Έπειτα από χρόνια τα φώτα της διεθνούς κοινότητας θα είναι στραμμένα την επόμενη στη Λευκωσία. Την τελευταία διαιρεμένη πρωτεύουσα της Ευρώπης, την οποία επισκέπτεται- κάπως ξαφνικά- ο Αντόνιο Γκουτέρες. Πρόκειται για την τελευταία προσπάθεια του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών προκειμένου να αναβιώσουν οι επίσημες διαπραγματεύσεις για το Κυπριακό.
Αν εξαιρέσει κανείς το ρευστό γεωπολιτικό περιβάλλον- έναν διόλου ευκαταφρόνητο παράγοντα, ο οποίος θα μπορούσε να δώσει στο παγωμένο ζήτημα μια σχετική δυναμική- τίποτα επί της ουσίας δεν δείχνει να έχει αλλάξει. Η Τουρκία παραμένει οχυρωμένη πίσω απ’ τη διχοτομική θέση της για δύο κράτη στην Κύπρο. Η Λευκωσία, μαζί και η Αθήνα, ομνύουν στο ευρωπαϊκό κεκτημένο και τις αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών για μια λύση Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας, η οποία πάντως στον δημόσιο διάλογο ακούγεται όλο και λιγότερο.
Η στοχευμένη, όπως φαίνεται, προ ημερών διαρροή στον βρετανικό Τύπο περί μιας νέας πρότασης που έχει συντάξει η Ειδική Απεσταλμένη του Γκουτέρες, Μαρία Άνχελα Ολγκίν, στη λογική της «χαλαρής» ομοσπονδίας και στο πνεύμα μιας δημιουργικής ασάφειας, την οποία κάθε πλευρά θα μπορούσε να προσλάβει εγγύτερα στις δικές της θέσεις, προκάλεσε ευλόγως συζητήσεις, αλλά και σκεπτικισμό. Διότι αν πράγματι μια τέτοια πρόταση κατατεθεί, τότε όλες οι εμπλεκόμενες πλευρές θα βρεθούν ενώπιον κρίσιμων διλημμάτων.
Η μεν Τουρκία να ξεχάσει, έστω εν μέρει, τα δύο κράτη. Η δε Κύπρος και η Ελλάδα να βγουν έξω απ’ το «συμφωνημένο πλαίσιο». Όποια πλευρά αρνηθεί να πράξει αυτά που θα ζητηθούν, θα πρέπει να φορτωθεί το νέο αδιέξοδο.
Απ’ την πρώτη στιγμή της ανάληψης των καθηκόντων του, ο πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας Νίκος Χριστοδουλίδης έχει καταστήσει τις διεθνείς εξελίξεις ως μέρος της εξίσωσης του Κυπριακού. Πλέον η Λευκωσία φαίνεται να ποντάρει στο γεγονός ότι η Τουρκία επιδιώκει να συμμετέχει στο εγχείρημα της ευρωπαϊκής αμυντικής αυτονομίας, αλλά και εν γένει στο νέο δυτικό σύστημα ασφαλείας. Και με το Κυπριακό σε εκκρεμότητα κάτι τέτοιο είναι αδύνατο να συμβεί. Άρα στο Προεδρικό Μέγαρο ίσως να βλέπουν ένα παράθυρο ευκαιρίας για μια αλλαγή της τουρκικής στάσης.
Επίσης, επί της θητείας του Χριστοδουλίδη η Κύπρος ανήκει πια ολοκληρωτικά στη Δύση, εξέλιξη που σύμφωνα με το ίδιο σκεπτικό οδηγεί στην ενίσχυση της διπλωματικής θέσης της Κυπριακής Δημοκρατίας, φέρνοντας τους συμμάχους εγγύτερα στη Λευκωσία και λίγο πιο μακριά απ’ την Άγκυρα. Κάτι τέτοιο πάντως δεν αποδεικνύεται στην πράξη, καθώς εν μέσω των πολέμων στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή και με τις Ηνωμένες Πολιτείες ν’ απομακρύνονται απ’ τον νατοϊκό πυρήνα, η Τουρκία καθίσταται όλο και πιο απαραίτητη για τη Δύση. Αν πάντως, οι δυτικοί θέλουν να σταθεροποιήσουν σε βάθος χρόνου την Ανατολική Μεσόγειο, με την Κύπρο να λειτουργεί εν συνόλω ως άλλος πάτημα προς τη Μέση Ανατολή, θα πρέπει ν’ αναζητηθεί και μια διευθέτηση του Κυπριακού.
Μέσα σε αυτό το πολύπλοκο τοπίο, είναι εύλογο ότι στις αποσκευές του κ. Γκουτέρες να βρίσκεται, με τη συνδρομή της κ. Ολγκίν, κάτι διαφορετικό απ’ όλα όσα γνωρίζουμε έως σήμερα. Αλλιώς ο Γενικός Γραμματέας δεν θα έκανε τον κόπο να ταξιδέψει, στο τέλος Ιουλίου, στην Κύπρο. Η μπάλα μοιάζει να μεταφέρεται στην ελεύθερη πλευρά της Λευκωσίας, καθώς αν πράγματι αναπτυχθεί πρόταση περί μιας «χαλαρής» ομοσπονδίας, δηλαδή ένα κεντρικό κράτος με λίγες αρμοδιότητες, και δύο διοικήσεις με αυξημένες αρμοδιότητες, τότε είναι οι Ελληνοκύπριοι αυτοί που θα κληθούν να δώσουν απαντήσεις, καθώς μια τέτοια προοπτική είναι εγγύτερα στη θέση των Τουρκοκυπρίων. Φυσικά, θα πρέπει προηγηθεί η τουρκική υποχώρηση.
Σε ενάμιση χρόνο η Κυπριακή Δημοκρατία οδηγείται στις προεδρικές κάλπες και κατά γενική ομολογία για τον Νίκο Χριστοδουλίδη θα είναι εξαιρετικά δύσκολο να βρεθεί εκτός του πλαισίου της Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας. Μια τέτοια επιλογή θα έφερνε απέναντί του τη λαϊκή βάση των κομμάτων που τον στηρίζουν. Απ’ την άλλη πλευρά, είναι ξεκάθαρο ότι ο πρόεδρος της Κύπρου δεν θα ήθελε να είναι αυτός που θα ενταφιάσει την ύστατη πρωτοβουλία του Γκουτέρες. Άλλωστε, ο ίδιος επικοινωνεί τακτικά με την τουρκική ηγεσία, ενώ οι δικές του πρωτοβουλίες με τη συμπόρευση της Αθήνας και την αιγίδα του Γκουτέρες τοποθέτησαν ξανά το Κυπριακό ψηλά στην ατζέντα των Ηνωμένων Εθνών.
Άγνωστες παραμένουν εν τω μεταξύ οι διαθέσεις του ελέφαντα στο δωμάτιο, που δεν είναι άλλο απ’ τις Ηνωμένες Πολιτείες του Ντόναλντ Τραμπ. Όπως λένε χαρακτηριστικά αναλυτές και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού, «τι θα συμβεί αν ο ένοικος του Λευκού Οίκου δει το Κυπριακό ως ακόμα μια ευκαιρία ανάδειξης των “ειρηνευτικών” δυνατοτήτων του;». Τότε μάλλον η κατάσταση θα περιπλακεί επικίνδυνα.
Όπως είθισται να συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις, πολλώ δε μάλλον τώρα που ο Γκουτέρες γίνεται ο πρώτος Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ που επισκέπτεται την Κύπρο μετά το 2010, ο Νίκος Χριστοδουλίδης βρίσκεται σήμερα Σάββατο στην Αθήνα προκειμένου να ενημερώσει για τις εξελίξεις τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη.
Μπορεί το μότο να είναι λίγο- πολύ γνωστό, «η Λευκωσία αποφασίζει και η Αθήνα ακολουθεί», βέβαιο είναι όμως ότι το Μέγαρο Μαξίμου δεν θα ήθελε να βρεθεί εν μέσω μιας παρατεταμένης προεκλογικής περιόδου με μια ακόμα ωρολογιακή βόμβα στα χέρια.
Διότι αν πράγματι το ταξίδι του Γκουτέρες στη Λευκωσία τελεσφορήσει τότε επόμενος σταθμός θα είναι η άτυπη πενταμερής και από εκεί η επανέναρξη των επίσημων διαπραγματεύσεων, όπου και θα κριθεί το παιχνίδι, με την ενεργό συμμετοχή της Αθήνας.
Φυσικά, τίποτα δεν προμηνύει ότι είμαστε τόσο κοντά σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Ακόμα κι αν καμφθούν οι εκατέρωθεν αντιρρήσεις και όλοι κάνουν τα απαραίτητα πίσω βήματα όσον αφορά τον πολιτικό χαρακτήρα της νέας οντότητας και τα ζητήματα διακυβέρνησης, τι μέλλει γενέσθαι με το εδαφικό και κυρίως με τις εγγυήσεις και τα τουρκικά στρατεύματα;
Στη βρετανική διαρροή συμπεριλαμβανόταν ο σχηματισμός μια διεθνούς στρατιωτικής δύναμης- άραγε νατοϊκής σαν αυτή που επιχείρησαν μανιωδώς οι Αμερικανοί να επιβάλουν στις αρχές της δεκαετίας του 60 στον Μακάριο;- κίνηση όμως που είναι βέβαιο ότι θα αφήνει αδιάφορους τους Τούρκους.
Για την Άγκυρα, τα Κατεχόμενα αποτελούν τμήμα του τουρκικού συστήματος ασφαλείας, με βεληνεκές τη Συρία, τον Λίβανο και εν γένει τη Μέση Ανατολή. Άρα το πάγιο αίτημα της πλήρους και οριστικής αποχώρησης των 40.000 Τούρκων στρατιωτών από το νησί δύσκολα θα γίνει αποδεκτό.
Τα ερωτήματα, λοιπόν, που καλούνται ν’ απαντήσουν όλοι οι παίκτες του Κυπριακού, ήδη απ’ την ερχόμενη Τρίτη και Τετάρτη στη Λευκωσία, είναι πολλά. Οι δε απαντήσεις τους, παραπάνω από δύσκολες.



