Μια αναδρομική έκθεση για τον Gianni Versace δεν είναι απλώς η παράθεση ενδυμάτων σε προθήκες. Εντάξει, είναι και αυτό. Οπως πιθανότατα είναι και η ευκαιρία για ένα προσοδοφόρο για τους διοργανωτές «μνημόσυνο».
Ομως, αν αφαιρέσουμε την καχυποψία και τον κυνισμό, πρόκειται – ειδικά στην περίπτωση του Gianni Versace – για τη χαρτογράφηση μιας ολόκληρης εποχής.

Η έκθεση «Gianni Versace Retrospective», που φιλοξενείται στο Musée Maillol του Παρισιού έως τις 6 Σεπτεμβρίου, λειτουργεί ακριβώς έτσι: ως μια χρονοκάψουλα που μεταφέρει τον επισκέπτη στη δεκαετία του 1990, τότε που η μόδα έπαψε να αφορά μόνο μια κλειστή ελίτ και συναντήθηκε με την ποπ κουλτούρα, τη μουσική βιομηχανία και τις κάθε λογής και κοπής διασημότητες.

Μέσα από εκατοντάδες αυθεντικά κομμάτια που προέρχονται από ιδιωτικές συλλογές, η σκηνογραφία της έκθεσης ανασυνθέτει τον κόσμο ενός δημιουργού που επαναπροσδιόρισε και σφράγισε την έννοια της πολυτέλειας, συνδυάζοντας την κλασική ιταλική ραπτική με την αναπολογητική υπερβολή – και μάλιστα στον υπερθετικό βαθμό.
Από τη Magna Graecia στο Μιλάνο
Κανείς βεβαίως δεν μπορεί να ερμηνεύσει ένα φαινόμενο αν πριν και πρώτα από όλα δεν ανατρέξει στις απαρχές του.
Γεννημένος το 1946 στο Ρέτζιο της Καλαβρίας, ο Gianni Versace μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον όπου η ιστορία της Μεγάλης Ελλάδας ήταν πανταχού παρούσα.
Οι πρώτες αναφορές του ήδη από την παιδική ηλικία του ήταν τα απομεινάρια αρχαίων ελληνικών και ρωμαϊκών ναών, τα ψηφιδωτά, οι ελληνορωμαϊκοί μύθοι. Από αυτούς άλλωστε άντλησε – καθόλου τυχαία ή συμπτωματικά – πολλά χρόνια αργότερα το λογότυπο του οίκου του: το θρυλικό κεφάλι της Μέδουσας.

Oπως είχε εξηγήσει, η Μέδουσα αντανακλούσε την απόλυτη σαγήνη, την παραλυτική ομορφιά, εκείνη που αιχμαλωτίζει τον αποδέκτη, μην αφήνοντάς του δρόμο επιστροφής.
Από τη μία ήταν η ιστορία του τόπου του, από την άλλη η καθημερινότητα που ζούσε στο πατρογονικό του σπίτι. Η μητέρα του, ονόματι Φράνκα, διατηρούσε ένα από τα πιο γνωστά ατελιέ ραπτικής της περιοχής.
Εκεί, παρατηρώντας τη διαδικασία δημιουργίας ενός ρούχου από το μηδέν, ο Gianni Versace έμαθε την αρχιτεκτονική του υφάσματος. Εμαθε να κόβει, να ράβει, να οραματίζεται μια δημιουργία από το τίποτα και να της εμφυσά ζωή.

Οταν στις αρχές της δεκαετίας του 1970 μετακόμισε στο βιομηχανικό και ανερχόμενο τότε Μιλάνο, στις αποσκευές του δεν είχε μόνο ιδέες. Κυρίως κουβαλούσε τη βαθιά γνώση της κατασκευής ενός ενδύματος.
Αφού κόλλησε τα πρώτα του ένσημα ως σχεδιαστή για περίφημους ιταλικούς οίκους της εποχής (Callaghan, Genny και Complice), το 1978 αποφάσισε, με την υποστήριξη του αδελφού του Santo (ο οποίος ανέλαβε το επιχειρηματικό σκέλος) και αργότερα της αδελφής του Donatella (που, εκτός από συνεργάτιδα, έγινε και μούσα του), να ιδρύσει τον οίκο Gianni Versace.

Από τις πρώτες κιόλας συλλογές του έκανε σαφή την πρόθεσή του. Δεν ήταν άλλη από το να αποδομήσει τους κανόνες που ακολουθούνταν ως θέσφατα.
Versace VS Armani: Ίδιο νόμισμα, διαφορετικές όψεις
Η μιλανέζικη μόδα παρήγαγε εκείνη την εποχή περισσότερη μινιμαλιστική μόδα από όση μπορούσε να καταναλώσει. Ο Gianni Versace εισήγαγε το έντονο χρώμα, τα προκλητικά κοψίματα, την απενοχοποίηση της σεξουαλικότητας.
Ηταν η εποχή που στα σαλόνια του Μιλάνου αποκρυσταλλώθηκε ένας άτυπος, ιστορικός «πόλεμος» αισθητικής ανάμεσα στον ίδιο και τον Giorgio Armani.
Η βιομηχανία της μόδας συμπύκνωσε γρήγορα αυτή τη διελκυστίνδα σε μια φράση που έγραψε ιστορία: «Ο Armani ντύνει τη σύζυγο και ο Versace την ερωμένη». Μια ρήση που αποτύπωνε με ακρίβεια την απόλυτα απελευθερωμένη και τολμηρή ταυτότητα του οίκου – που συχνά, μάλιστα, πάντρευε σχολές, αναφορές και κινήματα που μέχρι τότε θεωρούνταν ασύμβατα.

Θα μπορούσε κανείς να τον θεωρήσει ιερόσυλο. Ομως στο μυαλό του Versace το μπαρόκ μπορούσε να συνυπάρχει με το punk στυλ και η υψηλή ραπτική να υιοθετεί χωρίς αγκυλώσεις στοιχεία από την underground σκηνή. Ας μην ξεχνάμε πως ήταν εκείνος που τόλμησε να φέρει το δέρμα, τα τρουκ και τις αλυσίδες στα catwalks. Οχι χωρίς αντιδράσεις.
Η συλλογή με τον τίτλο «Miss S&M» του 1992 αναμετρήθηκε με τα χρηστά ήθη της εποχής λόγω των bondage στοιχείων, όμως σήμερα θεωρείται μία από τις πιο επιδραστικές στην ιστορία της σύγχρονης μόδας. Ο Gianni Versace απελευθέρωσε τη γυναικεία σιλουέτα από τα στερεότυπα και τα ταμπού. Και το έκανε αριστοτεχνικά και κυρίως αναπολογητικά.

Η πιο χαρακτηριστική τεχνική καινοτομία του ήταν το Oroton. Το 1982 παρουσίασε ένα επαναστατικό υλικό: ένα μεταλλικό πλέγμα που δεν ήταν βαρύ ή δύσκαμπτο, αλλά έρρεε πάνω στο γυναικείο σώμα σαν υγρό μετάξι. Το Oroton έγινε σήμα κατατεθέν του οίκου, αντανακλώντας το φως και προσδίδοντας στις δημιουργίες του την όψη ρευστού χρυσού.
Οι συλλογές του αντλούσαν συνεχώς αναφορές από την τέχνη. Η περίφημη «Pop Art» συλλογή του το 1991, με τα φορέματα που έφεραν τα τυπώματα του Andy Warhol (τα πρόσωπα της Marilyn Monroe και του James Dean), ήταν μια σαφής δήλωση: η μόδα είναι κομμάτι της σύγχρονης τέχνης και η τέχνη όχι μόνο μπορεί, αλλά και οφείλει να φοριέται και να κυκλοφορεί στους δρόμους.

Ομως, το όραμά του δεν εξαντλήθηκε στην pop κουλτούρα. Ως ένας βαθιά καλλιεργημένος δημιουργός, διατήρησε άρρηκτους δεσμούς με την κλασική τέχνη. Συνεργάστηκε στενά με τον θρυλικό χορογράφο Maurice Bejart και σχεδίασε κοστούμια για εμβληματικές παραστάσεις μπαλέτου και όπερας στη La Scala του Μιλάνου, αποδεικνύοντας ότι η φαντασμαγορία του πατούσε σε στέρεες βάσεις.
Ο «πατέρας» των supermodels
Εάν υπάρχει κάτι για το οποίο ο Gianni Versace θα μνημονεύεται εσαεί στην ιστορία της μόδας, είναι η δημιουργία του φαινομένου των supermodels. Πριν από εκείνον, τα μοντέλα της πασαρέλας ήταν κατά βάση ανώνυμες παρουσίες που απλώς αναδείκνυαν τα ρούχα.
Ναι, ακόμα και οι ίδιοι οι σχεδιαστές τα αντιμετώπιζαν ως ανθρώπινες κρεμάστρες. Ο κανόνας απαιτούσε από το μοντέλο να μην επισκιάζει τη δημιουργία.

Ο Versace ανέτρεψε αυτή τη λογική. Αντιλήφθηκε νωρίς ότι η προσωπικότητα και ο δυναμισμός των γυναικών που φορούσαν τα ρούχα του ήταν εξίσου σημαντικά με τα ίδια τα ρούχα. Αρχισε να κλείνει αποκλειστικά συμβόλαια με συγκεκριμένα μοντέλα, πληρώνοντάς τα με αστρονομικά – για την εποχή – ποσά.
Ονόματα όπως η Cindy Crawford, η Naomi Campbell, η Linda Evangelista, η Christy Turlington και η Claudia Schiffer δεν ήταν πια απλώς μανεκέν. Εγιναν παγκόσμια είδωλα, superstars που αναγνωρίζονταν με τα μικρά τους ονόματα.

Θρυαλλίδα θεωρείται η επίδειξη του οίκου Versace τον Μάρτιο του 1991. Στο φινάλε του show η Evangelista, η Crawford, η Campbell και η Turlington περπάτησαν μαζί στην πασαρέλα υπό τους ήχους του «Freedom! ’90» του George Michael, στο βιντεοκλίπ του οποίου είχαν πρωταγωνιστήσει μερικούς μήνες πριν.
Η μόδα είχε γίνει πια σάρκα από τη σάρκα της pop κουλτούρας.
Το κόκκινο χαλί ως πασαρέλα
Ο Gianni Versace κατανόησε και εν πολλοίς εργαλειοποίησε τη δυναμική των διασημοτήτων. Ηταν από τους πρώτους σχεδιαστές που αντιμετώπισαν τους καλλιτέχνες, τους μουσικούς και τους ηθοποιούς ως πρεσβευτές της αισθητικής του.
Μάλιστα, μετακίνησε τους συντάκτες μόδας από την πρώτη σειρά των επιδείξεων και τοποθέτησε στη θέση τους αστέρες του Χόλιγουντ και θρύλους της μουσικής. Αλλωστε, η σχέση του με τη μουσική ήταν οργανική.

Δημιούργησε τα κοστούμια για παγκόσμιες περιοδείες του Elton John, συνεργάστηκε στενά με τον Prince, την Tina Turenr και την Madonna, ενώ μούσα του υπήρξε και η πριγκίπισσα Νταϊάνα.
Σε μια περίοδο όπου η λαίδη Σπένσερ προσπαθούσε να αποδεσμευτεί από το αυστηρό πρωτόκολλο του Μπάκιγχαμ, μετά τον χωρισμό της από τον Κάρολο, ο οίκος Versace τής προσέφερε ρούχα που εξέπεμπαν αυτοπεποίθηση, θηλυκότητα και δυναμισμό. Οι φωτογραφίες της με τα εμβληματικά ταγέρ και τα βραδινά φορέματα του οίκου την εδραίωσαν ως παγκόσμιο fashion icon.
Κανείς ωστόσο δεν μπορεί να ξεχάσει τη στιγμή που προσυπέγραψε την επιδραστικότητα του οίκου στο κόκκινο χαλί: την πρεμιέρα της ταινίας «Τέσσερις γάμοι και μία κηδεία» το 1994.

Η – τότε άγνωστη στο ευρύ κοινό – Elizabeth Hurley εμφανίστηκε στο πλευρό του πρωταγωνιστή Hugh Grant φορώντας ένα μαύρο φόρεμα Versace που κρατιόταν ενωμένο με τεράστιες, χρυσές παραμάνες. Το «That Dress», όπως έμεινε στην ιστορία, ήταν ένα μάθημα για το πώς ένα ρούχο μπορεί να απογειώσει μια εν μία νυκτί και να μονοπωλήσει τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων παγκοσμίως.
Παράλληλα, ο Versace αντιλήφθηκε πολύ νωρίς ότι δεν σχεδίαζε απλώς ενδύματα, αλλά πρότεινε έναν ολοκληρωμένο τρόπο ζωής. Ηταν από τους πρωτοπόρους που επέκτειναν το όνομα του οίκου δημιουργώντας ένα 360-lifestyle brand.

Από τις πολυτελείς συλλογές για το σπίτι και τις περίφημες πορσελάνες σε συνεργασία με τη Rosenthal, μέχρι τα αρώματα και τα έπιπλα, το λογότυπο της Μέδουσας διείσδυσε στην καθημερινότητα, χτίζοντας μια αυτοκρατορία που ξεπερνούσε κατά πολύ τα όρια της πασαρέλας.
Οι Σειρήνες του Μαϊάμι
Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, αναζητώντας διέξοδο από το γκρίζο και βιομηχανικό Μιλάνο, ο Gianni Versace επισκέφθηκε το Μαϊάμι της Φλόριντα. Η περιοχή του South Beach εκείνη την περίοδο δεν είχε τη σημερινή της λάμψη. Ηταν ένας τόπος σε παρακμή, με Art Deco κτίρια παραδομένα στην πατίνα του χρόνου.

Ο σχεδιαστής γοητεύθηκε από το φως, το κλίμα, που του θύμιζε τον ιταλικό Νότο, και την ατμόσφαιρα ελευθεριότητας της πόλης. Το 1992, περπατώντας στην Ocean Drive, είδε την Casa Casuarina, μια έπαυλη σε ισπανικό στυλ που είχε χτιστεί το 1930.
Την αγόρασε – αποκτώντας και το διπλανό ξενοδοχείο, το οποίο γκρέμισε για να φτιάξει τον χώρο της πισίνας – και επένδυσε εκατομμύρια για να την ανακαινίσει. Τη μετέτρεψε σε ένα προσωπικό παλάτι, γεμάτο ψηφιδωτά, τοιχογραφίες, αγάλματα και χρυσές λεπτομέρειες.

Η παρουσία του στο South Beach συνέβαλε καταλυτικά στην αναγέννηση της περιοχής. Ο Versace μετέτρεψε το Μαϊάμι σε πόλο έλξης για τη διεθνή μόδα, πραγματοποιώντας εκεί φωτογραφίσεις, προσκαλώντας διασημότητες και, κατά συνέπεια, θέλγοντας τα διεθνή μέσα ενημέρωσης.
Η ζωή του εκεί ήταν σχεδόν ιδανική. Μπορούσε να περπατά στους δρόμους χωρίς να τον αναγνωρίζει κανείς, αγόραζε καθημερινά εφημερίδες και περιοδικά από ένα τοπικό κατάστημα, ζούσε αρμονικά με τον επί 15 χρόνια σύντροφό του Antonio D’Amico.

Το Μαϊάμι έγινε το δεύτερο σπίτι του. Ή μάλλον το καταφύγιό του από τον συντηρητισμό και τον καθωσπρεπισμό της Ιταλίας.
Η δολοφονία που σημάδεψε τα 90s
Αυτός ο ιδανικός για τον Gianni Versace τόπος έμελλε να γίνει το σκηνικό για μία από τις πιο σοκαριστικές τραγωδίες της δεκαετίας του ’90.
Ηταν το πρωινό της 15ης Ιουλίου του 1997. Ο Gianni Versace, πιστός στην καθημερινή ρουτίνα του, βγήκε από την έπαυλή του για να αγοράσει εφημερίδες και περιοδικά. Κατά την επιστροφή του, την ώρα που ξεκλείδωνε την επιβλητική σιδερένια πύλη της Casa Casuarina, ένας άνδρας τον πλησίασε από πίσω και τον πυροβόλησε δύο φορές εξ επαφής.

Ο σχεδιαστής έπεσε νεκρός ακαριαία στα μαρμάρινα σκαλιά του σπιτιού του. Ηταν 50 ετών και βρισκόταν στο απόγειο της δημιουργικής και επιχειρηματικής πορείας του.
Δράστης της δολοφονίας ήταν ο Andrew Cunanan, ένας 27χρονος κατά συρροήν δολοφόνος που βρισκόταν ήδη στη λίστα του FBI με τους δέκα περισσότερο καταζητούμενους, έχοντας σκοτώσει άλλους τέσσερις ανθρώπους πριν φτάσει στο Μαϊάμι. Οκτώ ημέρες αργότερα, καθώς η αστυνομία τον είχε εγκλωβίσει, ο Cunanan αυτοκτόνησε, παίρνοντας μαζί του τα πραγματικά κίνητρα της δολοφονίας, τα οποία παραμένουν μέχρι σήμερα αντικείμενο έρευνας, εικασιών αλλά και τηλεοπτικών παραγωγών.

Η είδηση της δολοφονίας του Gianni Versace σταμάτησε τον χρόνο. Η βία με την οποία κόπηκε το νήμα της ζωής ενός ανθρώπου που εξυμνούσε την ομορφιά και τη χαρά ήταν μια ανατροπή που θα περίμενε να συναντήσει κανείς σε υποθέσεις μυθοπλασίας, όχι στην αληθινή ζωή.
Η κηδεία του πραγματοποιήθηκε στη γενέτειρά του, στον καθεδρικό ναό του Μιλάνου. Στα στασίδια της εκκλησίας βρισκόταν η ελίτ της παγκόσμιας σόου μπιζ.

Οι εικόνες της πριγκίπισσας Νταϊάνα – μόλις λίγες εβδομάδες πριν βρει και η ίδια τραγικό θάνατο στο Παρίσι – να παρηγορεί τον συντετριμμένο Elton John αποτύπωσαν με τον πιο γλαφυρό τρόπο το τέλος μιας εποχής που χαρακτηρίστηκε από την υπερβολή, μα και από την αθωότητα.
Η κληρονομιά του Gianni Versace
Ο θάνατος του ιδρυτή του οίκου Versace άφησε ένα δυσαναπλήρωτο κενό. Η διαχείριση της τεράστιας αυτοκρατορίας πέρασε στα χέρια της οικογένειάς του, βάσει της διαθήκης που ο ίδιος είχε συντάξει.
Η Donatella Versace, 42 ετών τότε, κλήθηκε να αναλάβει τον ρόλο της καλλιτεχνικής διευθύντριας. Τα πρώτα χρόνια ήταν δύσκολα, αφού έπρεπε να διαχειριστεί το πένθος και την απώλεια, να βρει τη δική της φωνή και να ξεφύγει από τη σκιά της μεγαλοφυΐας του αδελφού της.

Δεν τα πήγε άσχημα. Το ένστικτο που χαρακτήριζε τον οίκο παρέμεινε ζωντανό. Η πρώτη επιβεβαίωση ήρθε το 2000, όταν η Jennifer Lopez εμφανίστηκε στα βραβεία Grammy φορώντας ένα ημιδιάφανο, πράσινο φόρεμα Versace με ένα αποκαλυπτικό ντεκολτέ.
Η φρενίτιδα που προκάλεσε το φόρεμα ήταν τέτοια, που, σύμφωνα με στελέχη της Google, οδήγησε στη δημιουργία του εργαλείου Google Image Search, επειδή όλος ο πλανήτης έψαχνε απεγνωσμένα να δει τη φωτογραφία. Ο οίκος είχε αποδείξει ότι η ικανότητά του να δημιουργεί pop ιστορία είχε μείνει ανέπαφη.

Σήμερα, τρεις δεκαετίες μετά τον θάνατό του, η κληρονομιά του Gianni Versace είναι και παρούσα και κυρίαρχη. Ο διάλογος της κουλτούρας του δρόμου με τα ατελιέ της υψηλής ραπτικής, η εμμονή με τα logos, η τοποθέτηση των διασημοτήτων στην καρδιά της βιομηχανίας και η αποδοχή της διαφορετικότητας και του sex appeal είναι στοιχεία που θεωρούνται πλέον εκ των ων ουκ άνευ της μόδας.
Μοιάζει σαν ο Versace να μην προφήτευσε απλώς, αλλά να σχεδίασε το μέλλον της μόδας. Γι’ αυτό και μάλλον η αναδρομική έκθεση «Gianni Versace Retrospective» δεν μπορεί να είναι μόνο ένα καθυστερημένο «συγχώριο» ή απλώς μια «τουριστική» παγίδα.

Λειτουργεί περισσότερο σαν υπόμνηση της επιρροής ενός δημιουργού που έβλεπε τα ρούχα όχι ως μέσο κάλυψης, αλλά ως μέσο έκφρασης της ελευθερίας. Και, τελικά, ως μια απόδειξη ότι η αισθητική μπορεί να υπερτερεί ακόμα και του χρόνου.











