Google Button Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Τι είναι το Σύνταγμα; Σύμφωνα με μια λίγο φλύαρη διατύπωση είναι «ο θεμελιώδης νόμος πάνω στον οποίο βασίζεται η διαμόρφωση ολόκληρης της νομοθεσίας της Ελλάδας, όσον αφορά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του πολίτη, την οργάνωση και τους βασικούς κανόνες λειτουργίας του κράτους και των θεσμών» (Wikipedia).

Το Σύνταγμα των ΗΠΑ του 1789 πιο λακωνικά προσδιορίζεται ως «ο ανώτατος νόμος των ΗΠΑ» και ορίζει «τα βασικά όργανα διακυβέρνησης και τις αρμοδιότητές τους και τα βασικά δικαιώματα των πολιτών» (Britannica).

Ακόμη πιο λιτό το Σύνταγμα του 1958 της Γαλλικής Δημοκρατίας «οργανώνει τις δημόσιες εξουσίες, ορίζει τον ρόλο τους και τις σχέσεις τους». Αλλά τουλάχιστον παραπέμπει στη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη του 1789 και στο Προοίμιο του Συντάγματος του 1946 (La Documentation française).

Αυτά λένε οι κουτόφραγκοι…

Αντιθέτως στην Ελλάδα ένας πρωτοπόρος συνταγματολόγος και ΣΥΡΙΖΑ επί κυβερνήσεως Τσίπρα (αν υπάρχει ακόμη το σχήμα…) ορίζει ότι Σύνταγμα «είναι ο νόμος που έχουν στα χέρια τους οι πολίτες για να ελέγχουν την κρατική εξουσία» (Α. Καϊδατζής, «Εφημερίδα των Συντακτών», 11/7).

Δηλαδή ο απλός πολίτης είναι ένα είδος μανιασμένου Ρουβίκωνα λίγο πιο γραμματιζούμενου για να διαβάζει τι έχει στα χέρια του.

Σύμφωνα με αυτή την ιδιότυπη εκδοχή Συντάγματος ο πρωθυπουργός είναι «εκλεγμένος δικτάτορας», «αν ελέγχει πλήρως το κόμμα του, άρα και τη Βουλή, αν έχει την πλειοψηφία, άρα και τους θεσμούς οι οποίοι εκλέγονται από τη Βουλή».

Δεν έχει άδικο ο συνταγματολόγος. Διότι αν κάποιος δεν ελέγχει το κόμμα του και δεν έχει πλειοψηφία στη Βουλή, τότε δεν είναι καν πρωθυπουργός. Κάνει άλλο επάγγελμα.

Κατόπιν των παραπάνω η πρωτοπόρος αυτή συνταγματική σκέψη συνοψίζεται στο δόγμα «το Σύνταγμα υπέρ των πολλών» (A. Καϊδατζής, Χ. Κουρουνδής, «Ποια Αναθεώρηση; Για ένα Σύνταγμα υπέρ των πολλών, όχι στα μέτρα των “από πάνω”», εκδόσεις Πόλις, 2026).

Παρόλο που έως τώρα ξέραμε ότι «το Σύνταγμα είναι όλων», δηλαδή ανεξαρτήτως κοινωνικής τάξης, χρώματος, θρησκείας, μορφωτικού επιπέδου, δοξασιών και πεποιθήσεων κάθε είδους των πολιτών.

Αυτά βεβαίως έρχονται στην επιφάνεια τώρα που άνοιξε με κυβερνητική πρωτοβουλία μια διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος και η οποία δεν φαίνεται ιδιαίτερα συναρπαστική.

Αλλωστε έχουμε ήδη την πρωτότυπη περίπτωση του ΠαΣοΚ, το οποίο διατύπωσε μερικές ενδιαφέρουσες ιδέες για την αναθεώρηση αλλά το οποίο ξεκαθάρισε προκαταβολικά ότι δεν προτίθεται να ψηφίσει τις ιδέες του, αν συμφωνήσουν και άλλοι μαζί τους!

Μικρό το κακό. Η Ελλάδα πάσχει από «βαρύ συνταγματισμό» και αναθεωρεί το Σύνταγμά της κάθε δεκαετία. Θα βρει ασφαλώς μια ευκαιρία να το αναθεωρήσει και στο μέλλον αν η σημερινή αναθεώρηση δεν αποδώσει τα προσδοκώμενα.

Αλλωστε πού θα βρουν δουλειά τόσοι συνταγματολόγοι γύρω μας; Κλέφτες θα γίνουν;

Να διηγηθώ λοιπόν μια ωραία ιστορία. Η οποία μάλιστα αναφέρεται σε μια πολιτικό που δεν μας είναι ιδιαίτερα συμπαθής.

Η Μαρίν Λε Πεν είχε καταδικαστεί το 2025 σε πρώτο βαθμό για μια υπεξαίρεση επιδομάτων των κοινοβουλευτικών βοηθών του κόμματός της στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Μεταξύ άλλων είχε καταδικαστεί σε πενταετή απαγόρευση υποψηφιότητας, η οποία την απέκλειε από την προεδρική εκλογή του 2027.

Στην έφεση που εκδικάστηκε προ ημερών, το Εφετείο του Παρισιού επιβεβαίωσε «την αντικειμενική σοβαρότητα των πράξεων» και λίγο ή πολύ επικύρωσε την καταδίκη της.

Μείωσε όμως τον χρόνο που δεν θα μπορούσε να είναι υποψήφια. Κι έτσι η Λε Πεν θα μπορέσει να βάλει υποψηφιότητα στην εκλογή του 2027.

Ολος σχεδόν ο γαλλικός Τύπος μίλησε για μια «απόφαση στα μέτρα της υποψηφίου» («Le Monde», 7/7).

Πιθανώς. Αλλά στο κείμενο της δικαστικής απόφασης το δικαστήριο ρητά δηλώνει ότι θέλει «να διατηρήσει την ελευθερία επιλογής του ψηφοφόρου». Με άλλα λόγια, ο δικαστής δικάζει και καταδικάζει αλλά δεν μπορεί να εμποδίσει τον ψηφοφόρο να ψηφίσει ή να μην ψηφίσει.

Ομολογώ ότι η αιτιολόγηση της απόφασης με προβλημάτισε διότι έχει μια λογική βάση.

Και προφανώς δεν προβλημάτισε μόνο εμένα. Ο Ολιβιέ Μπω, καθηγητής Δημοσίου Δικαίου στο Paris-Pantheon, σημείωνε με ειλικρίνεια ότι η υπόθεση Λε Πεν «απεικονίζει την άρρηκτη δυσκολία να δικαστούν ποινικά οι πολιτικοί» («Le Monde», 12-12/7).

Ακόμη κι ο «Economist» παρατήρησε ότι «η ετυμηγορία πήρε την πολιτική απόφαση από τα χέρια των δικαστών και την εναπόθεσε καθαρά στα χέρια των ψηφοφόρων» (11/7).

Το καταγράφω αυτό διότι παρατηρώ μια ώθηση να ποινικοποιηθεί περαιτέρω η πολιτική ζωή και στην Ελλάδα κάτω από το λάβαρο ενός ακραίου λαϊκισμού για το πώς πρέπει να λογοδοτούν ποινικά οι πολιτικοί ή έστω όσοι ασκούν διακυβέρνηση (άρθρο 86). Οι οποίοι βασικά θα πρέπει να λογοδοτούν κατά τις ορέξεις των αντιπάλων τους.

Εδώ ιδρύθηκε ολόκληρο κόμμα με σχεδόν αποκλειστική επιδίωξη «να τους βάλει φυλακή» για τα Τέμπη. Ωραία η λογοδοσία λοιπόν αλλά όχι να λύνουμε τις πολιτικές διαφορές στα ποινικά δικαστήρια.

Παραδόξως όμως όλα αυτά συνδέονται. Και η φαντασίωση ενός Συντάγματος «υπέρ των πολλών» καταλήγει σε ένα «λαϊκό Σύνταγμα».

Με διατάξεις όπως «Τα αντίβαρα των από κάτω. Δικαιώματα συλλογικής δράσης, κοινωνικά δικαιώματα, δημοκρατικές ελευθερίες» (τα οποία ουδείς απειλεί ή περιορίζει) και «Απέναντι στην πλουτοκρατία: Δραστικός περιορισμός των δικαιωμάτων του μεγάλου πλούτου» (Καϊδατζής – Κουρουνδής, σσ. 153-163)

Ή που «θα ελέγχει την εξουσία» όταν δεν τη γουστάρει.

Προβλέψεις με τις οποίες ίσως κανείς θα μπορούσε να συμφωνήσει αν ήταν να εγκαθιδρύσουμε στη χώρα μας κάποια μορφή «λαϊκής δημοκρατίας».

Αλλά δεν βλέπω πολλούς να έχουν τέτοια διάθεση. Και άλλωστε σε συνθήκες «λαϊκής δημοκρατίας» το Σύνταγμα θα ήταν όντως για πολύ λίγους ή ίσως να μη χρειαζόταν και καθόλου.