Για εμάς, τους σημερινούς σαραντάρηδες, ο Βασίλης Λεβέντης, που έφυγε από τη ζωή την Τετάρτη, δεν έγινε ποτέ ακριβώς πολιτικός. Ηταν πάντα ο Βασίλης Λεβέντης. Μια εξωτική φιγούρα, με γκροτέσκο λόγο, που κάπως μας συστήθηκε στα παιδικά μας χρόνια. Πιθανότατα από την τηλεόραση κάποιου ηλικιωμένου συγγενούς, που έβρισκε στις θρυλικές εκπομπές του ένα πεδίο εκτόνωσης της οργής του έναντι του συστήματος. Πύρινοι λόγοι, φραπέ και τηλεφωνικές παρεμβάσεις που, όχι σπάνια, αποδεικνύονταν φάρσες.
Οι εκρήξεις του και οι κατάρες που εκτόξευε δεν διασώθηκαν απλώς ως θησαυρός του cult τηλεοπτικού παρελθόντος μας. Στη νέα χιλιετία γνώρισαν δεύτερη ζωή και δόξα στη λεωφόρο του virality. Κι όμως, όσο ακραίες κι αν ακούγονταν οι εκφράσεις του, ο λεβέντικος αντισυστημισμός δεν εξέπεμπε ποτέ την απειλή που έφερε αργότερα ο μαύρος αντισυστημισμός της χρεοκοπίας. Ο Λεβέντης παρέμεινε στα μάτια μας μια sui generis, σχεδόν συμπαθής περσόνα. Ο,τι κι αν έλεγε, όσο υπερβολικό κι αν ήταν, το αντιμετωπίζαμε περισσότερο ως θέαμα και λιγότερο ως κίνδυνο.
Δεν είναι τυχαίο ότι ενέπνευσε ακόμη και τη μυθοπλασία. Ο Λεβεντο-Σπύρος, ο πρόεδρος του Κόμματος Λαϊκής Νοοτροπίας (ΚΟ.ΛΑ.Ν.) στους θρυλικούς «Απαράδεκτους», είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Γι’ αυτό και όταν, το 2015, η Ενωση Κεντρώων μπήκε στη Βουλή με ποσοστό 3,4%, πολλοί από εμάς δυσκολευτήκαμε να πιστέψουμε ότι η νυχτερινή τηλεοπτική φιγούρα των παιδικών μας χρόνων είχε αποκτήσει πραγματικό πολιτικό έρεισμα. Βέβαια, εκείνη την εποχή όλα έμοιαζαν πιθανά. Η απελπισία των μνημονίων μπορεί και να οδήγησε αρκετούς να πιστέψουν ακόμη και την προεκλογική του διαβεβαίωση ότι «με τις γνωριμίες που έχει στην Ευρώπη, μπορεί εντός διμήνου να βγάλει τη χώρα από τα μνημόνια».
Από το 1992 το προσπαθούσε. Χρειάστηκαν είκοσι τρία χρόνια, αλλά και η κατάρρευση της χώρας, για να βγει από το περιθώριο και να αποκτήσει καρέκλα στο συμβούλιο των πολιτικών αρχηγών. Στην πρώτη του εμφάνιση στη Βουλή ήταν συγκινημένος. Πώς θα μπορούσε να μην είναι; Ολοι αναγνώρισαν την επιμονή του. Και στα κοινοβουλευτικά έδρανα, εξάλλου, παρέμεινε συνεπής απέναντι στον πρότερο δημόσιο λόγο του.
Η Ελλάδα, στο μεταξύ, είχε αλλάξει δραματικά. Από την αισιοδοξία της ευρωπαϊκής σύγκλισης και των Ολυμπιακών Αγώνων, περάσαμε στις αστακομακαρονάδες, στα διακοποδάνεια και, τελικά, στον γκρεμό της κρίσης. Η χρεοκοπία γέννησε τέρατα: τη δολοφονική Χρυσή Αυγή, απίθανους απατεώνες που διαφήμιζαν ότι διαθέτουν τρισεκατομμύρια για να σώσουν τη χώρα και ένα μίσος που εξακολουθεί να μας ταλαιπωρεί.
Μέσα σε αυτή τη διαδρομή, ο Βασίλης Λεβέντης παρέμεινε κάτι διαφορετικό. Μια μάλλον αθώα υπόμνηση της προ κρίσης ανεμελιάς και ενός αντισυστημισμού που, όσο θορυβώδης κι αν ήταν, απείχε πολύ από το σκοτάδι που ακολούθησε. Αποχαιρετούμε, με κάποια τρυφερότητα, έναν άνθρωπο που δεν υπήρξε ποτέ κεντρικός πρωταγωνιστής της πολιτικής ζωής, αλλά φεύγει ως ένα αναγνωρίσιμο κομμάτι της μάλλον φτωχής ελληνικής ποπ κουλτούρας. Συλλυπητήρια στους οικείους του.






