Ως όρος, το Oxbridge προέκυψε από έναν συμφυρμό, δηλαδή από τη γλωσσολογική διαδικασία όπου παίρνεις την αρχική συλλαβή από μια λέξη και την τελική από μια άλλη για να κατασκευάσεις μια νέα που, αν είναι και εύηχη, μπορεί να κάνει την τύχη της στην καθομιλουμένη. Το brunch είναι ένας τέτοιος συμφυρμός, όπως και το motel. Το Oxbridge, που μάλλον δύσκολα θα ακούγαμε σε μια pub, δημιουργήθηκε από τη συντμημένη Οξφόρδη και το συντμημένο Κέιμπριτζ – σαν να λέγαμε Κάβιο τη συνένωση του Καποδιστριακού με το Μετσόβιο. Γιατί να το κάναμε; Για να περιγράψουμε την ελίτ που παράγεται από τα δύο κορυφαία πανεπιστημιακά ιδρύματα και κυβερνά εδώ και δεκαετίες τη χώρα.
Αυτό ακριβώς κάνει ο βρετανός ιστορικός Κόλιν Κιντ στο βιβλίο του «Twilight of the Dons», για να μας προσφέρει μια σειρά από ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις, τις οποίες σταχυολογεί στην τελευταία του έκδοση το περιοδικό «Foreign Policy». Στο Oxbridge, λέει, βρίσκεις χιλιάδες ακαδημαϊκούς που έγιναν κρατικοί αξιωματούχοι, γραφειοκράτες ή ακόμη και πράκτορες, όπως είναι η περίπτωση ενός κλασικιστή, του Πίτερ Φρέιζερ, που «είχε πέσει με αλεξίπτωτο στην κατεχόμενη Ελλάδα και συνελήφθη ως βρετανός πράκτορας από την Γκεστάπο, που τον έκανε αγνώριστο».
Αμέτρητοι είναι επίσης οι κλάδοι του ιδιωτικού τομέα όπου διείσδυσαν οι dons του Oxbridge και δεκάδες εκείνοι που πέρασαν το κατώφλι της Ντάουνινγκ Στριτ. Επτά από την ημέρα του Brexit; Όχι, απαντά ο Κιντ, δεν είναι αυτό το σημείο εκκίνησης. Αυτό που αξίζει να δει κανείς είναι ότι 45 από τους 58 πρωθυπουργούς σπούδασαν στο Oxbridge, κάτι από κάθε άποψη εντυπωσιακό, διότι «τέτοιου μεγέθους ενσωμάτωση μιας πνευματικής ελίτ στην άρχουσα τάξη εντοπίζεται μόνο στην Κίνα των μανδαρίνων».
Το βιβλίο μάλλον γίνεται πραγματικά απολαυστικό, εκεί όπου ο συγγραφέας του περνά από τους αριθμούς στα πρόσωπα. Τι σόι άνθρωποι είναι αυτοί; Ένας καθηγητής του Κέιμπριτζ εξηγεί σε κάποιο του μυθιστόρημα ότι στο πανεπιστήμιό του «σπάνια έλεγες αυτό που πίστευες ή πίστευες αυτό που άκουγες και κάθε συζήτηση ήταν μια άσκηση διαλεκτικής και απαντήσεων». Ο ίδιος ο Κιντ λέει πως, «παρ’ όλη τους τη διορατικότητα, το πνεύμα, την ευρηματικότητα και την εκλέπτυνση, όλοι αυτοί οι ακαδημαϊκοί ήταν άκριτοι υποστηρικτές του βρετανικού κατεστημένου». Ενώ ένας βαρόνος μιλά για έναν «αυταρέσκο συντηρητισμό με πεζά γράμματα».
Να αρχίσει να μετράει κανείς εδώ τα μέλη της πολιτικής και επιχειρηματικής τάξης που προέρχονται από το «Κάβιο» ή τα «σχολεία της ελίτ», μόνο για να περιγράψει το χάλι της χώρας; Τέτοιες πρόχειρες αντιστοιχίσεις δεν έχουν νόημα. Ακόμη λιγότερο νόημα έχει να συμπεράνει ότι μια ακαδημαϊκή ελίτ, όπως η βρετανική ή και άλλες, τα έκανε σαν τα μούτρα της. Μπορεί απλώς να παρατηρήσει πως το Ηνωμένο Βασίλειο κάνει σαν να πεθαίνει και πως οι Ηνωμένες Πολιτείες, που γιορτάζουν τα 250 τους χρόνια, δεν αισθάνονται και πολύ καλά. Αυτό το αίσθημα δυσφορίας αποτυπώνεται σε πολλές από τις συνεντεύξεις, που φιλοξενούνται σήμερα στο 16σέλιδο ένθετο του «Βήματος» για την αμερικανική επέτειο. Εκεί όμως ακριβώς εντοπίζεται η δύναμη των δυτικών δημοκρατιών. Στην ικανότητά τους να στοχάζονται πάνω στην παρακμή τους. Να ερευνούν, να φωτίζουν πτυχές της εθνικής τους ιστορίας, να συμμετέχουν σε έναν ακήρυκτο δημόσιο διάλογο. Αρκεί ακαδημαϊκοί, ερευνητές και στοχαστές να βγαίνουν από το προστατευτικό τους κουκούλι, όπως εξηγούσε στους συνδαιτυμόνες της, προ ημερών, πανεπιστημιακή καθηγήτρια (του «Κάβιου» ασφαλώς).
Εκτός από ακήρυκτος, αυτός ο δημόσιος διάλογος οφείλει να είναι και αδιάλειπτος. Ειδικά τώρα που, σχεδόν μονοθεματικά, θα κυριαρχήσουν οι «εκλογικοί μαραθώνιοι», τα κομματικά προγράμματα, οι «τελικές ευθείες» πριν από το «μεγάλο φινάλε» της κάλπης, τα υποτιθέμενα «παρασκήνια» και «μυστικές συναντήσεις».
Δεν μπορεί, όλο και κάποιος θα πει αυτό που πιστεύει πραγματικά, όλο και κάποιος θα πιστέψει αυτό που θα ακούσει. Για να γίνει η συζήτηση κάτι περισσότερο από μια αυτάρεσκη – ή και τοξική στην περίπτωσή μας – «άσκηση διαλεκτικής».





