ισχύει στη Γερμανία και αναγνωρίζει την υποχρέωση των εργοδοτών να παρέχουν ασφαλιστική κάλυψη στους γερμανούς υπηκόους. Ο βέλγος πολίτης προσέφυγε στο ΔΕΚ και ζήτησε να κριθεί αν η συμπεριφορά του γερμανικού δημοσίου εις βάρος του συνιστά δυσμενή διάκριση με βάση της διατάξεις της Συνθήκης και αν εφαρμόζεται και στην περίπτωσή του ο σχετικός κανονισμός της ΕΟΚ.


Το Δικαστήριο έκρινε με την απόφασή του πως η στρατιωτική θητεία είναι μια βασική υποχρέωση των πολιτών έναντι του κράτους και δημιουργεί υποχρεώσεις όχι στους εργοδότες αλλά στην πολιτεία. Ειδικότερα αποφάσισε ότι η πολιτεία, για να αντισταθμίσει τις δυσμενείς συνέπειες που απορρέουν κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής θητείας, δεσμεύεται από την κοινοτική νομοθεσία να επιβάλει στους εργοδότες την υποχρέωση να καλύπτουν ασφαλιστικά τους στρατευμένους εργαζομένους με την προϋπόθεση ότι δεν έχει διακοπεί προ της στρατεύσεως η σύμβαση εργασίας.


Σύμφωνα με την απόφαση η υποχρέωση των εργοδοτών να καλύπτουν ασφαλιστικά τους εργαζομένους που υπηρετούν στον στρατό θεωρείται πλεονέκτημα που πρέπει να απολαμβάνουν όλοι οι υπήκοοι ενός κράτους. Το ερώτημα όμως που προέκυψε είναι αν το πλεονέκτημα αυτό μπορεί να αναγνωρισθεί και σε εργαζομένους που είναι υπήκοοι άλλου κράτους – μέλους, όπως για παράδειγμα στον βέλγο υπήκοο που εργαζόταν στη Γερμανία.


Μπορεί ή όχι δηλαδή και ο αλλοδαπός (υπήκοος κράτους – μέλους της ΕΕ) να διεκδικήσει από τη χώρα στην οποία εργάζεται ασφαλιστική κάλυψη κατά τη διάρκεια της θητείας του; Σε αυτό το ερώτημα που απασχολεί χιλιάδες ευρωπαίους πολίτες το Δικαστήριο έδωσε αρνητική απάντηση. Συγκεκριμένα έκρινε πως το πλεονέκτημα που δίδεται από μια χώρα στους εργαζομένους που έχουν την ιθαγένειά της και υπηρετούν στον στρατό δεν μπορεί να αναγνωρισθεί και σε αλλοδαπούς, ακριβώς διότι είναι πλεονέκτημα και δεν απορρέει από κάποια άλλη σχέση.


«Ο εργαζόμενος ο οποίος έχει την ιθαγένεια ενός κράτους – μέλους και εργάζεται στο έδαφος άλλου κράτους – μέλους δεν μπορεί να αξιώσει την καταβολή των εργοδοτικών εισφορών, ακόμη και όταν το δικαίωμα αυτό εξασφαλίζεται από το εν λόγω κράτος στους υπηκόους του, ενόσω αυτοί υπηρετούν τη στρατιωτική τους θητεία σε αυτό το κράτος».


Την ίδια θέση έλαβε και ο γενικός εισαγγελέας κ. D. Jarabo Colomer, o οποίος ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση του Εκτου Τμήματος που πραγματοποιήθηκε στις 14 Δεκεμβρίου του 1995.


Υπόθεση. C- 315/94 Ελεύθερη κυκλοφορία προσώπων. Στρατιωτική θητεία. Κοινωνικό πλεονέκτημα. Εκτο Τμήμα.