Google Button Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Για αιώνες, οι γυναίκες μουσουλμάνες θεωρούνταν, σύμφωνα με την ισλαμική νομολογία, μη επιλέξιμες για να αναλάβουν ηγετικές θέσεις σε δημόσιους τομείς (π.χ., κυβέρνηση, δικαστικό σώμα).

Η ομάδα των Αδελφών Μουσουλμάνων (Muslim Brotherhood), «παρακλάδι» της Σχολής των Σουνιτών Χανεφί (Sunni-Hanefi), βασιζόμενη στην έννοια της συμπληρωματικότητας (takamil), ενθάρρυνε και υποστήριξε από τις αρχές του 20ού αιώνα τη συμμετοχή των γυναικών στην εκπαίδευση, τη δραστηριοποίησή τους σε επαγγελματικές/επιχειρηματικές δράσεις καθώς και την επιδίωξη πολιτικής καριέρας, αλλά υπό όρους.

Οι γυναίκες δεν θα πρέπει να λησμονούν ότι δεν μπορούν ποτέ να διεκδικήσουν τη θέση του ανώτατου ηγέτη καθώς ο πρωταρχικός και «θείος» ρόλος τους είναι εντός της οικογένειας ως σύζυγοι και μητέρες, λειτουργώντας ως θεματοφύλακας των ισλαμικών αξιών.

Η Εμινέ Ερντογάν, σύζυγος του πρώην πρωθυπουργού και νυν προέδρου της Τουρκίας από το 1978, δείχνει να ασκεί επιρροή που υπερβαίνει κατά πολύ τα εθιμοτυπικά της καθήκοντα, διαδραματίζοντας καθοριστικό ρόλο τόσο στη λειτουργία όσο και στην ιδεολογική κυριαρχία του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP). Αν και δεν κατέχει επίσημο αιρετό αξίωμα, αποτελεί κεντρικό πυλώνα για τη σύνδεση του κόμματος με τη λαϊκή βάση, τη δυναμική κινητοποίηση των γυναικών και την προώθηση των ισλαμικών-συντηρητικών κοινωνικών αξιών.

Γεννημένη στην Κωνσταντινούπολη με καταγωγή από το Σιίρτ, η Εμινέ Γκιουλμπαράν εντάχθηκε από νωρίς σε ακτιβιστικούς ισλαμικούς κοινωνικούς και θρησκευτικούς κύκλους. Ως ιδρυτικό μέλος του Γυναικείου Τμήματος του Κόμματος της Ευημερίας (Refah) στην Κωνσταντινούπολη, πρωτοστάτησε σε κοινωνικές δράσεις και πολιτικές εκστρατείες τύπου «πόρτα-πόρτα» καθώς και γεύματα iftar, συμβάλλοντας καθοριστικά στην εκλογή του συζύγου της ως Δημάρχου, το 1994.

Μετά την ίδρυση του AKP το 2001, η εμπειρία της μεταφέρθηκε στον νέο κομματικό μηχανισμό. Τα Γυναικεία Τμήματα του AKP εξελίχθηκαν σε ένα πανίσχυρο εργαλείο εκλογικής κινητοποίησης.

Ως σύζυγος πρωθυπουργού (2003-2014) και μετέπειτα ως Πρώτη Κυρία, η Εμινέ ηγήθηκε μεγάλων κοινωνικών και εκπαιδευτικών εκστρατειών, όπως το «Ελάτε Κορίτσια, Πάμε Σχολείο» και «Μητέρες και Κόρες στο Σχολείο» (Haydi Kızlar Okula και Ana-Kız Okuldayız), σε συνεργασία και με τη UNICEF, με στόχο την ενδυνάμωση των γυναικών.

Επιπρόσθετα, με το πρόγραμμα «Εθελοντές Πρεσβευτές» (Gönül Elçileri) κινητοποίησε εθελοντές για υπηρεσίες προστασίας και υποστήριξης ηλικιωμένων, ατόμων με αναπηρία αλλά και βετεράνων και οικογενειών πεσόντων. Οι πρωτοβουλίες αυτές ενίσχυσαν την πρόσβαση των συντηρητικών γυναικών στην εκπαίδευση και την εργασία, αλλά και τη στήριξη «αδύναμων» κοινωνικών ομάδων, εδραιώνοντας την κομματική πίστη στο AKP.

Η παρουσία της Εμινέ προσδίδει στις δράσεις αυτές ηθική «ανωτερότητα», παρουσιάζοντας το κόμμα ως συμπονετικό και ριζωμένο στις παραδοσιακές αξίες, εν μέσω ραγδαίου εκσυγχρονισμού.

Παράλληλα, ο ρόλος της Εμινέ επεκτείνεται στην εγχώρια περιβαλλοντική πολιτική (π.χ., το πρόγραμμα «Μηδενικά Απόβλητα – Sıfır Atık») αλλά και σε διεθνείς ανθρωπιστικές αποστολές (Πακιστάν, Μιανμάρ, Γάζα), προσφέροντας πολύτιμη ήπια ισχύ (soft power) στην εξωτερική πολιτική του συζύγου της. Βέβαια, οι επικριτές υποστηρίζουν ότι η επιρροή της αποτελεί παράδειγμα νεποτισμού και αυταρχικής εδραίωσης. Οι αντιπαραθέσεις γύρω από είδη πολυτελείας (π.χ., τσάντα Hermès, ρολόι Chopard, κ.λπ.) που χρησιμοποιεί έχουν προκαλέσει βαριές κατηγορίες για υποκρισία εν μέσω των οικονομικών προκλήσεων που αντιμετωπίζουν οι απλοί πολίτες.

Αντίστοιχη δραστηριότητα με τη μητέρα της, έχει να επιδείξει και η μικρότερη κόρη της, η Σουμεγιέ Ερντογάν Μπαϊρακτάρ. Απόφοιτος του Araklı İmam Hatip, σπούδασε Κοινωνιολογία και Πολιτικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο της Ιντιάνα και έλαβε το μεταπτυχιακό της από το LSE. Εργάστηκε στο SESRIC (Στατιστικό, Οικονομικό και Κοινωνικό Κέντρο Ερευνας και Κατάρτισης για τις Ισλαμικές Χώρες), τμήμα του Οργανισμού Ισλαμικής Συνεργασίας, και έχει συνεργαστεί με το AKP ως σύμβουλος εξωτερικών σχέσεων.

Η κύρια δράση της Σουμεγιέ επικεντρώνεται στην κοινωνία πολιτών μέσω της KADEM (Kadın ve Demokrasi Derneği – Σύνδεσμος Γυναικών και Δημοκρατίας) που προωθεί την ενδυνάμωση των γυναικών στην εκπαίδευση, στην οικονομία και στην ηγεσία μέσα από ένα πλαίσιο που δίνει έμφαση στις οικογενειακές αξίες, στον πολιτιστικό συντηρητισμό και στους έμφυλους ρόλους που είναι συμβατοί με το Ισλάμ.

Τόσο το έργο της Εμινέ Ερντογάν όσο και της κόρης της Σουμεγιέ, προσφέρουν τα μέγιστα για την εδραίωση ενός πέπλου συντηρητικής ηγεμονίας σε μια τεχνολογικά/οικονομικά αναβαθμισμένη Τουρκία. Και οι δύο προωθούν την εκπαίδευση των γυναικών, τη γυναικεία επιχειρηματικότητα και τον γυναικείο ακτιβισμό, εντάσσοντας όμως τη δράση αυτή στο παραδοσιακό ισλαμικό αφήγημα των Αδελφών Μουσουλμάνων και του ΑΚΡ.

Είναι σχεδόν βέβαιο ότι οι απαντήσεις σε ερωτήματα περί της στοχοθεσίας μιας τεχνολογικά και στρατιωτικά ραγδαία εξελισσόμενης αλλά ιδεολογικά συντηρητικής κοινωνίας και πολιτείας στην ευρύτερη περιοχή, θα προκαλέσουν ανάμεικτα συναισθήματα σε φίλους και συμμάχους.

Ο κ. Γεράσιμος Ν. Καραμπελιάς είναι καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.