Τη μακρά – για τα δεδομένα της – περίοδο που η Ευρώπη απολάμβανε την ειρήνη της, οι πόλεμοι στην υπόλοιπη ανθρωπότητα δεν λέγονταν πόλεμοι. Ηταν σχεδόν αόρατοι και μέχρι να εξαφανιστούν εντελώς από το οπτικό μας πεδίο λέγονταν «περιφερειακές συγκρούσεις». Κάποιοι, κατά κανόνα στα Ηνωμένα Εθνη, εργάζονταν για την «επίλυσή» τους, αλλά συνήθως χωρίς αποτέλεσμα. Οι πόλεμοι που δεν λέγονταν πόλεμοι συνεχίζονταν με όλη τη βαναυσότητα που προσέφερε η έλλειψη πόρων και μέσων. Παιδιά-στρατιώτες με Καλάσνικοφ έχυναν το αίμα τους, αλλά ούτε η πιο σκληρή εικόνα από το μέτωπο δεν διατάρασσε το πέπλο της αμεριμνησίας μας. Το πολύ-πολύ κάποιος θεωρητικός να σήκωνε, με ένα κείμενο γραμμένο στα γαλλικά, το βάρος της ενοχής της Δύσης και του αποικιοκρατικού της παρελθόντος. Αλλά τι να κάνουμε, δεν ήμασταν όλοι αποικιοκράτες και στυγνοί εκμεταλλευτές. Οχι μόνο εμείς οι Ελληνες που, ως μικρό έθνος, μετατρέπουμε την αδυναμία μας να επεκταθούμε και να κυριαρχήσουμε σε ηθικό πλεονέκτημα. Ακόμη και οι Αμερικανοί, που ήταν πανίσχυροι, ήξεραν από βρώμικες δουλειές και διέθεταν το στάτους του «παγκόσμιου χωροφύλακα», χάζευαν τον κόσμο από μακριά μασουλώντας τα σνακ τους.
Οι πόλεμοι ονομάστηκαν πόλεμοι μόνο όταν χτύπησαν την πόρτα μας και μαζί με αυτήν χτύπησαν και την τσέπη μας, κάτι που υπενθυμίζει πως ο ευφημισμός των «περιφερειακών συγκρούσεων» δεν έχει μόνο σημειολογικό ενδιαφέρον, αλλά περισσότερα επίπεδα ανάγνωσης. Ενα τέτοιο λέει πως πόλεμος είναι μόνο ό,τι ενεργοποιεί στην ανθρώπινη φύση μας το αίσθημα της απειλής και ξυπνάει εκείνο της ανασφάλειας. Δεν φοβάσαι ακριβώς ότι θα σου πέσει ξαφνικά μια βόμβα στο κεφάλι. Σε τρομάζει η πιθανότητα μιας απροσδιόριστης εμπλοκής και, ακόμη πιο επίμονα, σε ανησυχούν οι επιπτώσεις στην ειρηνευμένη ζωή σου.
Να όμως που ακόμη και αυτοί οι πόλεμοι γίνονται αόρατοι. Ο πόλεμος στην Ουκρανία ξεκίνησε με ένα σοκ, αλλά όσο συνεχίζεται τόσο περισσότερο ξεχνιέται. Οχι η βαναυσότητά του, η οποία έτσι κι αλλιώς εδώ στα μέρη μας δεν παρήγαγε και πολλή ευαισθησία ανάμεσα στους επαγγελματίες του χώρου. Εδώ και κάμποσο καιρό αγνοείται η ίδια του η ύπαρξη. Λίγο ακόμη και θα υποβαθμιστεί σε «περιφερειακή σύγκρουση» ή «εστία ανάφλεξης», αν και όποτε τον θυμάται κανείς.
Παραδόξως, σύμφωνα με τη λογική, ή λιγότερο παράδοξα, σύμφωνα με τη συναισθηματική μας φύση, την ίδια μοίρα φαινόταν ότι θα ακολουθήσει ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή. Γιατί; Επειδή από τους αόρατους πολέμους της λεγόμενης περιφέρειας έως εκείνους των υποτιθέμενων κέντρων του κόσμου, το έμφυτο ελάττωμα των πολέμων είναι η διάρκειά τους. Ολοι ξέρουμε πότε ξεκινούν. Κανένας, όμως, περιλαμβανομένων υπερδυνάμεων που υπόσχονται «περιπάτους» στις αυλές των αδυνάτων, δεν ξέρουν πότε θα τελειώσουν.
Με λίγα λόγια, ο Ντόναλντ Τραμπ την πάτησε ακριβώς όπως ο Βλαντίμιρ Πούτιν. Για να δικαιωθούν όλοι εκείνοι, από τον ιστορικό Γιουβάλ Νόα Χαράρι έως τον Σι Τζιπίνγκ και τον Ναρέντρα Μόντι, που έλεγαν ότι «τον 21ο αιώνα ο πόλεμος είναι ένα εντελώς ξεπερασμένο μέσο επίλυσης των διαφορών». Οχι επειδή το ανθρώπινο είδος κατέκτησε κάποιο ανώτερο στάδιο στην εξελικτική του πορεία. Αλλά επειδή μπλέκεις και μετά δεν μπορείς να ξεμπλέξεις. Κοινώς, δεν συμφέρει.
Οσο ο Πούτιν κρύβεται για να μην του πέσει όχι κάποια βόμβα αλλά ολόκληρο σμήνος από drones στο κεφάλι, ο Τραμπ αναζήτησε και βρήκε τη διέξοδο σε μια ταπεινωτική συνθηκολόγηση, την οποία θα επιχειρήσει να καμουφλάρει έτσι όπως μας έχει συνηθίσει χωρίς να προκαλεί πλέον καμία εντύπωση. «Τελείωσα έναν πόλεμο που ξεκίνησαν οι άλλοι, είναι ο δέκατος στη σειρά». Η ταπείνωση ως επιβράβευση.
Ποιος δίνει σημασία; Το σοκ του πολέμου έδωσε πολύ γρήγορα τη θέση του στην αγωνία της τσέπης, αλλά αφού δεν φτάσαμε να μοιράζουμε τα καύσιμα με κουπόνια και να ψάχνουμε μπιτόνια στις μικρές αγγελίες μπορούμε να ησυχάσουμε. Και να ησυχάσουμε τόσο ώστε να αρχίσουμε να αισιοδοξούμε ότι μαζί με τον πόλεμο αρχίζει σιγά-σιγά να τελειώνει και ο τραμπισμός.
Δεν το γράφει μόνο ο οδηγός κάποιας αθεράπευτης αισιοδοξίας, το λέει και η υπέροχα χαμερπής ανθρώπινη φύση μας. Ποιος από τους Τζέι Ντι Βανς της αυλής του ανθρώπου που θα γινόταν βασιλιάς θα καθίσει να κληρονομήσει μια συνολική αποτυχία;



