Οφείλει κανείς να αποδώσει τις τιμές και το ιστορικό βάθος που πρέπουν σε μια τέτοια στιγμή. Προφανώς, με το επίσημο και σπουδαιοφανές για την περίσταση ύφος.
Την περασμένη Παρασκευή, λοιπόν, 3η ημέρα του μηνός Ιουλίου του σωτήριου έτους 2026, επρόκειτο να δοθεί στη διαβούλευση νομοσχέδιο του υπουργείου της Δικαιοσύνης, το ένα σκέλος του οποίου αφορά τις καταχρηστικές αγωγές κατά δημοσιογράφων (τις λεγόμενες slapps) και το άλλο τη συμμόρφωση της Διοίκησης με τις αποφάσεις των δικαστηρίων.
Ως προς το πρώτο σκέλος, συνάγεται ότι στο εξής θα απαγορεύεται η διά της νομικής οδού ηθική και οικονομική εξόντωση των δημοσιογράφων, δραστηριότητα στην οποία διακρίθηκε πρώην κρατικός αξιωματούχος, ο οποίος την εποχή της παντοδυναμίας του διατεινόταν πως «είχε να κυβερνήσει μια ολόκληρη χώρα», μολονότι ουδέποτε του είχε ανατεθεί το αξίωμα του πρωθυπουργού. Ο ίδιος, ως ρέκτης της οπτικοακουστικής τεχνολογίας, φαίνεται πως όριζε τη σχέση του με άλλους κρατικούς αξιωματούχους μέσω του hi tech πάθους του: «Αυτόν τον έχω σε dolby surround» φέρεται να δήλωνε, ή πιο σωστά να διατυμπάνιζε, πέριξ του γραφείου του στο κυβερνείο της χώρας, εκεί όπου κατά τα φαινόμενα απολάμβανε πλήρη δικαιώματα (καταχρηστικής) εξουσίας.
Ως προς το σκέλος της συμμόρφωσης της διοίκησης με τις δικαστικές αποφάσεις (και όπως θέλει το κλισέ της ποινικής πτυχής των πραγμάτων), θα μπορούσε να πει κανείς πως «αυστηροποιείται το πλαίσιο». Οπως αποδείχθηκε, δεν ήταν αρκετά ένα ολόκληρο άρθρο του Συντάγματος, το 95, και άλλος ένας εκτελεστικός νόμος από το 2002. Ετσι, συστήνεται «συμβούλιο μη συμμόρφωσης» με αυξημένη ισχύ, τίθενται συγκεκριμένες προθεσμίες, προβλέπονται πρόστιμα ενώ στην περίπτωση που νομικά πρόσωπα δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου εξακολουθούν να περιφρονούν την κρίση του δικαστή υπάρχει πάντα το όπλο της κατάσχεσης των περιουσιακών τους στοιχείων.
Οχι πως ο ταλαίπωρος διάδικος θα βρεθεί αποζημιωμένος με ένα κλιματιστικό και δυο αρμάρια από κάποια ασυμμόρφωτη Πολεοδομία – αυτό δεν προβλέπεται. Πάντως, οι δυο ρυθμίσεις κρίνονται «επαναστατικές υπέρ του πολίτη». Και άρα τη 3η ημέρα του Ιουλίου του σωτήριου έτους 2026 ζήσαμε την αρχή μιας επανάστασης. Μπράβο μας, αλλά τι σόι κράτος είναι αυτό; Ενα κράτος που κυνηγάει τον κακό του εαυτό αλλά με την απηνή δίωξη του παράνομου εαυτού του να μην τελειώσει κατά τα φαινόμενα ούτε στη Δευτέρα Παρουσία. Το κράτος αυτοαναγνωρίζεται ως κράτος-Λεβιάθαν, το οποίο επικηρύσσεται και καταδιώκεται ως παράνομος μηχανισμός από το άλλο, το «επαναστατικό».
Στο διηνεκές αλλά και κατά περίπτωση. Διότι σε άλλες περιπτώσεις το υποτιθέμενα καλό και επαναστατικό κράτος μιας κυβέρνησης που ομνύει στον νόμο και τον επικαιροποιεί αδιαλείπτως στην κατεύθυνση της «αυστηροποίησης» τσακώνεται με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, στήνει Εξεταστικές Επιτροπές που κατά τον Πρωθυπουργό «δεν τιμούν το Κοινοβούλιο» ή σκαρφίζεται επιστολικές ψήφους για να μπλοκάρει τις Προανακριτικές Επιτροπές. Το κράτος μιας κυβέρνησης που συστήνεται ως αυστηρώς νομιμόφρονη δεν ενδιαφέρεται να μάθει εάν «πέντε ιδιώτες», ρέκτες της οπτικοακουστικής τεχνολογίας και αυτοί, παρακολουθούσαν τους μισούς του υπουργούς και τους αρχηγούς του στρατού του. «Αλλάζει σελίδα» κάθε τόσο, αλλά κάθε σελίδα γυρίζει γεμάτη μουτζούρες.
Μόνο τον τελευταίο χρόνο αυτό το κράτος Δικαίου που υποτίθεται πως κυνηγάει σαν Ιαβέρης σε δρόμους, πλατείες και πεζοδρόμια το κράτος-Λεβιάθαν καταδικάστηκε περισσότερες από 30 φορές στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Κανένα άλλο κράτος της ΕΕ, εκτός από τη Ρουμανία, δεν έχει κάνει τόσες φορές τη διαδρομή έως την έδρα του δικαστηρίου στο Στρασβούργο. Και όπως προκύπτει από την τελευταία καταδίκη – την καταδίκη ενός κράτους που με non paper και δημόσιες τοποθετήσεις της κυβέρνησής του καταπάτησε το τεκμήριο αθωότητας ενός πολίτη του -, δεν συμμορφώνεται. Το πρόβλημα, όπως γράφει η Δήμητρα Κρουστάλλη σήμερα στο «Βήμα», δεν ήταν μόνο τότε. Είναι και τώρα.
Αυτό είναι το ελληνικό κράτος σε όλες του τις εκδοχές, την καλή και την κακή, του Δικαίου και του Λεβιάθαν. Παράνομο, φυγόδικο και ασυμμόρφωτο. Αλλά τι σόι κράτος είναι αυτό;



