Ο Πρωθυπουργός ισχυρίστηκε μέσα στην εβδομάδα ότι η αποκάλυψη του σκανδάλου του ΟΠΕΚΕΠΕ απέδειξε ότι «οι ελεγκτικοί μηχανισμοί λειτουργούν». Αυτό είναι μια τραβηγμένη προσπάθεια να ιδωθεί το ποτήρι ως μισογεμάτο, ή τουλάχιστον θα ήταν τέτοια αν η πραγματικότητα δεν ερχόταν σε σύγκρουση με μια τέτοια διαπίστωση. Δυστυχώς δεν ήταν οι ελεγκτικοί μηχανισμοί που λειτούργησαν στην προκειμένη περίπτωση, αλλά η ευρωπαϊκή εισαγγελία που κινητοποιήθηκε για να παραγγείλει την έρευνα και να συντάξει τις δικογραφίες.
Ομως, ακόμη και όσοι από τον ΟΠΕΚΕΠΕ διεξήγαγαν ελέγχους και συνέβαλαν στην εκκίνηση της έρευνας από την ευρωπαία εισαγγελέα, δέχθηκαν απαξιωτικές επιθέσεις και μπήκαν στον «πάγο». Ο λόγος προφανώς γίνεται για την κυρία Τυχεροπούλου. Την ίδια στιγμή, όσα στελέχη του ΟΠΕΚΕΠΕ ακούμε στις περίφημες συνομιλίες να χαριεντίζονται με πολιτικά στελέχη ή επιτηδείους, δεν έχουν υποστεί καμία πειθαρχική έγκληση στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους. Συνεχίζουν κανονικά τη δουλειά τους σαν να μην έχει συμβεί τίποτα. Επομένως, ο κ. Μητσοτάκης δύσκολα μπορεί να επικαλεστεί το επιχείρημα περί λειτουργίας ελεγκτικών μηχανισμών.
Αυτές τις μέρες διατυπώνεται έντονα από πολλά στελέχη της Νέας Δημοκρατίας το υπερασπιστικό επιχείρημα για τους συναδέλφους τους που εντάσσονται στη δικογραφία, ότι στην πραγματικότητα αυτό που έγινε ήταν ένα απλό, παραδοσιακό ρουσφέτι. Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο. Αλλοι δε διατυπώνουν την άποψη ότι απλά επρόκειτο για παρεμβάσεις που εντάσσονται στην «περιγραφή εργασίας» ενός βουλευτή. Το ζήτημα στις συγκεκριμένες δικογραφίες δεν είναι αν ένας βουλευτής της συμπολίτευσης «βοήθησε» ή «διευκόλυνε» κάποιον ψηφοφόρο του, αλλά αν στην πραγματικότητα έχει διαπράξει ένα ποινικό αδίκημα που κατά περίπτωση μπορεί να είναι και κακούργημα.
Προφανώς η ίδια η Δικαιοσύνη θα αποφασίσει αν συντρέχει πραγματικό ποινικό θέμα για όσα αναφέρονται στην εισαγγελική δικογραφία και, επιπλέον, προφανώς δεν θα είναι όλες οι υποθέσεις που αφορούν τους βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας ίδιες. Το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ μπορεί να φαίνεται κοινότυπο σε κάποιους, ιδιαίτερα σε αυτούς που εμπλέκονται, και να παρουσιάζεται ως συνήθης πρακτική. Στην ουσία όμως αποδεικνύει το πόσο βαθιά διαβρωμένα είναι κάποια κόμματα εξουσίας, που τους φαίνεται κανονικό αυτό που έχει συμβεί και ότι οι περίεργοι είμαστε εμείς που εξοργιζόμαστε.
Δεν πιστεύω ότι η ρίζα του προβλήματος βρίσκεται στη σύνδεση του εκλογικού σώματος με τον εκάστοτε υπουργό μέσω της εκλογικής διαδικασίας. Επομένως και μια ρύθμιση που θα αποστειρώνει τον υπουργό από τους ψηφοφόρους, όπως πρότεινε ο Πρωθυπουργός, δεν θα έλυνε τίποτα. Ανάμεσα σε πλήθος αδυναμιών, μια τέτοια πρόταση θα αποτελούσε επίσημη παραδοχή ότι η δημοκρατία είναι σύμφυτη, αν όχι ταυτόσημη, με το πελατειακό κράτος. Το πρόβλημα όμως είναι τα όρια που δεν έχει και δεν βάζει το πολιτικό προσωπικό – στην προκειμένη οι βουλευτές της ΝΔ – απέναντι στους ψηφοφόρους. Οχι η δημοκρατία.






