• Αναζήτηση
  • Τη ζωή τους για μερικές χελιδονοφωλιές

    Τη ζωή τους για μερικές χελιδονοφωλιές Πώς ένα πλούσιο γεύμα μπορεί να γίνει μεροκάματο του τρόμου, στο Κράμπι της Ταϊλάνδης Της ΜΑΡΙΛΗΣ ΜΑΡΓΩΜΕΝΟΥ Αυτή τη στιγμή μέσα σε μια υγρή σπηλιά κάπου στην Ταϊλάνδη οκτώ άνδρες παίζουν τη ζωή τους κορόνα γράμματα. Ογδόντα μέτρα πάνω από το έδαφος σκαρφαλώνουν βράχια που το μάτι δεν τα χωράει ολόκληρα. Δεν έχουν δίχτυα και σχοινιά ορειβατικάΩ

    Της


    Αυτή τη στιγμή μέσα σε μια υγρή σπηλιά κάπου στην Ταϊλάνδη οκτώ άνδρες παίζουν τη ζωή τους κορόνα γράμματα. Ογδόντα μέτρα πάνω από το έδαφος σκαρφαλώνουν βράχια που το μάτι δεν τα χωράει ολόκληρα. Δεν έχουν δίχτυα και σχοινιά ορειβατικάΩ έχουν μονάχα τριμμένα ρούχα, καλάμια από μπαμπού και μεγάλη ανάγκη για το μεροκάματο. Πόντο πόντο εκμηδενίζουν τον φόβο τον ανθρώπινο και ανεβαίνουν. Στην κορυφή είναι αυτό που τους πρόσταξαν να κλέψουν: πολύτιμο φορτίο, που θα γεμίσει τη βάρκα τους ελπίδα ­ αν βέβαια ζήσουν για να το φέρουν πίσω. Χρυσός; Πολύτιμοι λίθοι; Οχι. Φωλιές χελιδονιών! Το ακριβότερο έδεσμα για τους μεγιστάνες της Ταϊλάνδης. Υπάρχει μόνο εκεί ψηλά και εκείνοι καλούνται να το αδράξουν. Να το πάνε στο εστιατόριο «ΑΡΒ Puket Bird’s Nest», το μοναδικό της χώρας που έχει εξουσιοδοτήσει ο βασιλιάς να το πουλάει.


    Κάθε φωλιά μπορεί να σημαίνει μια ζωή ανθρώπινη χαμένη στα βράχια της σπηλιάς. Κάθε φωλιά σερβίρεται στο πιάτο κάποιου ζάπλουτου Ταϊλανδού, Γιαπωνέζου ή Κινέζου. «Η σούπα – φάρμακο», λέει σε σπαστά αγγλικά η νεαρή σερβιτόρος του μαγαζιού, «καθαρίζει τον οργανισμό…». Εκείνη, όπως και οι οκτώ λιπόσαρκοι άνδρες της σπηλιάς, ποτέ δεν θα τη δοκιμάσει. Κάθε πιάτο στοιχίζει περίπου 50.000 δραχμές. Δύο πιάτα στοιχίζουν περισσότερο από το μηνιάτικό τους. Κάποια πιάτα έχουν στοιχίσει τη ζωή συντρόφων τους.


    «Το Βήμα» ταξίδεψε στον Ινδικό ωκεανό και μπήκε μαζί με μια ομάδα οκτώ ανδρών στη σπηλιά Γουάν Λον στο Κράμπι της Ταϊλάνδης. Τώρα όπου διαβάζετε αυτές τις γραμμές, κάποιος από οκτώ άνδρες μπορεί ήδη να μην υπάρχει…


    Οι οκτώ άνδρες στη βάρκα δεν μιλούν. Απλώς κοιτούν τα νερά, αργοναύτες με μέλλον αβέβαιο. Οι δικές τους συμπληγάδες, ίσια μπροστά, δεν κινούνται. Σαν σειρήνες, περιμένουν εκείνους να τις φλερτάρουν, σπρωγμένοι απ’ την ανάγκη της ζωής τους. Να προσπαθήσουν να τους κλέψουν τα στολίδια τους, τις πολύτιμες φωλιές. Τότε εκείνες θα τους τιμωρήσουν. Μπορεί να το κάνουν σε δύο ημέρες, μπορεί και σ’ ένα χρόνο. Κάθε μέρα που ξημερώνει είναι και μια νέα παρτίδα ρώσικης ρουλέτας: κάθε ανάβαση στη σπηλιά και μια θαλάμη που αδειάζει. Ο Μπαν Κορ Νι, ο αρχηγός, χρόνια τώρα περιμένει τη δική του γεμάτη θαλάμη.


    «Είναι γρουσουζιά», λένε, «να μιλάς στην αποστολή». Ο Κορ Νι στα σαράντα του ξέρει πια γιατί είναι γρουσουζιά: στον γυρισμό κάποια θέση μπορεί να είναι άδεια και κανείς δεν θέλει να έχει μιλήσει, να είναι φίλος με αυτόν που θα χαθεί. Γιατί ο φόβος μετά θα είναι αξεπέραστος, και ο φόβος σ’ αυτή τη δουλειά είναι κακός σύμβουλος. Οταν εκείνος σε οδηγεί δεν έχει σημασία η πείρα ή η δύναμη: πώς να αρπαχτείς στον βράχο όταν το χέρι σου τρέμει; Ο Κορ Νι το έχει δει να συμβαίνει ξανά και ξανά: ενα βήμα αβέβαιο και η πέτρα υποχωρεί. Οταν το σώμα βρεθεί στο κενό, η σπηλιά του Γουάν Λονγκ δεν θα δείξει έλεος. Εκείνος όμως είναι ο αρχηγός ­ δεν του επιτρέπεται να σκέφτεται όσα έχει δει. Και έτσι του μένει μόνο ο χορός για να ξορκίσει το κακό. Μόλις πατάει στο έδαφος και μπαίνει στη σπηλιά ανάβει ένα κερί, αφήνει γύρω του προσφορές: κρέας, φρούτα, δώρα… Γύρω τους χοροπηδά. Με τα χέρια και τα πόδια να πετούν, αφήνει ίχνη στην άμμο και άναρθρες κραυγές. Καλεί τα πνεύματα να φυλάξουν εκείνον και τους λιπόσαρκους συντρόφους του. Προσεύχεται και ουρλιάζει μαζί. Αγριος χορός, όσο άγρια κι η ζωή του…


    Οι άλλοι επτά άνδρες δεν κοιτούν ψηλά. Μαντεύουν ότι εκεί πάνω υπάρχει ένα άνοιγμα, εκεί όπου τα χελιδόνια μπαίνουν να αφήσουν τα αβγά τους, μα ξέρουν πια ότι, όσο κι αν τεντώνεις τον λαιμό, το φως είναι πολύ μακριά ακόμη. Τα χελιδόνια το φθάνουν γιατί πετούν. Εκείνοι για να τα φθάσουν πρέπει να κινδυνεύσουν όσο κάθε άνθρωπος που θέλησε να πετάξει. Γιατί; Για ψίχουλα, που θα τους σώσουν από την ασιτία. Για λιγότερο από 100.000 δραχμές τον μήνα, που θα τους συντηρήσουν ως την επόμενη αποστολή.


    Οι τέσσερις πιο έμπειροι ξεκινούν. Σκαρφαλώνουν τον βράχο. Χωρίς σχοινιά, χωρίς βοήθεια, απλώς πιάνονται στις πέτρες και ελίσσονται στον βράχο, προχωρούν σαν να ‘ναι λεία επιφάνεια, οριζόντια. Οσο οι μορφές τους μικραίνουν στο ύψος της σπηλιάς, όσο εκείνοι χάνονται στο σκοτάδι, οι υπόλοιποι κουβαλούν τεράστιες σκάλες 80 μέτρα ύψος απ’ την ακτή. Στον ουρανό τα περιστέρια κάνουν τους κύκλους τους ανύποπτα. Οσο ψηλά και αν χτίσουν, οι σκάλες των κυνηγών τους θα τα φθάσουν. Στο πλάι χοντρά καλάμια μπαμπού, στη μέση ξύλινο σκαλί δεμένο με ρίζες για να αντέχει… Ξαφνικά ακατανόητες φωνές ακούγονται από το πουθενά. Κανείς δεν εκπλήσσεταιΩ είναι οι πρώτοι τέσσερις που έφθασαν στο άνοιγμα, κάπου στα 80 μέτρα. Στέλνουν μήνυμα στη γλώσσα τους: «Ρίχνουμε σχοινί. Δέστε τις σκάλες».


    Το σκαρφάλωμα σαν να κρατάει για πάντα. Επάνω, το χάος. Κάτω, η άβυσσος. Μόνο ορατό σημείο η σκάλα που μοιάζει να εκτείνεται απεριόριστα στο σκοτάδι. Τα γυμνά πόδια του μπροστινού ολοένα ανεβαίνουν. Το κενό αντηχεί φωνές, τραγούδια ­ οι οκτώ άνδρες μιλούν για να ακούν τη φωνή τους. Κάποιος γελάει νευρικά. «Ποτέ δεν φοβάμαι», λέει ο Μπανγκ Κασέμ, ένας από την ομάδα, αργότερα. ΨέματαΩ εκείνη τη στιγμή γελούσε παλεύοντας τον φόβο του. Γιατί το μυαλό εκεί μέσα παίζει περίεργα παιχνίδια. Τα φτερουγίσματα των περιστεριών αντηχούν σαν σύρσιμο φιδιών. Τα σκαλιά γλιστρούν, μα αυτό σε βοηθάει: συγκεντρώνεσαι σε αυτά και ξεχνάς να σκεφθείς πού βρίσκεσαι. Αλλωστε δεν μπορείς να μιλήσεις για φόβο μέσα στη σπηλιά. Οι λέξεις «γλιστράει» και «φίδια» είναι απαγορευμένες ­ σ’ το λένε προτού μπεις μέσα. «Αν τις πεις, τα πνεύματα θα φέρουν γρουσουζιά. Αντί για «slippery» θα λες «wet» και αντί για «snakes», «strings»».


    Η πρώτη σκάλα τελειώνει 40 μέτρα πάνω από το βάραθρο. Οι φακοί φωτίζουν ένα χαώδες άνοιγμα στα τελευταία της πατήματα. «Το πρώτο «δωμάτιο»», λέει ο Μπαν Κορ Λεμπ, ο τρίτος της ομάδας. Από εδώ και πέρα καθένας δουλεύει μόνος του. Χωρίς δισταγμό ο Κορ Λεμπ τρυπώνει στον βράχο. Η λάμπα ανθρακωρύχου στο μέτωπό του ρίχνει στο άνοιγμα μια δεσμίδα φωτός. Τοίχωμα δεν φαίνεταιΩ η δεσμίδα προχωράει στο άπειρο. Ο Κορ Λεμπ πίσω της. Ψηλαφητά ανοίγει δρόμο στο σκοτάδι. Στα σκαλίσματα του βράχου αναζητεί τον θησαυρό του. Στρέφει τη λάμπα ολόγυρα. Σε ένα σημείο το φως σταματάει, επιμένει. Ο Κορ Λεμπ αφήνει τα μάτια του να συνηθίσουν. Γυρίζει. Φευγαλέα το βλέμμα του χαμογελάει: κάτι βρήκε.


    Απλώνει το «κρομ» του, ένα μικρό καλαθάκι δεμένο σ’ ένα μακρύ καλάμι, «ξυρίζει» το τοίχωμα. Ενας απαλός ήχος. Ικανοποιημένος γονατίζει, ρίχνει φως στο «κρομ» τώρα. Τα χέρια του βγάζουν από μέσα μια καφετιά μάζα. Η φωλιά. Τα δύο χελιδονάκια απροστάτευτα στα δάχτυλά του. Τα αφήνει στο έδαφος ­ το σπίτι τους θα πουληθεί χρυσό. Η δική τους ζωή δεν έχει σημασία. Ο Κορ Λεμπ συνεχίζει πιο βαθιά στη σπηλιά. Μία ώρα αργότερα βγαίνει από το πρώτο δωμάτιο. Τώρα ο σάκος στην πλάτη του είναι σχεδόν γεμάτος. Στη μικρή σπηλιά πίσω του δεκάδες νεοσσοί αργοπεθαίνουν.


    Οι πρώτες φωλιές είναι πάντα εύκολη λεία: μπορούν να πιαστούν από στερεό έδαφος. Τώρα όμως η ομάδα ετοιμάζεται για το δεύτερο στάδιο. Ο αρχηγός, ο Κορ Νι αναλαμβάνει την πιο δύσκολη αποστολή. Δένει τη μια άκρη ενός σχοινιού σε έναν βράχο, την άλλη στο σώμα του και βυθίζεται στο χάος. Από ψηλά φαίνεται μόνο η λάμπα του να αιωρείται στο κενό ­ φως που τρεμοπαίζει σε τούνελ. Με το κρομ του «σαρώνει» φωλιές ολόγυρα. Το πολύτιμο κυνήγι αντιστέκεται. Οχι για πολύ. Ο Κορ Νι βγάζει το «ρατζόμπ», ένα μακρύ εργαλείο με άκρη σαν δρεπάνι. Οι γρατσουνιές στα τοιχώματα σαν κιμωλία σε μαυροπίνακα. Καθεμία σημαίνει μία ακόμη φωλιά στον σάκο. Πολλές γρατσουνιές αργότερα, το σχοινί τραντάζεται γερά. Ο αρχηγός ανεβαίνει, ο σάκος ασφυκτικά γεμάτος.


    Τέσσερις το απόγευμα. Ηλιος δεν φαίνεται, μα ο Κορ Νι φωνάζει: «Επιστρέφουμε!». Η ημέρα φεύγει, τα χελιδόνια γυρίζουν. Η σπηλιά θα γεμίσει κρωξίματα, αλαφιασμένα πουλιά που ψάχνουν τη φωλιά τους, που θα διαλύσουν την ελάχιστη ασφάλεια της ησυχίας. Και έτσι, από την ίδια σκάλα ένας ένας οι άνδρες κατεβαίνουν. Τελευταίος ο Κορ Νι.


    Από τη θάλασσα φαίνονται ψηλά στον ουρανό τα πρώτα χελιδόνια που επιστρέφουν στη σπηλιά. Στο στόμα τους κρατούν τροφή για τα μικρά τους. Πετούν προς τη φωλιά. Θα βρουν τα μικρά τους νεκρά. Η φωλιά τους θα γίνει τροφή για στόματα ανθρώπινα: τρεις βρώμικοι σάκοι στη βάρκα του γυρισμού που χάσκουν γεμάτοι πολύτιμο εμπόρευμα. Τριάντα κιλά φωλιές και οκτώ άνδρες να τις κοιτούν αποκαμωμένοι. Κάθε φωλιά ζυγίζει μόλις μερικά γραμμάρια. Ως το τέλος του μήνα η συγκομιδή θα είναι 170 κιλά τουλάχιστον. Και οι άνδρες… κανείς δεν ξέρει αν στο τέλος του μήνα θα είναι ακόμη οκτώ.

    Αφιερώματα
    Σίβυλλα
    • Έντυπη έκδοση Στο extreme chic σαλέ… Ο πολυέλαιος του 18ου αιώνα είναι το εντυπωσιακότερο αντικείμενο στο κυρίως σαλόνι του «Ultima Gstaad». Οι κρυστάλλινες λεπτομέρειες έτσι... ΣΙΒΥΛΛΑ
    Helios Kiosk