«Μιλάμε, ναι» λέει ένας πολιτικός. «Αλλά για τι πράγμα μιλάμε; Μιλάμε μόνο για εμάς». Το πολιτικό σύστημα πάσχει από αυτοαναφορικότητα, ο πολιτικός διάλογος είναι κλαδικός. Εμείς είμαστε το υποκείμενο της συζήτησης, εμείς και το αντικείμενο. Και έτσι δημιουργείται το χάσμα με το κοινωνικό σώμα. Ο Ανδρουλάκης και ο Τσίπρας μιλούν για τον Μητσοτάκη, ο Μητσοτάκης για τη «Βαβέλ» ή τον «θίασο» και όλοι μαζί για τον εαυτό τους. Ο Μητσοτάκης και η τρίτη θητεία του, ο Ανδρουλάκης και η κολλημένη βελόνα του, ο Τσίπρας και το rebranding του. Ξύνεις την επιφάνεια και πέφτεις πάλι στην επιφάνεια. Είναι αδύνατον ο διάλογος – αυτός ο διάλογος – να τρυπήσει το μπετόν της αμεταρρύθμιστης χώρας.
«Τίποτε δεν έχει αλλάξει» λέει ένας επιχειρηματίας. «Διαφθορά, πελατειακές σχέσεις, δίκτυα, γραφειοκρατία. Σκοντάφτεις συνεχώς και παντού, το κράτος και η διοίκηση λειτουργούν έτσι όπως λειτουργούσαν πάντοτε». Το κοντέρ της προόδου μηδενίζεται στην καθημερινή ζωή. Το 2026 δεν είναι 2015, ούτε καν 2019, «έχουν γίνει βήματα», σύμφωνα με το πιο μετριόφρον κυβερνητικό αφήγημα, ή «άλματα», όπως θέλει το πιο επιθετικό μάρκετινγκ. Στην καθημερινότητά τους όμως οι πολλοί – οι εκτός δικτύου – ζουν τη μέρα της μαρμότας. Παρακολουθούν τον αυτοαναφορικό διάλογο. Δεν συμμετέχουν στην κουβέντα. Και απέχουν από τις κάλπες.
Η αποχή στις ευρωεκλογές ήταν θηριώδης για να συντίθεται μόνο από τους πάσης φύσεως αρνητές, οι οποίοι ούτως ή άλλως έχουν βρει την πολιτική τους έκφραση σε μοναστηριακά μορφώματα, κηραλοιφικούς σχηματισμούς και αραμαϊκές προφητείες. Στον καναπέ τους κάθισαν πολιτικά όντα, νέοι γειωμένοι με την πραγματικότητα, μετριοπαθείς, δημιουργικοί, ταξιδεμένοι.
Αυτό το θετικό πνεύμα έχει κατακλυστεί από το αίσθημα απογοήτευσης που μετρούν οι δημοσκόποι. Οχι επειδή όλοι αυτοί οι άνθρωποι ανήκουν σε ένα έθνος γκρινιάρηδων. Αλλά επειδή διαθέτουν αρκετές προσλαμβάνουσες για να ξέρουν πως τα πράγματα αλλού γίνονται αλλιώς. Πως η κοινωνική ευημερία δεν ταυτίζεται με την επιδοματική πολιτική – τα «παυσίπονα» εάν είσαι της αντιπολίτευσης ή τα «γενναία πακέτα» της ΔΕΘ εάν είσαι της κυβέρνησης. Πως ο πλούτος είναι προϊόν ελεύθερης δημιουργίας και όχι αθέμιτης συναλλαγής. Και πως φτιάχνεις τη ζωή σου επειδή είσαι αυτός που είσαι και όχι αυτοί που ξέρεις.
Η ΝΔ πιστεύει πως αυτό το κοινό είναι δικό της και ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ως μεθοδικός campaigner, αφήνει το φάντασμα των πρόωρων εκλογών να αιωρείται φορώντας συγχρόνως το θεσμικό του καπέλο και καλλιεργώντας το σύνθημα της προεκλογικής του εκστρατείας. «Η Ελλάδα του 2030».
«Δώσε προοπτική» είναι σαν να λέει ο spin doctor εισαγωγής. Σωστά. Το παρελθόν δεν λέει τίποτε σε εκείνους που θέλουν να ζήσουν, το παρόν κουβαλά τα βάρη της ακρίβειας και της διαφθοράς, μένει μόνο το μέλλον, όσο δύσκολο και αν είναι να πείσει κανείς ότι θα κάνει στα επόμενα τρία χρόνια όσα δεν έκανε στα προηγούμενα οκτώ.
Είναι ακριβώς αυτή η δυσκολία όμως που θα εγκλωβίσει για ακόμη μία φορά τον πολιτικό διάλογο στην αυτοαναφορικότητά του. «Ελάτε να ψηφίσετε για να μην έρθουν αυτοί» θα λέει ο ένας επειδή η αντιπολίτευση πλήττεται περισσότερο στην εκδοχή του πακέτου και του σχήματος «εγώ και οι άλλοι». «Ελάτε να ψηφίσετε για να φύγει αυτός» θα λέει η αντιπολίτευση επειδή εδώ και οκτώ χρόνια δεν έχει πείσει πως διαθέτει εναλλακτικό σχέδιο διακυβέρνησης.
Ενας όχι μόνο αυτοαναφορικός αλλά και τοξικός πολιτικός διάλογος είναι η ασφαλέστερη μέθοδος για να καθίσουν οι πολλοί του καναπέ στο σπίτι τους. Να απέχουν από κάτι που δεν θα τους φαίνεται τίποτε περισσότερο από μια «περιρρέουσα ανοησία». Ανοησία;
«Ο ιταλός επιστήμονας υπολογιστών Αλμπέρτο Μπραντολίνι συνέλαβε κάποτε την “αρχή της ασυμμετρίας των ανοησιών”» λέει ένας εφημεριδοφάγος. «Αυτή δηλώνει ότι χρειάζεται απείρως μεγαλύτερη ποσότητα ενέργειας για να αντικρουστεί μια ανοησία παρά για να παραχθεί…».



