Υπήρξε μία από τις πιο επιβλητικές και ιδιαίτερες εκπροσώπους της γλυπτικής του προηγούμενου αιώνα και κοιτώντας το έργο της αλλά και την ίδια δεν είναι να απορείς. Η τέχνη και το ύφος της ήταν απολύτως αναγνωρίσιµα: περιλάµβαναν µνηµειακές, αρχιτεκτονικές συνθέσεις από ευρεθέντα ξύλινα αντικείμενα, βαμμένα σχεδόν πάντα σε ένα ενιαίο χρώμα, κυρίως σε ένα βαθύ, απόλυτο μαύρο. Διότι εκεί όπου άλλοι έβλεπαν απομεινάρια της καθημερινότητας, η Λουίζ Νέβελσον (1899-1988) διέκρινε μορφές με ιστορία, όγκους με μνήμη, θραύσματα ενός κόσμου που μπορούσε να ανασυντεθεί ποιητικά. Μετέτρεπε πόρτες, καρέκλες, κιβώτια και δοκάρια σε περίπλοκες κατασκευές, τις οποίες οργάνωνε σε επιφάνειες και περιβάλλοντα που ξεπερνούσαν τη συμβατική έννοια του γλυπτού.

Η καλλιτεχνική της ταυτότητα δεν περιοριζόταν στο εργαστήριο. Η δημόσια εικόνα της ήταν εξίσου προσεκτικά διαμορφωμένη και λειτουργούσε ως προέκταση της γλυπτικής της. Φορώντας σταθερά έθνικ ρούχα, μαζί με μαντίλια ή και καπέλα ιππασίας, εντυπωσιακά κοσμήματα και με τα μάτια της πάντα δραματικά τονισμένα, έμοιαζε και η ίδια με ζωντανό assemblage.

Εξ ου και η μορφή της γοήτευσε τους πιο σπουδαίους φωτογράφους, όπως ο Ρόμπερτ Μέιπλθορπ ή ο Ρίτσαρντ Αβεντον και ο Χέλμουτ Νιούτον, οι οποίοι αποτύπωσαν στο χαρτί την έντονη, σχεδόν μυθική παρουσία της. Η Νέβελσον καλλιέργησε και εδραίωσε τον μύθο της «grande dame» της σύγχρονης τέχνης, συνδυάζοντας τη θεατρικότητα με την αυτοπεποίθηση. Το 1977 συμπεριλήφθηκε στην «International Best Dressed Hall of Fame List» της fashion publicist Ελινορ Λάμπερτ, η οποία «σύστηνε» στην κοινωνία πρόσωπα με εξαιρετικό στυλ.

© Estate of Louise Nevelson © Centre Pompidou-Metz Marc Domage

Η Mrs. N στη Γαλλία

Σήμερα, το Centre Pompidou-Metz επιχειρεί να επαναφέρει δυναμικά το έργο της Νέβελσον στο προσκήνιο μέσα από μια μεγάλη αναδρομική έκθεση. Πενήντα χρόνια μετά την τελευταία της παρουσία στη Γαλλία, το μουσείο στη πόλη Μετς προσφέρει μια εμπειρία immersive art, ανασυνθέτοντας περιβάλλοντα και παρουσιάζοντας έργα μεγάλης κλίμακας μέσα από την έκθεση «Louise Nevelson. Mrs. N’s Palace» (έως τις 31/8). Η έκθεση δεν προσεγγίζει τα έργα ως μεμονωμένα αντικείμενα, αλλά ως τμήματα ενός ολοκληρωμένου αφηγηματικού χώρου, τιμώντας την επιθυμία της καλλιτέχνιδας να παρουσιάζονται ως ένα ενιαίο περιβάλλον.

Οπως η ίδια έλεγε: «Είναι άδικο να μιλάμε για ξεχωριστά έργα, γιατί αυτό που έχει σημασία είναι το συνολικό περιβάλλον. Δεν πρόκειται μόνο για γλυπτά, είναι ένας ολόκληρος κόσμος. Ολες οι εκθέσεις μου είχαν τίτλο ενός μόνο έργου». Εξ ου και ο τίτλος της συγκεκριμένης έκθεσης προέρχεται από το τελευταίο «περιβάλλον» που δημιούργησε το 1977, με τίτλο «Mrs. N’s Palace». Το «Mrs. N» ήταν το παρατσούκλι που της είχαν δώσει οι γείτονές της στο Μανχάταν. Μετά την αποσυναρμολόγηση αρκετών από τις εντυπωσιακές εγκαταστάσεις της, που είχαν σχεδιαστεί ως ενιαία, αποσπώμενα έργα, η Νέβελσον αφιέρωσε δεκατρία χρόνια στην υλοποίηση αυτού του μνημειακού έργου, το οποίο φιλοξενείται πλέον μόνιμα στο Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης της Νέας Υόρκης – δόθηκε ως δώρο από την ίδια την καλλιτέχνιδα.

© Estate of Louise Nevelson-Fabio Mantegna

Tο ενδιαφέρον είναι ότι η διοργάνωση μιας τέτοιας αναδρομικής έκθεσης χαρακτηρίστηκε «ρίσκο» από την εφημερίδα «Le Monde». Παρά τη σημαντική αναγνώριση που απέκτησε η Νέβελσον από τη δεκαετία του 1960 έως τις αρχές των 1980s – περιλαμβάνοντας, μεταξύ άλλων, τη συμμετοχή της στην Μπιενάλε της Βενετίας το 1962 ως εκπρόσωπος των ΗΠΑ, όπου παρουσίασε τρία μονοχρωματικά περιβάλλοντα σε χρυσό, μαύρο και λευκό, καθώς και εκθέσεις στο Museum of Modern Art και στο Whitney Museum of American Art –, η φήμη της μειώθηκε αισθητά τις επόμενες δεκαετίες.

Μια μακροχρόνια νομική διαμάχη μεταξύ των κληρονόμων της ανέστειλε για χρόνια την παρουσίαση του έργου της, περιορίζοντας την ορατότητά του στη διεθνή σκηνή. Οταν τα ζητήματα επιλύθηκαν, η επανεκκίνηση των εκθέσεων έγινε με αργό και συγκρατημένο ρυθμό. Τα ίδια τα έργα της παρουσιάζουν πρακτικές δυσκολίες αναφορικά με την παρουσίασή τους. Τα μνημειακά περιβάλλοντα που δημιούργησε για ιδρύματα και μεγάλες διοργανώσεις συχνά αποσυναρμολογούνταν, ενώ η ίδια δεν δίσταζε να επαναχρησιμοποιεί στοιχεία από παλαιότερα έργα σε νέες συνθέσεις. Ως αποτέλεσμα, λίγα μεγάλα σύνολα διατηρήθηκαν ακέραια.

Ενα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το έργο με τίτλο «The Royal Tides» (1960-1964), που δώρισε στην Tate Gallery («An American Tribute to the British People») και εξασφάλισε έτσι τη διατήρησή του. Πρόκειται για ένα πολυδιάστατο γλυπτικό περιβάλλον μεγάλης κλίμακας από ξύλο και μεταλλικά στοιχεία που δημιουργούν ένα εμβυθιστικό σύμπαν, το οποίο επιτρέπει στον θεατή να περιπλανηθεί μέσα του και να βιώσει τη σχέση με τον χώρο και το φως. Η μεταφορά και ανασύνθεση τέτοιων έργων απαιτεί σημαντικούς πόρους και μεγάλη επιμελητική τόλμη, γεγονός που αυξάνει, σύμφωνα με τη γαλλική εφημερίδα, το «ρίσκο» μιας μεγάλης αναδρομικής έκθεσης.

Photo © Estate of Louise Nevelson- © Collection Museum Boijmans Van Beuningen

Η συνθήκη της επανεφεύρεσης

Η κατανόηση της τέχνης της Νέβελσον απαιτεί και μια ματιά στη ζωή της. Γεννημένη το 1899 στα εδάφη της Ρωσικής Αυτοκρατορίας (σημερινή Ουκρανία) ως Λέα Μπερλιάφσκι, μετανάστευσε παιδί – 6 ετών – στις Ηνωμένες Πολιτείες μαζί με τη μητέρα της για να συναντήσουν τον πατέρα της στο Ρόκλαντ του Μέιν. Η εμπειρία της μετακίνησης, της αλλαγής ταυτότητας και της ανάγκης επανεφεύρεσης του εαυτού της σημάδεψε τη διαδρομή της. Στην Αμερική θα γινόταν η Λουίζ και το επίθετό της θα άλλαζε μετά τον γάμο της με τον επιχειρηματία Τσαρλς Νέβελσον. Μαζί εγκαταστάθηκαν στη Νέα Υόρκη, την πόλη της καρδιάς της, που δεν εγκατέλειψε ποτέ ουσιαστικά και θεωρούσε, δικαίως, ένα «τεράστιο γλυπτό» – δεν είναι τυχαίο ότι το 1958 θα παρουσίαζε τον πρώτο της «τοίχο», τιτλοφορούμενο «Sky Cathedral», έναν φόρο τιμής στην πόλη που έκανε πατρίδα της.

Εκεί συντελέστηκε η πραγματική της «μεταμόρφωση» μέσα από την τέχνη. Σπούδασε αρχικά τραγούδι με την Εστέλ Λίμπλινγκ, πρώην σοπράνο της Metropolitan Opera στη Νέα Υόρκη, παρακολούθησε μαθήματα σχεδίου, ζωγραφικής και γλυπτικής στο Art Students League of New York και αργότερα μαθήματα δραματικής τέχνης στο International Theatre Arts Institute στο Μπρούκλιν, όπου γνώρισε τον Φρέντερικ Κίσλερ, σημαντική μορφή της ευρωπαϊκής πρωτοπορίας. Στην πορεία χώρισε από τον σύζυγό της, με τον οποίο είχε αποκτήσει έναν γιο, και ταξίδεψε στο Μόναχο για να εκπαιδευτεί δίπλα στον Χανς Χόφμαν. Στις δεκαετίες του 1930 και 1940 πειραματίστηκε με πηλό και ξύλο, αναζητώντας μια προσωπική γλώσσα. Το ταξίδι της στο Μεξικό το 1950 ενίσχυσε τη μνημειακή διάσταση των έργων της, καθώς ήρθε σε επαφή με προκολομβιανές κατασκευές που έμοιαζαν με διαχρονικά σύμβολα.

Moving-Static-Moving Figure, c. 1945 – Artwork Location: Whitney Museum of American Art, New York, USA – Permission for usage must be provided in writing from Scala.

Paint it black

Στην ώριμη φάση της, η Νέβελσον είχε πλέον διαμορφώσει ένα απολύτως προσωπικό σύμπαν. Οι μαύρες, επιβλητικές κατασκευές της φαίνεται να ανήκουν ταυτόχρονα στο παρελθόν και στο μέλλον. Το μαύρο για τη Νέβελσον δεν ήταν σύμβολο πένθους ή άρνησης, αλλά εργαλείο αποκάλυψης. Πίστευε ότι όταν εφαρμόζεται ομοιόμορφα, δεν «σβήνει» τις λεπτομέρειες, αλλά τις αναδεικνύει μέσω του φωτός και της σκιάς. Οι εσοχές, οι προεξοχές και τα ίχνη της προηγούμενης ζωής των αντικειμένων αποκτούσαν δραματική ένταση. Οπως αργότερα ο Πιερ Σουλάζ ανέδειξε το φως μέσα από τους outrenoirs πίνακές του, έτσι και η Νέβελσον κατάλαβε νωρίς ότι η μονοχρωμία μπορεί να προσδώσει πλαστική δύναμη και πνευματική πυκνότητα. Οι συνθέσεις της έμοιαζαν με σύγχρονα ερείπια, με τοτεμικές κατασκευές ή με ιερά αρχαίων πολιτισμών κυρίως από ξύλο, αλλά κάποιες φορές και από ατσάλι, αλουμίνιο και πλεξιγκλάς. Ενα από τα εντυπωσιακά έργα της έκθεσης, το «Artillery Landscape» (π. 1985), αποτελείται από ξύλινα κιβώτια που αρχικά περιείχαν πυρομαχικά. Τα κουτιά, βαμμένα φυσικά μαύρα, διασκορπίζονται στον χώρο και εκτίθενται μισάνοιχτα. Αυτή η τρισδιάστατη σύνθεση δημιουργεί το illusion μιας εναέριας θέας πόλης, προσφέροντας στον θεατή μια έντονη αίσθηση χώρου και βάθους.

Σημαντικό στοιχείο του έργου της ήταν η χωρική εμπειρία. Τη Νέβελσον δεν την ενδιέφερε το γλυπτό ως αντικείμενο που παρατηρείται από απόσταση, αλλά ως ένα περιβάλλον μέσα στο οποίο ο θεατής κινείται και συμμετέχει. Σε πολλές εκθέσεις της τα έργα καταλάμβαναν ολόκληρες αίθουσες: απλώνονταν στο δάπεδο, κάλυπταν τοίχους ή κρέμονταν από το ταβάνι. Ο επισκέπτης δεν στεκόταν απλώς απέναντί τους, αλλά διέσχιζε έναν κόσμο γεμάτο σκιές και όγκους, βιώνοντας μια εμπειρία σωματική, σχεδόν τελετουργική. Ο Τζον Κέιτζ είχε περιγράψει τα περιβάλλοντά της ως «μουσικό θέατρο», αναγνωρίζοντας τη ρυθμικότητα και τη σκηνική τους δύναμη. Η σχέση της με την κίνηση και τον χορό είχε υπάρξει εξάλλου καθοριστική για την ανάπτυξη της καλλιτεχνικής της γλώσσας. Για περίπου δύο δεκαετίες διδάχθηκε από τη χορεύτρια και χορογράφο Ελεν Κερνς, την οποία είχε γνωρίσει μέσω του καλού της φίλου Ντιέγκο Ριβέρα. Μια παρένθεση εδώ για ένα μικρό gossip: Η Νέβελσον είχε συνεργαστεί με τον πληθωρικό μεξικανό μουραλίστα ως βοηθός του στην πολυσυζητημένη τοιχογραφία του με τίτλο «Man at the Crossroads» που προοριζόταν για το τότε RCA Building στο Κέντρο Ροκφέλερ και η προσωπική τους σχέση, η οποία έγινε πιο στενή, προκάλεσε ένταση με τη σύζυγο του Ριβέρα, Φρίντα Κάλο, καλλιτέχνιδα που η αμερικανίδα γλύπτρια θαύμαζε ιδιαίτερα.

Παράλληλα, η Νέβελσον επηρεάστηκε βαθιά από το έργο της Μάρθα Γκράχαμ και από τις πρωτοποριακές εξερευνήσεις του μοντέρνου χορού της Μέρι Βίγκμαν. Παρότι δεν συνεργάστηκε άμεσα με χορογράφους – σε αντίθεση με τον Αντι Γουόρχολ που δούλεψε με τον Μερς Κάνινγκχαμ στα «Silver Clouds» το 1968 –,
η Νέβελσον ενσωμάτωνε στο έργο της μια αίσθηση ρυθμού και σκηνικής παρουσίας στα έργα της Η ιδέα ότι η δημιουργική ενέργεια αναδύεται από το «κέντρο» του σώματος μεταφράστηκε στη γλυπτική της ως εσωτερική ένταση και δυναμική ισορροπία, προσδίδοντας στα έργα της κίνηση και ζωντάνια. Είναι και μια ανάγνωση που προτείνει η επιμελήτρια της έκθεσης στο Μετς, Αν Χόρβαθ, η οποία παραλληλίζει συστηματικά το έργο της Νέβελσον με τον σύγχρονο χορό. Ο Αρνι Γκλίμτσερ, ιδρυτής της γκαλερί Pace Gallery και συνεργάτης της επί σειρά ετών, το έχει θέσει κάπως αλλιώς: «Ηταν πολύ κοντά στον Κάνινγκχαμ και στον Τζον Κέιτζ. Αλλά το έργο της δεν έχει καμία σχέση με την κίνηση. Πιστεύω ότι η Λουίζ επηρεάστηκε μάλλον από τους ντανταϊστές και τους σουρεαλιστές, αρχής γενομένης από τον Κουρτ Σβίτερς».