Ηταν κάποτε ένα γκρίζο σαν την καταχνιά πουλί στους ουρανούς.
Ηταν κι ένα βαθυκόκκινο σαν το ηλιοβασίλεμα λουλούδι σ’ ένα ανθοδοχείο.
Μπήκε απ’ το παράθυρο το γκρίζο πουλί, φτερούγισε δειλά, είπε στο λουλούδι:
– Πόσο όμορφο είσαι… Πόσο απαλό… Να ‘ξερες πόσο σ’ αγαπώ…
– Αγάπα με κι εσύ άμα θέλεις! απάντησε το λουλούδι. Γιατί όχι; Ολοι μ’ αγαπάνε!
– Εσύ όμως; Θα μπορούσες εσύ ποτέ να μ’ αγαπήσεις;
– Αυτό που ζητάς δεν γίνεται.
– Γιατί;
– Δεν έχω καρδιά εγώ. Ψεύτικο είμαι! Από εκλεκτό μετάξι λεπτοδουλεμένο σε εργαστήρι της Φλωρεντίας.
– Ο,τι και να ‘σαι, σ’ αγαπώ!
– Δεν θα μας βγει σε καλό. Τα ψεύτικα λουλούδια δεν γέρνουν στον μίσχο τους ποτέ! Ποτέ δεν χλωμιάζουν, δεν μαραίνονται τα πέταλά τους. Ενώ του κήπου τα πουλιά σωπαίνουν ένα δειλινό· σβήνει κάποια στιγμή η μελωδική λαλιά τους…
– Αύριο θα σου φέρω μια καρδιά, τιτίβισε το γκρίζο πουλί. Περίμενέ με!
***
Ταξίδεψε. Λεύγες ατελείωτες, μίλια αμέτρητα ταξίδεψε. Πέρασε απ’ τα βουνά της σιγαλιάς κι απ’ τα φαράγγια της ομίχλης, κι όταν έφτασε στην καρδιά της καταιγίδας, ρώτησε την Κυρά της Αστραπής:
– Αγάπησα ένα λουλούδι χωρίς καρδιά! Πού μπορώ να βρω καρδιά να του χαρίσω;
– Καρδιές για χάρισμα δεν θα βρεις πουθενά, αποκρίθηκε η Κυρά και άφησε τους καβαλάρηδες της βροντής να καλπάσουν στον ουρανό. Αν το αγαπάς όμως πολύ, αν του κελαηδάς κάθε πρωί, κάθε βράδυ, αν το νανουρίζεις, κι αν το κάθε σου τραγούδι είναι χίλιες φορές πιο μελωδικό, πιο τρυφερό και πιο μαγευτικό απ’ το προηγούμενο… Αν είναι, τότε ίσως… ίσως τότε του χαρίσεις μια καρδιά!
***
Οταν το πουλί φτερούγισε τ’ άλλο πρωί για να κελαηδήσει στο λουλούδι, βρήκε το παράθυρο κλειστό, τις περσίδες κατεβασμένες.
Είδε όμως μια ξόβεργα στα κλωνιά της μυγδαλιάς. Αφέθηκε να παγιδευτεί.
Το αιχμαλώτισαν και το κλείσαν σ’ ένα κλουβί, και – για καλή του τύχη – το κλουβί το κρέμασαν πλάι στην κονσόλα με το βαθυκόκκινο λουλούδι.
– Σ’ αγαπώ! άφησε ένα κελάηδημα να κυλήσει.
– Το ξέρω. Μου το ‘λεγες και χτες. Γιατί είσαι αλήθεια κλεισμένο σε κλουβί;
– Δεν υπήρχε άλλος τρόπος να βρεθώ κοντά σου· να σε βλέπω κάθε μέρα, κάθε μέρα να σου κελαηδάω!
– Ξέρεις να κελαηδάς;
– Ξέρω και τίποτα άλλο;
– Κελάηδησέ μου τότε…
Ετσι λοιπόν το γκρίζο πουλί κελάηδησε ολόχαρο τις πρώτες τρίλιες για το βαθυκόκκινο λουλούδι.
Κι από τότε, ολημερίς του κελαηδούσε, και το κάθε του τραγούδι ήταν χίλιες φορές πιο μελωδικό, πιο τρυφερό και πιο μαγευτικό απ’ το προηγούμενο. Φλόγα ήταν και δροσιά. Ανατριχίλα ήταν, χάδι κι ευωδιά.
***
– Γιατί είναι μέρες τώρα τα παράθυρα σφαλισμένα; Γιατί το νερό μου σώθηκε; Γιατί είναι όλα τόσο σκοτεινά; ρώτησε μια μέρα το πουλί, γέρνοντας το κεφαλάκι του με απορία σαν να προσπαθούσε να καταλάβει κάτι που το ξεπερνούσε.
– Πούλησαν το σπίτι, καθώς φαίνεται, και μας ξέχασαν εδώ! αποκρίθηκε το βαθυκόκκινο λουλούδι. Εμένα δεν με νοιάζει, βέβαια… Εγώ δεν χρειάζομαι νερό, ούτε τροφή και φως. Ψεύτικο λουλούδι είμαι. Εσύ, όμως; Πώς θα τα βγάλεις πέρα;
– Ούτε εμένα με νοιάζει! Αρκεί να ‘μαι κοντά σου! είπε το πουλί και συνέχισε να κελαηδάει.
Σε λίγες μέρες το λουλούδι ρώτησε:
– Γιατί κάθε μέρα γίνεται το τραγούδι σου πιο σιγανό;
– Γιατί ρωτάς; Δεν σ’ αρέσει πια;
– Μ’ αρέσει κάθε μέρα πιο πολύ. Αλλά… γιατί; Γιατί δυσκολεύομαι τόσο πολύ να σε ακούω;
– Γιατί δεν είμαι ψεύτικο εγώ… Δεν μπορώ χωρίς κεχρί, χωρίς νερό να ζω… Μη σε νοιάζει όμως. Οσο αντέχω, όσο μπορώ, στιγμή δεν θα πάψω να σου τραγουδάω. Ως την τελευταία μου πνοή θα σου τραγουδάω.
– Μη φύγεις! παρακάλεσε το λουλούδι. Σε συνήθισα. Μ’ αρέσει να σ’ ακούω. Τι θα γίνει όταν πάψεις να μου τραγουδάς; Ποιος θα με νοιάζεται στο έρημο, λησμονημένο σπίτι; Τραγούδα μου και μη σταματάς ποτέ. Τραγούδα μου, γιατί σε αγαπάω…
Και κυλούσαν οι ώρες, ώσπου το πουλί – τόσο, μα τόσο σιγανά – κελάηδησε το τελευταίο του τραγούδι…
Το σπίτι ήταν άδειο. Ερημο ήταν και σκοτεινό.
Κανείς δεν άκουσε το τελευταίο τραγούδι του γκρίζου πουλιού, που ήταν το πιο ωραίο απ’ όλα τ’ άλλα.
Κανείς δεν είδε το βαθυκόκκινο λουλούδι που άρχισε να χλωμιάζει, να γέρνει στον μίσχο του σιγά-σιγά, να μαραίνεται στο σκονισμένο βάζο.



