Η ευαισθησία έναντι των θεσμών και της ανάγκης σεβασμού τους είναι παραπάνω από ευπρόσδεκτη σε κάθε δημοκρατία. Οταν όμως η ευαισθησία αυτή προτάσσεται μόνον αν βολεύει, το μόνο που καταφέρνει είναι να υπονομεύει τη δημοκρατική διακυβέρνηση της χώρας. Κι αυτό, όπως καταδεικνύει και πρόσφατη έρευνα της Metron Analysis, που παρουσιάστηκε στο συνέδριο του Κύκλου Ιδεών, το αντιλαμβάνονται πλήρως και οι πολίτες, που βαθμολογούν την κυβέρνηση κάτω από τη βάση στο συγκεκριμένο πεδίο (4,4/10). Ας δούμε κάποια πολύ χαρακτηριστικά παραδείγματα:
Παράδειγμα πρώτο: Οταν, στα τέλη Απριλίου, η επιεικώς ακατανόητη απόφαση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου πρώτον να μην αυτοεξαιρεθεί (καίτοι εποπτεύων την ΕΥΠ) κσι έπειτα να μην ανασύρει από το αρχείο για περαιτέρω έρευνα τον φάκελο των υποκλοπών, κάτι που ζητήθηκε με προηγούμενη δικαστική απόφαση, προκάλεσε σάλο, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος έσπευσε να δηλώσει: «Εχουμε απόλυτο σεβασμό στη Δικαιοσύνη, αυτονόητο σεβασμό σε κάθε απόφαση της Δικαιοσύνης».
Οταν όμως άρθρωνε τη συγκεκριμένη φράση ο κ. Μαρινάκης, είχαν ήδη συμπληρωθεί δύο ολόκληρα χρόνια από δικαστική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, που διέτασσε την ενημέρωση του Νίκου Ανδρουλάκη για τους λόγους παρακολούθησής του. Απόφαση την οποία η εποπτευόμενη απευθείας από τον Πρωθυπουργό ΕΥΠ εξακολουθεί έως και σήμερα να γράφει στα παλαιότερα των υποδημάτων της και μάλιστα κατά τρόπο προκλητικό, όπως κατέδειξε και η στάση του διοικητή της Δεμίρη ενώπιον της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας.
Παράδειγμα δεύτερο: Τρομερά αντανακλαστικά επέδειξε ο Πρόεδρος της Βουλής, μετά τις πρόσφατες διαρροές από τη διαδικασία στην εν λόγω επιτροπή. Κατέστησε μάλιστα σαφές την ίδια μέρα ότι παραπέμπει το ζήτημα στην Επιτροπή Δεοντολογίας. Την ίδια ώρα βέβαια, ποιος μπορεί να ξεχάσει ότι έχουν περάσει έξι ολόκληροι μήνες απ’ όταν μάρτυρας κατέθεσε ενόρκως στο δικαστήριο ότι του είχαν δώσει ερωτήσεις λίγο πριν καταθέσει στην Εξεταστική της Βουλής για τις υποκλοπές. Ο Αλέξης Χαρίτσης ζήτησε από τον Νοέμβριο να ερευνηθεί το θέμα στη Βουλή, αλλά έως σήμερα μάλλον διέφυγε την προσοχή του Προέδρου.
Παράδειγμα τρίτο: Τον προηγούμενο μήνα, σειρά βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας, με κορυφαίους τους πέντε που υπέγραψαν σχετική επιστολή, ζητούσαν να σταματήσει η υποβάθμιση του ρόλου του βουλευτή. Ποιος να διαφωνήσει; Οι βουλευτές μας αποτελούν τη νομοθετική εξουσία που ασκείται στο όνομα ημών των πολιτών που τους εκλέγουμε. Την ίδια ώρα βέβαια, οι βουλευτές της συμπολίτευσης εμφανίζονται εξαιρετικά «άνετοι» και πάντως σίγουρα ανενόχλητοι από τους Φραπέδες που επικαλούνται προκλητικά το δικαίωμα σιωπής, χωρίς να είναι κατηγορούμενοι. Συνηγορούν στη μη κλήτευση κρίσιμων μαρτύρων στις Εξεταστικές.
Δεν αντιδρούν όταν υπάρχουν ένορκες καταθέσεις για στημένες ερωτήσεις στις επιτροπές της Βουλής. Δεν μιλούν μπροστά στο αντικανονικό μπάχαλο με τις μαζικές επιστολικές ψήφους για να μην ελεγχθούν υπουργοί της κυβέρνησης. Δεν ενοχλούνται από τις αλλαγές σύνθεσης ανεξάρτητων αρχών χωρίς την προβλεπόμενη πλειοψηφία κ.λπ., κ.λπ. Τα γεγονότα μιλούν από μόνα τους και τα συμπεράσματα προκύπτουν αβίαστα.





