Λίγες ημέρες πριν συναντηθούμε, ο Δημήτρης Γέρος περνά ώρες μπροστά σε παλιές μπομπίνες και κασέτες. Ψηφιοποιεί ηλεκτρονική μουσική που είχε συνθέσει στις αρχές της δεκαετίας του 1970, όταν δοκίμαζε ταυτόχρονα τη ζωγραφική, το βίντεο, τις performances και ό,τι άλλο του κινούσε την περιέργεια.
Η κουβέντα θα μπορούσε εύκολα να γίνει μια αναδρομή. Η πορεία του προσφέρεται γι’ αυτό. Από τους πρώτους Έλληνες καλλιτέχνες που πειραματίστηκαν με την performance και το video art μέχρι τις εκθέσεις στο εξωτερικό, τις φωτογραφικές ενότητες που ταξίδεψαν σε μεγάλα μουσεία και τις συναντήσεις με ανθρώπους όπως ο Gabriel García Márquez, o Ai Weiwei, ο Jonathan Franzen, ο Gore Vidal, η Louise Bourgeois ή η Elena Poniatowska. Εκείνος, όμως, σπάνια στέκεται σε αυτά. Όποτε η συζήτηση πλησιάζει στις διακρίσεις, την αφήνει να προσπεράσει και επιστρέφει στη ζωγραφική που, όπως παραδέχεται, δεν έπαψε ποτέ να είναι το σταθερό του σημείο. Δεν φαίνεται να πιστεύει ιδιαίτερα στις ταμπέλες που συνοδεύουν συχνά τους καλλιτέχνες ούτε στην ανάγκη να υπηρετεί κανείς ένα μόνο μέσο. Για τον ίδιο, η φωτογραφία, το βίντεο ή η ζωγραφική δεν είναι διαφορετικές ταυτότητες· είναι διαφορετικοί τρόποι να πλησιάσει την ίδια ιδέα.
Ίσως γι’ αυτό η τελευταία του απάντηση λειτουργεί και ως το πιο ειλικρινές σχόλιο για ολόκληρη τη διαδρομή του. Στην ερώτηση τι είναι αυτό που εξακολουθεί να τον οδηγεί καθημερινά πίσω στο εργαστήριο, δεν μιλά για καταξίωση, ούτε για αναγνώριση. «Η ελπίδα ότι θα κάνω το καλύτερο και μεγαλύτερο έργο», απαντά. «Τα τελευταία χρόνια ζω με αυτή την προσδοκία». Αυτή η φράση μοιάζει να εξηγεί καλύτερα από οποιοδήποτε βιογραφικό γιατί, ύστερα από περισσότερα από εξήντα χρόνια δημιουργίας, εξακολουθεί να αντιμετωπίζει κάθε καινούργιο έργο σαν να είναι το σημαντικότερο που έχει ακόμη μπροστά του.

Ο Δημήτρης Γέρος στο ατελιέ του.
Έχετε διανύσει μια πορεία που περιλαμβάνει τη ζωγραφική, τη χαρακτική, τη φωτογραφία, το βίντεο και την performance. Κοιτάζοντας σήμερα αυτή τη διαδρομή, ποιο είναι το νήμα που αισθάνεστε ότι ενώνει όλες αυτές τις διαφορετικές μορφές έκφρασης;
Κατ’ αρχήν είμαι ζωγράφος και εν συνεχεία φωτογράφος. Τώρα, σχετικά με τα παραπάνω, νομίζω πως ξεχάσατε ή ίσως δεν γνωρίζατε την σύνθεση ηλεκτρονικής μουσικής που έκανα, την οποία σχεδόν κι εγώ είχα ξεχάσει και την ξαναανακάλυψα πρόσφατα. Τελευταία πέρασα πολλές ημέρες ακούγοντας και ψηφιοποιώντας παλιές μπομπίνες και κασέτες των συνθέσεών μου και νομίζω πως έχουν ακόμη ενδιαφέρον. Αυτές τις έγραψα μεταξύ 1970 και 1980. Ήμουνα μάλιστα φανατικό μέλος του ΕΣΣΥΜ (Ελληνικός Σύνδεσμος Σύγχρονης Μουσικής) και παρακολουθούσα σχεδόν όλες τις εκδηλώσεις τους. Υπήρχαν εκεί, με την πρωτοκαθεδρία του Γιάννη Γ. Παπαϊωάννου, σπουδαίοι μουσικοί : Χρήστου, Ξενάκης, Θεόδωρος Αντωνίου, Βασ. Βασιλειάδης, Λογοθέτης, Απέργης…
Κοιτάξτε, ήμουν αρκετά νέος, δεν με ένοιαζε το αύριο, ζούσα την κάθε ώρα, και έκανα απερίσκεπτα ό,τι μου άρεσε και ό,τι με διασκέδαζε. Έψαχνα για καινούργιες διεξόδους. Έπαιζα, και το καταδιασκέδαζα. Κλεινόμουν μέρες στο εργαστήριο και δημιουργούσα πράγματα αποκλειστικά για μένα. Δεν με ενδιέφερε ο αντίκτυπος ούτε η αποδοχή. Συμπτωματικά έβγαζα λίγα χρήματα από τα εικαστικά και αυτά με συντηρούσαν. Επίσης, ξημεροβραδιαζόμουν στις ντίσκο και τα κλαμπ. Στη Κουίντα, για παράδειγμα, έχω περάσει ατελείωτες νύχτες ανεμελιάς και ασυδοσίας.
Όμως αργότερα, όταν πήγα για πρώτη φορά, το 1976, στη Νέα Υόρκη και άρχισα συνεργασία με την Gimpel & Weitzenhoffer gallery και αμέσως μετά, την ίδια χρονιά, συνέχισα στο Ντύσελντορφ με τη Hubertus Schoeller gallery , ο χρόνος μου άρχισε να περιορίζεται, έπρεπε να αφιερωθώ περισσότερο στη ζωγραφική και έτσι σιγά-σιγά απομακρύνθηκα από τα άλλα. Σκεφτείτε πως υπήρχαν χρονιές που έκανα τρεις με πέντε ατομικές εκθέσεις σε διαφορετικές πόλεις. Και το 1986 το Bochum Museum της Γερμανίας μου έκανε την πρώτη ατομική έκθεση. Αυτές δε τις ημέρες σπατάλησα επίσης πολύ χρόνο αναζητώντας υλικό από τα video art που έκανα από το 1977 μέχρι και το 1983, γιατί ήταν σκόρπια, μισο-κατεστραμμένα, σε διάφορα μέρη του εργαστηρίου μου και έπρεπε να τα ψηφιοποιήσω επειδή θα συμπεριληφθούν σε μια μεγάλη διεθνή έκθεση που οργανώνει σύντομα ένα Ευρωπαϊκό Μουσείο με τους πρωτεργάτες του βίντεο. Νομίζω πως θα είμαι ο μόνος Έλληνας.
Είναι γνωστό ότι έχετε κάνει 5-6 ατομικές εκθέσεις σε ξένα Μουσεία και έργα σας βρίσκονται σε αρκετά από αυτά. Στην Ελλάδα, δεν νομίζω ότι έχω δει έργα σας σε Μουσεία.
Δεν υπάρχουν, ίσως περιμένουν να τους παρακαλέσω, έχουν, βλέπετε, οι διευθυντές το στυλ τους, τις ιδιαιτερότητές τους. Δεν θα τους περιγράψω. Αλλά θα σας πω τι μου είπε ο Heinz-Norbert Jocks, που ήταν προ ημερών στην Ελλάδα, καλεσμένος του Δάκη Ιωάννου και πέρασε από την Εθνική Πινακοθήκη και όταν συναντηθήκαμε με ρώτησε αν έχουν έργα μου. Όταν του είπα πως δεν έχουν μου απάντησε: «Είναι τιμή σου που δεν έχουν…». Για να καταλάβετε, η διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης δεν γνωρίζει, μεγάλη γυναίκα, υποτίθεται αρμόδια, τη διαφορά μεταξύ ξυλογραφίας και ξυλογλυπτικής, υπάρχει δε δημοσιευμένη η απόδειξη της ασχετοσύνη της σε δικό της πολυσέλιδο βιβλίο.

Υπήρξε κάποια στιγμή κατά την οποία νιώσατε ότι η ζωγραφική δεν αρκούσε πλέον για να εκφράσει όσα θέλατε να πείτε και έτσι στραφήκατε στη φωτογραφία;
Όχι, καθόλου. Ή Ζωγραφική είναι το πάθος μου. Δεν μπορώ αν δεν ζωγραφίσω. Βέβαια, δεν ζωγραφίζω σαν… μπογιατζής, κάθε μέρα και με ωράριο, αλλά όταν αρχίσω να ζωγραφίζω απομονώνομαι και δουλεύω για πολύ καιρό. Μπορεί να μην βγω από το εργαστήριό μου για μήνες.
Αλλά δεν κάνετε συχνά εκθέσεις…
Κάποτε είχα είκοσι χρόνια να κάνω έκθεση στην Αθήνα. Δεν κάνω συχνά γιατί περιμένω να μαζέψω αρκετά έργα και με αυτά να δημιουργήσω μια ενότητα. Απ’ την άλλη δεν θέλω να πουλάω όλα μου τα έργα. Ζωγραφίζω πρώτα για εμένα και μετά σκέπτομαι ποια θα εκθέσω. Αλλά και στις εκθέσεις μου επίσης δεν είναι όλα τα έργα προς πόλωση . Στη Νέα Υόρκη συνεργαζόμουν για πολλά χρόνια με τη John Stevenson Gallery, στους 23 δρόμους. Πουλούσε φωτογραφίες μου και ήταν ξετρελαμένος με την ζωγραφική μου. Μόνον δύο ζωγράφους πουλούσε, τον Mark Beard, που έχει ζωγραφίσει και όλα τα καταστήματα Abercrombie & Fitch και εμένα. Αλλά όσα έργα του έστελνα, προκειμένου να τα φυλάξει για να μου κάνει έκθεση, τα πωλούσε, με την δικαιολογία πως δεν μπορούσε να αρνηθεί στους συλλέκτες του.
Το ανδρικό σώμα κατέχει κεντρική θέση στο φωτογραφικό σας έργο, χωρίς όμως να λειτουργεί ως πρόκληση ή ως σχόλιο εντυπωσιασμού. Τι αναζητάτε πραγματικά μέσα από αυτή την επίμονη παρουσία του;
Όσον αφορά τα φωτογραφικά γυμνά ανθρώπων με ζώα, που είναι και τα πιο γνωστά μου, ήθελα να δείξω τη σχέση του φυσικού-αθώου γυμνού που είναι του ζώου με το αφύσικο του ανθρώπου. Ο Peter Weiermair, η Louise Bourgeois και ο Jeff Koons, μεταξύ άλλων έχουν επαινέσει αυτές τις φωτογραφίες που βγήκαν σε βιβλίο το 2000. Ο Edward Albee εμπνεύστηκε και ένα ποίημα από μια φωτογραφία μου, το Ένας Άλλος Νάρκισσος, που μετά τα τυπώσαμε σε βιβλίο. Ας σημειωθεί ότι τις συγκεκριμένες φωτογραφίες άρχισα να τις κάνω από το 1988, με φιλμ, πριν εμφανιστούν οι ψηφιακές μηχανές με τις άπειρες και ανέξοδες ευκολίες. Ευκολίες κάθε επιπέδου, έως γελοιότητος δηλαδή και … προστυχότητος.
Σήμερα ο όρος «queer» χρησιμοποιείται όλο και συχνότερα στον δημόσιο λόγο και στην ιστορία της τέχνης. Αισθάνεστε ότι αφορά και το έργο σας ή πρόκειται για έναν χαρακτηρισμό που ήρθε εκ των υστέρων;
Όχι μόνον δεν το αφορά αλλά επιπλέον το προσβάλλει. Ούτε μπορούσα να φανταστώ ότι το έργο μου περιγράφεται ως τέτοιο. Είναι σαν να βάζετε στην ίδια μαρκίζα τον Jose Domingo με τον Λε.Πα.(Λευτέρης Πανταζής)! Κάτ’ αρχήν να ξεκαθαρίσω ότι δεν έχω τίποτα με τον Λε.Πα, ούτε με αυτό που αποκαλείτε queer, ούτε με κανένα άλλο κίνημα, όρο, συλλογικότητα κλπ. Όλοι, όλα, έχουν θέση στην ευρύτερη κοινωνία. Απλώς εγώ ζω στη δική μου κοινωνία όπου και ευτυχώ. Και λόγω πολλών υποχρεώσεων αλλά και προετοιμάζοντας την… αναχώρησή μου, που εύχομαι να γίνει με τον πλέον ανώδυνο τρόπο, δεν με ενδιαφέρουν οι άλλες κοινωνίες –που όσο περνάει ο καιρός μου φαίνονται περισσότερο αντικοινωνικές- και δεν ασχολούμαι με ευτέλειες. Νομίζω πως είναι μια κακόγουστη μόδα που θα περάσει. Όταν κάποιος δεν είναι ευειδής, περνάει αδιάφορος, και όταν θέλει ντε και καλά να τον προσέξουν σκαρφίζεται διάφορα για να το επιτύχει. Μετά παραπονιέται που τον στραβοκοιτάνε.

Πάντως, δεν νομίζω ότι αυτός ο όρος μπορεί να περιγράψει κανένα έργο, γιατί είναι εντελώς ανεπαρκής για κάτι τέτοιο, και δεν περιγράφει το έργο πολλών από τους σοβαρούς δημιουργούς που γνωρίζω. Είναι δε και αντιαισθητικός. Στα χρόνια μου, προ πενήντα και πλέον έτη, θυμάμαι στην Αμερική, να ονομάζουν queer κάτι περιθωριακούς, λαϊκούς, αυτό-ξεφωνημένους τύπους που επεδίωκαν με την συμπεριφορά τους να προκαλέσουν το κοινό και χαιρόντουσαν να εισπράττουν τον αντίκτυπο. Τώρα τους λένε … Faggot ! Εδώ τους έλεγαν αλλιώς. Θυμάμαι στην Αθήνα του ’80, έναν Β., που φορούσε φούστα και περπατούσε λικνιζόμενος στα Κάτω Πατήσια μόνο και μόνο για να τον κράξουν. Από το μέγεθος των κραξιμάτων εξαρτιόταν και η ευτυχία του.
Αλλά πέστε μου, σας παρακαλώ, γιατί δεν χρησιμοποιείται στον δημόσιο λόγο ο όρος «straight» φωτογράφος; Και κάτι ακόμα, θα τολμούσανε ποτέ να δώσουν αυτό τον χαρακτηρισμό στον Μάνο Χατζηδάκη ή στον Κ. Καβάφη; Θα τους αποκεφάλιζαν, ιδίως ο πρώτος. Για να μην αναφερθώ στον Μέγα Αλέξανδρο, τον Αδριανό και τους Βοργίες. Έ, όχι πια όλοι στο ίδιο τσουβάλι. Προ ημερών πέθανε ένας σπουδαίος φωτογράφος, τριανταεπτά χρόνια φίλος μου, ο Duane Michals. Ένα- δύο ελληνικά έντυπα, προκειμένου να επιβάλλουν με το ζόρι αυτό τον όρο, τον αποκάλεσαν queer φωτογράφο. Είμαι σίγουρος πως θα γινόταν έξαλλος αν το μάθαινε. Ήταν ένας αξιοπρεπέστατος κύριος, εξαιρετικά μορφωμένος, με πολύ χιούμορ, δραστήριος και δημιουργικός μέχρι την τελευταία στιγμή. Ήταν παντρεμένος με τον Frederick Gorrée, μάλλον για πρακτικούς λόγους, τον οποίον δεν αποκάλεσε ποτέ «ο άνδρας μου» και τον φρόντισε με μεγάλη αφοσίωση μέχρι που πέθανε από alzheimer. Ο Duane, δεν αναφερόταν ποτέ στα σεξουαλικά του, ποτέ. Και δυσανασχετούσε με τον άλλον φίλο μου, (τους είχα κάποτε συστήσει) τον σπουδαίο συγγραφέα Edmund White, που τα τελευταία χρόνια δημοσίευε βιβλία με τα σεξουαλικά του κατορθώματα. Τα έβρισκε φτηνά, χυδαία και γελοία, ικανά μόνον για να προκαλέσουν. «Τι μας νοιάζει;» μου έλεγε με αποτροπιασμό. Την ίδια αντίδραση με το «queer»… κούνημα είχε και ο άλλος αγαπημένος μου φίλος, ο Edward Albee, αλλά και ο Gore Vidal.
Η σειρά «Shades of Love», εμπνευσμένη από την ποίηση του Κωνσταντίνου Καβάφη, αποτελεί έναν ιδιαίτερο διάλογο ανάμεσα στην εικόνα και τον λόγο. Πώς γεννήθηκε αυτή η ανάγκη να συνομιλήσετε φωτογραφικά με τον Καβάφη;
Μια μέρα, ένας φίλος εκδότης με ρώτησε αν θα ήθελα να εικονογραφήσω, με την ζωγραφική μου, μερικά ποιήματα του Καβάφη. Το στέφτηκα και κατέληξα πως θα μπορούσα να το κάνω καλύτερα με φωτογραφίες. Είχα εξ’ άλλου, εκτός από διαθέσιμα νεαρά μοντέλα για τα ερωτικά ποιήματα του Καβάφη και πολλούς γνωστούς μου, σπουδαίους ανθρώπους των γραμμάτων και των Τεχνών, που η ζωή ή το έργο τους είχαν κάποια σχέση με τους ήρωες των ποιημάτων του. Έτσι, για παράδειγμα, ζήτησα από τον γλύπτη Armand (Fernadez), να μου ποζάρει για τον «Τυανέα Γλύπτη», από τον ζωγράφο Tom Wesselmann, για τα «Τεχνητά Άνθη», από τον βραβευμένο ποιητή Richard Howard, που έχει ταπετσαρισμένο ολόκληρο το μπάνιο του με φωτογραφίες διάσημων νεκρών, για το ποίημα «Φωνές», από την Olympia Dukakis, για το ποίημα «Δέησις» και ούτω καθ’ εξής.
Κατά τη δημιουργία αυτής της ενότητας, σας καθοδηγούσαν συγκεκριμένα ποιήματα ή περισσότερο η ατμόσφαιρα και ο κόσμος που οικοδομεί ο Καβάφης μέσα από την ποίησή του;
Με οδήγησαν τα ποιήματα και οι στοίχοι τους που μπορούσα να τους κάνω αυτόνομες εικόνες.
Είχατε την ευκαιρία να φωτογραφίσετε τον Gabriel García Márquez. Αντίστοιχα, η γνωριμία σας με τη Louise Bourgeois σας έφερε απέναντι σε μια από τις σημαντικότερες μορφές της σύγχρονης τέχνης. Τι κρατήσατε περισσότερο από εκείνες τις συναντήσεις;
Με ρωτούν συχνά για τη σχέση μου με τον Márquez και την Bourgeois γιατί είναι κορυφαίες προσωπικότητες και το θέμα πουλάει. Ήταν τιμή μου που τους γνώριζα και κάναμε παρέα τόσα χρόνια. Πρέπει να σας πω όμως πως και οι δύο τους μου άνοιξαν την πόρτα τους επειδή γνώριζαν και εκτιμούσαν τη δουλειά μου. Τον Μάρκες τον συνάντησα για να τον φωτογραφίσω για το ποίημα Ιθάκη. Όταν βγήκαμε στον κήπο για τη φωτογράφιση και επειδή ήταν μαγκωμένος, περιέργως είχε μεγάλη συστολή, του υπενθύμισα πως δεν ήμουν παπαράτσι αλλά φίλος του και τον παρακάλεσα να χαλαρώσει. Εκείνος μου απάντησε «Ξέρω πολύ καλά ποιος είσαι Δημήτρη, έχω την «ακτινογραφία» σου και τον μαγικό σου ρεαλισμό πάνω στο γραφείο μου». Η Bourgeois δε, μου αφιέρωσε την πρώτη φωτογραφία της με τη φράση “Avec Antmiration”. Οι φωτογραφίες μου με τον Márquez έχουν από χρόνια τυπωθεί σε βιβλίο. Έχω και για την Bourgeois ένα βιβλίο έτοιμο και ψάχνω για εκδότη.

Ο Δημήτρης Γέρος με τον συγγραφέα Edward Albee.
Στο ντοκιμαντέρ σας «Ovil and Usman» για τους δύο ομοφυλόφιλους μουσουλμάνους πρόσφυγες στη Μυτιλήνη, ο θεατής αισθάνεται ότι παρακολουθεί πρωτίστως δύο ανθρώπινες ιστορίες και όχι ένα πολιτικό σχόλιο. Ήταν αυτή εξαρχής η πρόθεσή σας;
Κατ’ αρχήν ναι, αλλά στην πορεία προσπάθησα και νομίζω κατάφερα και μέσα από την ιστορία τους παρουσιάζω ολόκληρο το μεταναστευτικό δράμα, το οποίο έζησα από την πρώτη βάρκα που έφτασε στη Λέσβο έως την καταστροφή του καταυλισμού της Μόριας. Προβλήθηκε σε μερικά φεστιβάλ, αλλά τα περισσότερα δεν ήξεραν που να το κατατάξουν, στα gay ή στα straight. Τρέλα…
Πόσο δύσκολο είναι να κερδίσει κανείς την εμπιστοσύνη ανθρώπων που έχουν βιώσει τον φόβο, τον διωγμό και τον κοινωνικό αποκλεισμό, χωρίς η κάμερα να λειτουργήσει ως εμπόδιο ανάμεσά σας;
Για μένα δεν ήταν καθόλου δύσκολο. Πολλοί μάλιστα ερχόντουσαν και με παρακαλάγανε να τους φωτογραφίσω και να τους βιντεοσκοπήσω. Με έβλεπαν πολύ συχνά στον καταυλισμό και με είχαν συνηθίσει. Το σπίτι μου ήταν αρκετά κοντά και τους συναντούσα επίσης στις βόλτες τους. Είχα γίνει φίλος με πολλούς, και συχνά τους βοηθούσα με πληροφορίες και συμβουλές για δικηγόρους και γιατρούς. Αυτοί που ήταν άθλιοι, απερίγραπτοι, ήταν τα μέλη των Μ.Κ.Ο. Είχα γράψει μάλιστα, σε μεγάλη Κυριακάτικη εφημερίδα, και το πρώτο άρθρο εναντίον τους, του οποίου ο αντίκτυπος είναι ακόμη ζωηρός.
Σήμερα πιστεύετε ότι έχει γίνει δυσκολότερο να δημιουργηθεί μια εικόνα που να παραμένει στη μνήμη του θεατή;
Ε, δεν το βλέπετε; Τίποτα δεν μένει. Η μνήμη δε, κυρίως των νέων ανθρώπων, είναι ελάχιστη και τους αφορούν όλο και πιο ασήμαντα πράγματα. Κυρίως ο εαυτός τους και η πεντάλεπτη αυτοπροβολή του από τα media. Δεν μπορείς πια να κάνεις διάλογο με νέους κάτω των 30, μιλώ φυσικά για την πλειοψηφία. Αλλά αυτή η αμόρφωτη και ανεγκέφαλη πλειοψηφία είναι που ψηφίζει για μας και δημιουργεί κυβερνήσεις…
Υπάρχει κάποιο έργο ή κάποια ιδέα που σας συνοδεύει εδώ και χρόνια και δεν έχετε ακόμη πραγματοποιήσει;
Υπάρχουν πολλά έργα και πολλές ιδέες, κάποτε μάλιστα, πριν σαρανταπέντε περίπου χρόνια, είχα δημοσιεύσει σε ένα κουλτουριάρικο περιοδικό ιδέες μου για έργα που λόγω όγκου και κόστους ήταν αδύνατον να πραγματοποιήσω. Σήμερα, με τόσους επιδειξιομανείς και ματαιόδοξους χορηγούς, βλέπω να γίνονται τεράστιες εικαστικές παραγωγές, οι περισσότερες νομίζω για το θεαθήναι, πολλές δε από αυτές και εν αγνοία των δημιουργών τους.
Κλείνοντας, θα ήθελα να μου πείτε τι είναι αυτό που εξακολουθεί να σας κάνει να επιστρέφετε καθημερινά στο εργαστήριο και να δημιουργείτε;
Η ελπίδα ότι θα κάνω το καλύτερο και μεγαλύτερο έργο. Τα τελευταία χρόνια ζω με αυτή την προσδοκία. Δεν είναι και λίγο…





