Δισεκατομμύρια άνθρωποι το έχουν δει να υψώνεται στον ουρανό, λουσμένο στο φως των προβολέων, τα κομφετί και τον ιδρώτα των πρωταθλητών, την ώρα της απόλυτης αθλητικής αποθέωσης.
Ελάχιστοι όμως γνωρίζουν ότι το πιο διάσημο αθλητικό έπαθλο του κόσμου είναι στην πραγματικότητα κούφιο. Ή ότι δε μένει ποτέ στα χέρια των παγκόσμιων πρωταθλητών.
Και ίσως ακόμη λιγότεροι ξέρουν πως το ιερό δισκοπότηρο μιας βιομηχανίας δισεκατομμυρίων εξακολουθεί να σμιλεύεται με δουλειά που γίνεται κυρίως στο χέρι, μέσα σε ένα διακριτικό εργοστάσιο στα βιομηχανικά προάστια του Μιλάνου.

Πίσω από τη λάμψη του χρυσού 18 καρατίων του τροπαίου του Παγκοσμίου Κυπέλλου υπάρχει μια ιστορία που ξεκινά από ένα θρίαμβο και μια κινηματογραφική κλοπή, περνά από το εργαστήριο ενός Ιταλού γλύπτη και φτάνει μέχρι τις μέρες μας, ως εκ των ων ουκ άνευ κομμάτι της μυθολογίας του βαρύτιμου επάθλου.
Παγκόσμιο Κύπελλο: Η «κατάρα» του Ζιλ Ριμέ
Αλλά ας ξεκινήσουμε από το 1970. Όταν ο Κάρλος Αλμπέρτο σήκωνε το κύπελλο στον ουρανό του Μεξικού και η Βραζιλία κέρδιζε για τρίτη φορά την κορυφή του κόσμου. Η Σελεσάο δεν κατακτούσε μόνο μια περίοπτη θέση στη βίβλο της ιστορίας του ποδοσφαίρου αλλά και το δικαίωμα να κρατήσει οριστικά στην τροπαιοθήκη της το Ζιλ Ριμέ.
Επρόκειτο για το χρυσό, εμβληματικό αγαλματίδιο που απεικόνιζε τη Νίκη της Σαμοθράκης. Η FIFA, βάσει του κανόνα που ίσχυε τότε, έπρεπε πλέον να βρει ένα νέο σύμβολο για τη διοργάνωση του 1974 στη Δυτική Γερμανία.

Κυρίως η Παγκόσμια Ομοσπονδία έπρεπε να πάρει τα μαθήματα από τα πρότερα παθήματά της, αφού η ζωή του Ζιλ Ριμέ είχε αποδειχτεί μια διαρκής περιπέτεια.
Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Ιταλός αντιπρόεδρος της FIFA, Οτορίνο Μπαράσι, το είχε κρύψει σε ένα κουτί παπουτσιών κάτω από το κρεβάτι του για να το προστατεύσει.
Το 1966, λίγους μήνες πριν από το Μουντιάλ της Αγγλίας, το κύπελλο εκλάπη από μια έκθεση στο Λονδίνο, για να ανακαλυφθεί μέρες αργότερα από έναν σκύλο ονόματι Pickles, τυλιγμένο σε εφημερίδες μέσα σε έναν θάμνο.
Αλλά ακόμα και μετά την απόσυρσή του η μυθιστορηματική ιστορία του συνεχίστηκε. Το τελευταίο κεφάλαιο του Ζιλ Ριμέ γράφτηκε το 1983, όταν εκλάπη από τα γραφεία της βραζιλιάνικης ομοσπονδίας στο Ρίο ντε Τζανέιρο και —σύμφωνα με τις αρχές— έλιωσε σε κάποιο παράνομο χυτήριο για να πουληθεί ο χρυσός.

Λαμβάνοντας υπόψη αυτή τη μάλλον τραυματική κληρονομιά, η FIFA πήρε μια αμετάκλητη απόφαση: το νέο τρόπαιο που θα υιοθετούσε δε θα γινόταν ποτέ ξανά μόνιμο κτήμα καμίας εθνικής ομάδας. Θα ανήκε αποκλειστικά στην Παγκόσμια Ομοσπονδία.
Οι 53 προτάσεις για το τρόπαιο και η πλαστελίνη του Μιλανέζου
Τον Απρίλιο του 1971, τα μέλη της ειδικής επιτροπής συγκεντρώθηκαν στη Ζυρίχη έχοντας στα χέρια τους 53 διαφορετικές σχεδιαστικές προτάσεις από επτά χώρες. Η οδηγία ήταν σαφής: επιθυμούσαν την απομάκρυνση από το πρότυπο του αθλητικού κυπέλλου που έμοιαζε με βάζο, αναζητώντας μια πιο σύγχρονη και οικουμενική φόρμα.
Εκείνη την περίοδο, ο Silvio Gazzaniga, ένας πενηντάχρονος απόφοιτος της Ακαδημίας Καλών Τεχνών της Μπρέρα, εργαζόταν ως καλλιτεχνικός διευθυντής στην GDE Bertoni, μια εταιρεία κατασκευής μεταλλίων.

Ενώ οι περισσότεροι δημιουργοί κατέθεταν δισδιάστατα σχέδια στο χαρτί, ο Gazzaniga κλείστηκε στο εργαστήριό του στο Μιλάνο και έπλασε ένα τρισδιάστατο πρόπλασμα από πλαστελίνη. Ήθελε η επιτροπή να δει τον όγκο και τον τρόπο που η φόρμα καταλάμβανε τον χώρο.
Δύο αφαιρετικές ανθρώπινες φιγούρες αναδύονταν από τη βάση της ιδέας του σε μια σπειροειδή κίνηση. Τα χέρια τους, τεντωμένα προς τα πάνω, στήριζαν μια υδρόγειο σφαίρα.

Όπως περιέγραψε ο ίδιος ο Gazzaniga: «Οι γραμμές αναπηδούν από τη βάση, υψώνονται σπειροειδώς και απλώνονται για να αγκαλιάσουν τον κόσμο. Από τις εξαιρετικές δυναμικές εντάσεις του συμπαγούς σώματος του γλυπτού αναδύονται οι φιγούρες δύο αθλητών τη στιγμή της απόλυτης νίκης».
Η επιτροπή αναγνώρισε αμέσως τη δυναμική του σχεδίου και η πρόταση του Silvio Gazzaniga επικράτησε ομόφωνα.
Τι θα γίνει με το τρόπαιο του Παγκοσμίου Κυπέλλου μετά το 2038;
Όταν το έργο πήρε την τελική του μορφή στο χυτήριο το 1973, προέκυψε ένα εντυπωσιακό τρόπαιο με ύψος 36,8 εκατοστά, διάμετρο βάσης 13 εκατοστά και βάρος 6,175 κιλά.
Σε αντίθεση με το προηγούμενο έπαθλο, το δημιούργημα του Gazzaniga κατασκευάστηκε από καθαρό χρυσό 18 καρατίων. Η επιλογή του χρυσού γέννησε με τη σειρά της έναν από τους πιο διαδεδομένους και ανθεκτικούς μύθους γύρω από το τρόπαιο.

Στις αθλητικές μεταδόσεις του Παγκοσμίου Κυπέλλου ακούμε συχνά το κύπελλο να περιγράφεται ως ένα συμπαγές χρυσό γλυπτό. Όμως αυτό είναι μάλλον αδύνατο.
Σύμφωνα με υπολογισμούς φυσικών, αν ένα αντικείμενο αυτών των διαστάσεων ήταν κατασκευασμένο εξ ολοκλήρου από μασίφ χρυσό, το ειδικό βάρος του μετάλλου θα το έκανε να ζυγίζει πάνω από εβδομήντα κιλά.
Με άλλα λόγια κανένας αθλητής δε θα μπορούσε να το σηκώσει με τεντωμένα χέρια στον αέρα. Συνεπώς, το εσωτερικό του σχεδιάστηκε να είναι κούφιο —μια απαραίτητη παραχώρηση για χάρη της πρακτικότητας.

Στη βάση του κυπέλλου ενσωματώθηκαν δύο δακτύλιοι από μαλαχίτη. Ο ημιπολύτιμος λίθος επιλέχθηκε για τα σκούρα πράσινα νερά του, δημιουργώντας χρωματική αντίθεση με τον χρυσό και παραπέμποντας στο χορτάρι του γηπέδου.
Ανάμεσα σε αυτούς τους δακτυλίους, στην κάτω πλευρά της βάσης, βρίσκεται μια μεταλλική πλάκα όπου χαράσσονται τα ονόματα των νικητριών χωρών (π.χ. «2022 Argentina»). Με βάση την τρέχουσα διάταξη, η συγκεκριμένη πλάκα θα χωρέσει το τελευταίο της όνομα το 2038, δηλαδή για τρία ακόμα Μουντιάλ.

Η FIFA λοιπόν θα κληθεί σύντομα να αποφασίσει πώς θα αναδιαμορφώσει τη βάση για να εξασφαλίσει χώρο στους μελλοντικούς πρωταθλητές. Πιθανότατα θα πρέπει να λύσει τη σπαζοκεφαλιά με τη συνδρομή της ιταλικής εταιρίας GDE Bertoni.
Το άγνωστο εργοστάσιο στα περίχωρα του Μιλάνου
Στα βόρεια προάστια του Μιλάνου, στο Paderno Dugnano, μέσα σε ένα βιομηχανικό συγκρότημα που εξωτερικά δεν προδίδει όσα συμβαίνουν στα σπλάχνα του, βρίσκεται το εργαστήριο όπου κατασκευάζεται το τρόπαιο.
Εκεί εδρεύει η GDE Bertoni, η εταιρεία που ανέλαβε αρχικά την κατασκευή του πρωτοτύπου και διατηρεί μέχρι σήμερα τα αποκλειστικά δικαιώματα.

Μια και το αυθεντικό τρόπαιο δεν παραχωρείται οριστικά ποτέ πια, οι νικήτριες ομάδες παραλαμβάνουν για τις προθήκες τους ένα επίσημο αντίγραφο.
Η κατασκευή, που διατηρεί εν πολλοίς το χειροποίητο χαρακτήρα της, ξεκινά στο χυτήριο, όχι με χρυσό, αλλά με ορείχαλκο. Το καυτό κράμα χαλκού και ψευδαργύρου χύνεται στα ειδικά καλούπια. Όταν βγει από τη μήτρα, το αντικείμενο είναι τραχύ και μουντό. Σε αυτό το σημείο αναλαμβάνουν οι τεχνίτες της Bertoni.

Με μικρά σφυριά, καλέμια και λεπτές λίμες, αρχίζουν να καθαρίζουν το μέταλλο. Η υδρόγειος σφαίρα στην κορυφή απαιτεί αυστηρή ακρίβεια: οι περιοχές που απεικονίζουν τις ηπείρους λειαίνονται μέχρι να γίνουν απόλυτα επίπεδες και ανακλαστικές.
Οι θαλάσσιες επιφάνειες, αντίθετα, σφυρηλατούνται ελαφρά ώστε να αποκτήσουν μια ματ, ανάγλυφη υφή. Στη συνέχεια, αναδεικνύονται εκ νέου οι μυϊκές λεπτομέρειες στα σώματα των δύο αθλητών.
Αφού λειανθεί πλήρως, το ορειχάλκινο γλυπτό βυθίζεται σε διαδοχικά χημικά λουτρά για να δημιουργηθεί το κατάλληλο υπόστρωμα, προτού κάνει την τελική του εμβάπτιση σε χρυσό.

Μόλις τοποθετηθούν με ακρίβεια τα κομμάτια του μαλαχίτη στη βάση, το σύνολο ψεκάζεται με το βερνίκι. Αυτή η διάφανη, σκληρή επίστρωση λειτουργεί ως ασπίδα προστατεύοντας τη λαμπερή επικάλυψη από τον ιδρώτα των παικτών και τη φυσική οξείδωση.
Το τρόπαιο και τα μάτια τους
Το πρωτότυπο, αυθεντικό χρυσό έργο του Gazzaniga φυλάσσεται στο Μουσείο της FIFA στη Ζυρίχη.
Και μάλιστα η «ζωή» του περιβάλλεται από ένα αυστηρό πρωτόκολλο: δικαίωμα να το αγγίξουν με γυμνά χέρια έχουν κατά βάση οι παγκόσμιοι πρωταθλητές και οι εν ενεργεία αρχηγοί κρατών.

Αν και έχουν υπάρξει ορισμένες ειδικές εξαιρέσεις σε επίσημες εκδηλώσεις, ο κανόνας υπαγορεύει πως όσοι εμπλέκονται στη μεταφορά του στις παγκόσμιες περιοδείες οφείλουν να φορούν λευκά βαμβακερά γάντια.
Το ίδιο σχολαστική είναι και η μετακίνησή του. Όταν έρχεται η ώρα να εγκαταλείψει το ασφαλές περιβάλλον της Ελβετίας για να ταξιδέψει μέχρι τον αγωνιστικό χώρο του μεγάλου τελικού, το τρόπαιο δε μεταφέρεται στην τύχη.

Από το 2010, η ευημερία του έχει ανατεθεί στον οίκο Louis Vuitton. Η μεταφορά και η επίσημη παρουσίασή του στο γήπεδο γίνεται μέσα σε μια ειδικά σχεδιασμένη θήκη (Trophy Trunk), χειροποίητη δημιουργία των ιστορικών εργαστηρίων του γαλλικού οίκου στην Asnières, έξω από το Παρίσι.

Η θήκη ανοίγει μόνο στις επίσημες τελετές της FIFA και έχει εξελιχθεί σε αναπόσπαστο μέρος της τελετουργίας της απονομής.
Πριν βεβαίως το κύπελλο πάρει την άγουσα για τον νέο – έστω για μια στιγμή- παραλήπτη του, το πρωτότυπο επιστρέφει στο Μιλάνο. Εκεί, οι τεχνικοί της GDE Bertoni λειαίνουν πιθανές γρατσουνιές ή φθορές του παρελθόντος και γυαλίζουν τον χρυσό, επαναφέροντάς το τρόπαιο στην αρχική του κατάσταση.

Μέχρι και το 2016, όταν και έφυγε από τη ζωή, ο Silvio Gazzaniga συνέχιζε να επισκέπτεται το εργαστήριο της Bertoni και να παρακολουθεί το δημιούργημά του να κατασκευάζεται με την ίδια ακριβώς μέθοδο και επιμέλεια.
Ποια ήταν η μεγαλύτερη επιτυχία του; Ότι ο Gazzaniga δε σχεδίασε μόνο το πιο αναγνωρίσιμο αθλητικό τρόπαιο στον κόσμο.

Κατάφερε να αποκρυσταλλώσει μια στιγμιαία έκρηξη χαράς σε ένα αντικείμενο που, περισσότερο από μισό αιώνα αργότερα, εξακολουθεί να συμπυκνώνει και να ακτινοβολεί το ίδιο ακριβώς συναίσθημα.






