Αν ήταν πρώτη Φλεβάρη του 2020, αν ήταν, δηλαδή, ακριβώς έξι χρόνια πριν, τέτοιες μέρες θα μάθαινες για τα πρώτα κρούσματα του κορωνοϊού στην Ευρώπη. Τρία στη Γαλλία. Πρώτο κρούσμα στην Ισπανία, στις Κανάριες νήσους. Και σε λίγες μόλις εβδομάδες από σήμερα, θα μάθαινες για την πρώτη μαζική έξαρση του ιού στην Ευρώπη, στη Βόρεια Ιταλία, γύρω από το Μιλάνο, όπως και για τους πρώτους της νεκρούς.
Αν ήταν 2020 και ήσουν στο νοτιοανατολικό Μιλάνο, αν έμενες χαμηλά στη λεωφόρο Molise πάνω απ’ την πλατεία Vincenzo Cuoco, σε ένα διαμέρισμα με άθλια κουφώματα αλλά υπέροχο πρωινό φως, κάθε μέρα θα δυσκολευόσουν όλο και περισσότερο να κοιμηθείς από τα περαστικά ασθενοφόρα που θα σπίνιαραν γύρω απ’ την πλατεία όλες τις ώρες, όλα τα δεκάλεπτα των ωρών της ημέρας, τρέχοντας να φτάσουν στα γύρω νοσοκομεία. Θα ‘ταν τόσες οι σειρήνες που γρήγορα θα τις συνήθιζες. Θα γίνονταν τα ασθενοφόρα και οι νεκροί τους κάτι σαν τα τζιτζίκια τον Αύγουστο.
Αν είναι πρώτη Φλεβάρη του 2026, δεν μιλάς ποτέ για τον κορωνοϊό. Και τέλος πάντων όταν το κάνεις δεν μιλάς με πόνο ή με πάθος, ούτε με κάτι σαν ανατριχίλα, σαν στοίχειωμα, αυτό που τυλίγει τη σπονδυλική στήλη και την ηλεκτρίζει σαν χέλι. Οχι, μιλάς με απορία. Θυμάσαι τα πάντα αλλά είναι σαν να μη συνέβη τίποτα απ’ όσα θυμάσαι. Ο κόσμος ήρθε ανάποδα, «ο χρόνος εξαρθρώθη» και δεν φαίνεται να άφησαν ούτε σημάδι.
Αλλά είναι πιο πιθανό, και πιο ανθρώπινο, ο εξαρθρωμένος χρόνος κι ο αναποδογυρισμένος κόσμος να άνοιξαν και να ξεχείλωσαν μια πελώρια πληγή που θα προτιμούσες να κάνεις οτιδήποτε άλλο παρά να την αγγίξεις. Μια πληγή σαν τρύπα μέσα στην οποία μπορεί ανά πάσα στιγμή ο οποιοσδήποτε να πέσει μέσα. Οι αγαπημένοι σου, η γειτόνισσα, ο λογιστής σου, εσύ. Εκείνα τα χρόνια, μπορεί να μην ήταν ξεκάθαρο, άλλα έμαθες στην πράξη πως ακόμα και μια λάθος ανάσα στο λάθος δωμάτιο αρκεί για να τελειώσουν όλα, για να καταδικαστούν μια δεκαριά άγνωστοι που δεν θα γνώριζες ποτέ. Περπατούσες στον δρόμο και άνθρωποι πέθαιναν.
Η ευαλωτότητά μας, η αδυναμία και η ανεπάρκεια των δομών και των συστημάτων να μας προστατέψουν, ο πανικός, η ευθραυστότητα, η αλληλεξάρτησή μας, όλα ανήλθαν στην επιφάνεια καταδεικνύοντας τη θνητότητά μας, όλων μας, και την αδυναμία (και πολύ συχνά την αδιαφορία, και συχνά την κατάφωρη άρνηση) των εχόντων την εξουσία ή/και τους πόρους να βοηθήσουν. Πράγματα που είναι πιθανό κι ανθρώπινο να θελήσαμε ύστερα να τα δέσουμε σε τσιμεντόλιθους και να τους σπρώξουμε στη θάλασσα.
Αλλά η τόσο στενή μαζική επαφή με την εκμηδένιση δεν μπορεί να μη γέννησε ένα σωρό διαταραχές που θα εξάπλωσαν ένα σωρό ομόκεντρα κύματα. Επιπτώσεις ορατές κι αόρατες.
Αμέσως μετά ξεκίνησε ο πόλεμος στην Ουκρανία, στον οποίο οι πιο πρόσφατες μελέτες μετρούν έως και δύο εκατομμύρια νεκρούς, τραυματισμένους κι αγνοούμενους ουκρανούς και ρώσους στρατιώτες. Λίγο αργότερα ξεκίνησε η σφαγή στη Γάζα με πάνω από ογδόντα χιλιάδες νεκρούς Παλαιστινίους. Ανθρώπινη απώλεια ασύλληπτη σε μέγεθος, σε τρομακτικά μετρήσιμη απόσταση από εμάς, στη γειτονιά μας, είτε μιλάμε για τη Δύση είτε για τη Μεσόγειο. Υστερα, η μεταπολεμική τάξη πραγμάτων κατέρρευσε. Στα Τέμπη σκοτώθηκαν 57 άτομα από εγκληματική κρατική ανεπάρκεια. Στις διαδηλώσεις στη Μινεσότα κατά της τρομοκρατίας της ICE, μέσα σε τρεις βδομάδες δολοφονήθηκαν δύο πολίτες από την ICE. Η κυβέρνηση Τραμπ κατηγόρησε τους δολοφονημένους για εσωτερική τρομοκρατία. Την ίδια εβδομάδα με τη δολοφονία του Αλεξ Πρέτι, πέντε εργάτριες σκοτώθηκαν στην έκρηξη του εργοστασίου της «Βιολάντα». Η έκρηξη προκλήθηκε από διαρροή προπανίου, οι εργαζόμενοι καταθέτουν πως το εργοστάσιο μύριζε αέριο εδώ και μέρες, και οι θάνατοι από εργατικά ατυχήματα από 104 το 2022, σχεδόν διπλασιάστηκαν σε 201 το 2025.
Πάντα συνέβαιναν εργατικά ατυχήματα, δυστυχήματα, πόλεμοι και θηριωδίες, πόσο μάλλον αν ρίξουμε μια οδυνηρή ματιά έξω από τη δυτική φούσκα της αποικιοκρατίας. Τα παραπάνω είναι από μερικώς έως εντελώς ασυσχέτιστα, αν εξαιρέσουμε ότι όλα συνέβησαν τα τελευταία τέσσερα χρόνια, αποδεικνύοντας – μετά την πανδημία – την απελπιστική μας ευθραυστότητα και αλληλεξάρτηση, αλλά και το ότι οι ισχύουσες δομές και τα συστήματα δεν είναι απλώς ανεπαρκή, αλλά επικίνδυνα. Εχουν υποτροπιάσει, έχουν διαβρωθεί, έχουν διαφθαρεί, και κρατιούνται με νύχια και με δόντια στη ζωή ξυπνώντας τέρατα και προκαλώντας αδιανόητο, αδιαχείριστο ανθρώπινο πόνο· και φόβο.
Στη λακανική ψυχολογία, το τραύμα προκύπτει από τη συνάντηση του υποκειμένου με το άφατο Πραγματικό, με κάτι το οποίο το υποκείμενο δεν μπόρεσε να συμβολοποιήσει μέσω, για παράδειγμα, της γλώσσας, της ένταξής του σε μια αφήγηση. Σύμφωνα με τον Φρόιντ, ο «καταναγκασμός της επανάληψης» είναι η ασυνείδητη τάση του τραυματισμένου ανθρώπου να επαναλαμβάνει το τραυματικό γεγονός που έχει απωθήσει. Ο Λακάν ερμήνευσε την ίδια την επανάληψη ως μια μορφή ασυνείδητης μνήμης αυτού που δεν έχει συμβολοποιηθεί, και γι’ αυτό επανέρχεται στο πραγματικό.
Αν είναι πρώτη Φλεβάρη του 2026, αυτό το πελώριο, ξεχειλωμένο τραύμα που άνοιξε πριν μερικά χρόνια, ακόμα χάσκει. Αν συμβολοποιηθεί, αν ενσωματωθεί στη συλλογική μας αφήγηση, σε καμία περίπτωση δεν θα πάψουν η αβεβαιότητα κι ο πόνος. Εξάλλου τα τραύματα πάντα ακολουθούν άλλα τραύματα, και κανείς δεν μπορεί να κάνει τίποτα για το Πραγματικό της θνητότητας. Είναι χρέος μας όμως η απώλεια της βεβαιότητας, η καθόλου αυτονόητη ύπαρξή μας να μας γίνει συνειδητή.
Γιατί δεν συνηθίζουμε τη συμφορά των άλλων, δεν συνηθίζουμε τους νεκρούς στα πεζοδρόμια, ούτε στα εργοστάσια, ούτε στις ισοπεδωμένες πόλεις, αλλά συνηθίζουμε το να μην αντέχουμε να τους κοιτάξουμε. Ισως για να τελειώσει κάποτε ο φόβος να πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι φοβόμαστε πολύ.
Στο «Ρέκβιεμ για το τέλος του έρωτα», την παράσταση των Παπαϊωάννου, Κουμεντάκη και Κουρεντζή, με τα απανωτά sold out στη Λυρική την εβδομάδα που μας πέρασε, πτώματα ανδρών κατρακυλούν ασταμάτητα πάνω σε μια πελώρια σκάλα προς τον ουρανό. Ξεκινούν απ’ το σκοτάδι, χύνονται στα σκαλιά, ένα παχύρρευστο κύμα σωμάτων αέναα κινούμενο αλλά εξίσου νεκρό, κι όταν τα σώματα φτάνουν στη βάση της σκάλας, πέφτουν μέσα σε μια ανοιχτή τρύπα. Ξανά και ξανά, τα σώματα κατρακυλούν, λες και σε μισή ώρα έχουν περάσει δεκάδες χιλιάδες νεκροί από μπροστά σου· κι αν θες είναι όλοι εκεί. Ολοι οι νεκροί, κι εμείς οι ίδιοι. Οταν, κάποτε, ένας όρθιος άνδρας κατεβαίνει αργά τη σκάλα, παίρνει στα χέρια του τον νεκρό του και προσπαθεί να τον σηκώσει, η απώλεια γίνεται τόσο συνειδητή που μπορεί να ρίξει το ταβάνι και να καταπιεί όλη την αίθουσα. Η κοινή μας ευθραυστότητα, η αλληλεξάρτηση, η απώλεια, το κοινό μας τραύμα, είναι το μόνο μας κοινό.
Το έργο είχε ανέβει πρώτη φορά το 1995, ένα ρέκβιεμ για όσους είχαν χάσει τη ζωή τους από το AIDS, στο παλιό εργοστάστιο της ΔΕΗ. Στο μέρος της σκηνής ήταν μια κερκίδα από την οποία έπεφταν οι χορευτές, ενώ συμμετρικά απέναντί του, ήταν η κερκίδα με τους θεατές. Σε συνέντευξή του, ο Παπαϊωάννου είχε πει: «Το φαντάστηκα σαν ένα μεγάλο κουτί. Από τη μια οι θεατές, από την άλλη η πτώση του θανάτου […] θα μπορούσανε και οι θεατές να βρίσκονται στη θέση όσων κατρακυλάνε».
Ο κ. Φοίβος Οικονομίδης είναι συγγραφέας και τακτικός συνεργάτης του «Βήματος».



