Ας πούμε, παραφράζοντας μία από τις πιο διάσημες ατάκες που γέννησαν τα ποδοσφαιρικά γήπεδα, ότι εδώ και επτά χρόνια «οι εκλογές είναι ένα παιχνίδι που παίζουν καμιά τριανταριά κόμματα και στο τέλος κερδίζει ο Μητσοτάκης». Μόνο που δεν είναι ίδιες όλες οι νίκες. Οπωσδήποτε όχι στο ποδόσφαιρο, όπου κάποια ομάδα – όπως θα συμβεί και σε αυτό το Μουντιάλ που αρχίζει σε λίγες ημέρες – μπορεί να πάει σπίτι της κερδίζοντας στο τελευταίο της παιχνίδι. Η μπάλα, ή τέλος πάντων αυτό που πιο λυρικά ορίζεται ως «μαγεία του ποδοσφαίρου», είναι γεμάτη από κοσμητικά επίθετα και προσδιορισμούς. Μια νίκη μπορεί να είναι συντριπτική, σαρωτική, αδιάφορη, δύσκολη ή εύκολη, δίκαιη ή άδικη. Μπορεί να είναι μια «νίκη ανατροπής» ή μια «νίκη-έκπληξη». Η νίκη έχει μορφή, σχήμα και διάσταση. Και όπως σε όλα τα παιχνίδια που δεν είναι μόνο για δύο, δεν είναι καθόλου βέβαιο πως «ο νικητής τα παίρνει όλα». Είναι άλλο το τένις με το φιλέ του. Αλλο το ποδόσφαιρο με τα δίχτυα του. Και άλλο οι εκλογές με την κάλπη τους.
Ειδικά αυτές οι εκλογές, ακόμη και αν δεν προβλέπονται θρίαμβοι ή εκπλήξεις. Ή μάλλον ακριβώς γι’ αυτό. Σχεδόν όλοι πιθανολογούν ότι θα κερδίσει ο Μητσοτάκης (σχεδόν επειδή οφείλει κανείς να είναι ακριβής: στο δημοσκοπικό ερώτημα για την παράσταση νίκης καταγράφεται ένα υπεραισιόδοξο 0,9% που πιστεύει ότι στο τέλος θα νικήσει ο ΣΥΡΙΖΑ ή ό,τι θα απομείνει από αυτόν μαζί με τα ρετάλια του, ένα 0,2% που ποντάρει όλα του τα λεφτά στους Δημοκράτες του Στέφανου Κασσελάκη και ένα 0,8% που θεωρεί πως το κόμμα των Σπαρτιατών θα ζήσει ένα νέο έπος σε κάποιες εκλογικές Θερμοπύλες).
Από τους άλλους όμως, τους σχεδόν όλους, κανένας δεν ξέρει τι μορφή, τι σχήμα και ποια διάσταση θα έχει η νίκη του Κυριάκου Μητσοτάκη. Η εκλογική συμπεριφορά είναι ατομική και ως τέτοια είναι απρόβλεπτη. Ο καθένας μπροστά στην κάλπη και τον ιδιωτικό χώρο τού παραβάν είναι ο εαυτός του, η ψήφος είναι προϊόν μιας προσωπικής λογικής επεξεργασίας από την οποία δεν λείπει το θυμικό και η ιδιοσυγκρασιακή πρόσληψη των πραγμάτων. Συναντάς, για παράδειγμα, κάποιον που σου λέει ότι «στις προηγούμενες εκλογές ψήφισα Βελόπουλο, αλλά τώρα θα ψηφίσω Τσίπρα που δεν έχω ψηφίσει ποτέ». Αλλον, ψηφοφόρο της Νέας Αριστεράς στις ευρωεκλογές, που σου εξηγεί ότι «αφού δεν υπάρχει ένα στιβαρό σοσιαλιστικό κόμμα και δεν βλέπω κάτι άλλο, μάλλον θα ψηφίσω Μητσοτάκη». Και ακόμη τον δεξιό που, θεωρώντας πως ο Μητσοτάκης έχει αλλοιώσει την περιλάλητη «ψυχή της παράταξης», αναζητεί και αναγνωρίζει την ιδεολογική καθαρότητα που του λείπει στο ΚΚΕ. Ή τον κεντρώο που έχει μετακινηθεί από το σημιτικό ΠαΣοΚ στη μητσοτακική ΝΔ την τελευταία επταετία, αλλά τώρα αμφιταλαντεύεται επειδή του κάθεται στο στομάχι η ιστορία των υποκλοπών.
Ολα αυτά δεν σημαίνουν ότι «το καλύτερο επιχείρημα κατά της δημοκρατίας είναι πέντε λεπτά συζήτηση με τον μέσο ψηφοφόρο» όπως έλεγε ο Ουίνστον Τσόρτσιλ με το χιούμορ που τον είχε προικίσει η φύση και το προνόμιο που του προσέφερε η Ιστορία να ενσαρκώνει τον φιλελεύθερο κόσμο σε καιρό πολέμου. Σημαίνουν ότι η εκλογική επίδοση του νικητή μπορεί να είναι απρόσμενη σε οποιαδήποτε κατεύθυνση. Να επιβεβαιώσει την κυριαρχία του Μητσοτάκη μολονότι δεν θα έχει πετύχει την αυτοδυναμία. Ή να αποδειχθεί «πύρρειος».
Μουντιαλικά μιλώντας, η Ελληνική Δημοκρατία είναι αρκούντως θωρακισμένη για να μην ορισθεί το αποτέλεσμα των εκλογών από κάποιο «χέρι του Θεού». Το ματς, επομένως, «θα κριθεί στις λεπτομέρειες», όπως λένε και οι συνάδελφοι των αθλητικών. Μπορεί με κάνα δυο παρατάσεις και – ποιος ξέρει – και με πέναλτι. Ποιος θα κερδίσει στο τέλος; Καθώς «ο αγώνας είναι σε εξέλιξη», θα άξιζε να ρίξει κανείς μια πιο προσεκτική ματιά στα (πολύ) ψιλά γράμματα των δημοσκοπήσεων. Εκεί που κρύβεται η «εικόνα του ματς», πέρα από τα προφανή.



