Εκείνοι που είχαν προβλέψει ότι η υπόθεση των υποκλοπών με τις παράνομες παρακολουθήσεις πολιτικών προσώπων, επιχειρηματιών, δημοσιογράφων, δικαστικών και άλλων δε θα έκλεινε με την αρχειοθέτηση πριν από δύο χρόνια, όταν εκδόθηκε το πολυσυζητημένο πόρισμα του αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αχιλλέα Ζήση, εκ των πραγμάτων τώρα δικαιώνονται.
Μετά και τη δεύτερη αρχειοθέτηση από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κ.Τζαβέλλα, που μόλις πριν από δύο εβδομάδες αφυπηρέτησε, οι υποκλοπές συνεχίζουν να αποτελούν θέμα έντονης πολιτικής αντιπαράθεσης, θεσμικής τριβής και να απασχολούν τη Δικαιοσύνη, παρά τις δύο συνεχείς αρχειοθετήσεις.
Τι είναι όμως εκείνο που κάνει τις υποκλοπές, θέμα εκ της φύσεώς του βαρύ από θεσμικής και ουσιαστικής πλευράς, να παραμένει στο επίκεντρο της δικαστικής και πολιτικής επικαιρότητας, παρά τις αρχειοθετήσεις της Δικαιοσύνης;
Ενα καζάνι που βράζει οι υποκλοπές
Nομικοί που παρακολουθούν τις εξελίξεις γύρω από την υπόθεση εκτιμούν πως το γεγονός ότι δεν υπήρξαν σε πολιτικό αλλά και σε δικαστικό επίπεδο ικανοποιητικές ως σήμερα απαντήσεις για το τι πραγματικά και από ποιους έγινε, καθιστά τις υποκλοπές ένα καζάνι που βράζει, όπως εμφαντικά δήλωνε στο «Βήμα» νομική πηγή με γνώση των εξελίξεων. «Οσο δε δίδονται απαντήσεις πειστικές, όσο δεν εκτονώνεται η ένταση που παράγει μια τόσο σοβαρή υπόθεση», δήλωνε η ίδια πηγή, «δεν πρόκειται το θέμα να κλείσει. Το αντίθετο μάλιστα, τα ερωτηματικά πληθαίνουν, όπως και οι αποκαλύψεις».
Αλλά ας δούμε πού βρισκόμαστε σήμερα, τέσσερα σχεδόν χρόνια από τότε, το 2022, όταν έσκασε σαν βόμβα η καταγγελία για υποκλοπές. Μετά από αλλεπάλληλες δικαστικές διαδικασίες που πέρασαν αρχικά από την Εισαγγελία Πρωτοδικών για να αναβαθμιστούν στη συνέχεια λόγω της σοβαρότητας της υπόθεσης και να απασχολήσουν την Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, ως τις κοινοβουλευτικές διαδικασίες, που δεν απέδωσαν με ευθύνη της κυβερνητικής πλειοψηφίας, η υπόθεση έφθασε σε δύο δικαστικές αρχειοθετήσεις.
Οι αρχειοθετήσεις των υποκλοπών
Αρχειοθετήσεις που προέκυψαν σε ανώτατο εισαγγελικό επίπεδο, δηλαδή από την Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, από τον αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αχιλλέα Ζήση, τον Αύγουστο του 2024 (υπήρξε και ένα ακόμα αργότερα), ενώ πρόσφατα στο αρχείο τέθηκε και πάλι η υπόθεση με πόρισμα του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κ. Τζαβέλλα.
Οι αρχειοθετήσεις προκάλεσαν αντιδράσεις, όχι μόνον από τα κόμματα της αντιπολίτευσης, αλλά και από θύματα των υποκλοπών, ανάμεσα στα οποία πρωταγωνίστησαν από την αρχή στις δικαστικές διαδικασίες ο πρόεδρος του ΠαΣοΚ Νίκος Ανδρουλάκης, ο δημοσιογράφος Θανάσης Κουκάκης, ο πρώην υπουργός Χρήστος Σπίρτζης και λίγοι ακόμα.
Το αίτημα Σαμαρά
Μετά ταύτα, και ενώ έχει μεσολαβήσει μια βαριά καταδικαστική απόφαση για τέσσερις ιδιώτες με ποινές 126 χρόνων κάθειρξης, ιδιώτες που κρίθηκαν ένοχοι των υποκλοπών και καταδικάστηκαν (είχαν μείνει εκτός αρχειοθέτησης από τον αντεισαγγελέα του ΑΠ Αχ. Ζήση ως υπεύθυνοι των παράνομων παρακολουθήσεων), τρία αιτήματα εκκρεμούν ως σήμερα στον Αρειο Πάγο.
Το τελευταίο, που βάρυνε την ανάγκη περαιτέρω δικαστικής διερεύνησης των υποκλοπών, προήλθε από τον πρώην πρωθυπουργό Αντώνη Σαμαρά, που ζήτησε «την πλήρη διαλεύκανση της παγίδευσής του», αυξάνοντας την ευθύνη των εισαγγελικών αρχών για το σύνολο της υπόθεσης, ενώ αιτήματα πριν από εκείνο του Αντώνη Σαμαρά, που πρόσθεσε σημαντικά στις δικαστικές εκκρεμότητες, υπάρχουν κι άλλα.
Αίτημα για περαιτέρω διερεύνηση, παρά την πρόσφατη αρχειοθέτηση, έχουν υποβάλει ο Χρ. Σπίρτζης αλλά και ο δικηγόρος Ζαχαρίας Κεσσές, που υπερασπίζεται θύματα υποκλοπών, βασιζόμενος στο περιεχόμενο της καταδικαστικής απόφασης για τους τέσσερις, ανάμεσά τους και ο ισραηλινός υπήκοος Ταλ Ντίλιαν.
Ο Ταλ Ντίλιαν, που εμπορευόταν το λογισμικό (παράνομο κατά την ελληνική νομοθεσία) ονομαζόμενο Predator, μπορεί να μην πήγε στη δίκη ούτε να απολογήθηκε, ούτε στη Βουλή όπου εκλήθη εμφανίστηκε, ωστόσο μετά τη βαριά καμπάνα της καταδίκης του και εν όψει του εφετείου που δικάζεται τον Δεκέμβριο, έχει δημόσια δηλώσει ότι δεν είχε σχέση με τη χρήση του λογισμικού, το οποίο εμπορευόταν όχι σε ιδιώτες, όπως ισχυρίζεται, αλλά σε κρατικές υπηρεσίες.
Η κλήση του, όπως και του πρώην στενού συνεργάτη του πρωθυπουργού Γρηγόρη Δημητριάδη, στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας δεν απέδωσε καθώς η κυβερνητική πλειοψηφία έκρινε ότι δεν έχουν – και οι δύο – δημόσια ιδιότητα για να εξεταστούν.
Οι αντιδράσεις των κομμάτων της αντιπολίτευσης δε στάθηκαν ικανές για να αλλάξει η απόφαση και οι δύο να προσέλθουν να καταθέσουν.
Ειρήσθω εν παρόδω, ο Γρηγόρης Δημητριάδης έχει δύο φορές καταθέσει στο πλαίσιο ανάλογων κοινοβουλευτικών διαδικασιών και μία στον Αρειο Πάγο.
Αγωγές για αποζημιώσεις
Και πάμε τώρα σε κάτι εξίσου σημαντικό, πέραν των ποινικών εκκρεμοτήτων που αξιολογεί η Δικαιοσύνη, μια και η κοινοβουλευτική διαδικασία προς το παρόν δεν άνοιξε την πόρτα των ερευνών.
Θύματα των υποκλοπών, όχι πολιτικά πρόσωπα, αλλά ιδιώτες, εστράφησαν με αγωγές ζητώντας αποζημιώσεις για το παράνομο των παρακολουθήσεών τους, την παραβίαση των προσωπικών τους δεδομένων και λοιπά.
Η κίνησή τους να διευρύνουν τις δικαστικές διαδικασίες και με αστικές αξιώσεις, στρεφόμενοι κατά ιδιωτών (και των τεσσάρων καταδικασθέντων) που εμπλέκονται στο κουβάρι των υποκλοπών, αυξάνει, όπως εκτιμούν νομικές πηγές, την πίεση να ανοίξει και πάλι η έρευνα, καθώς πέραν των ποινικών κυρώσεων (να πάει κάποιος μέσα), ο κίνδυνος να βάλουν εμπλεκόμενοι το χέρι στην τσέπη διαγράφεται πλέον μεγάλος.
Με αυτά τα δεδομένα, και με ανοικτές κι άλλες πτυχές των ερευνών από τις οποίες προσδοκώνται νέα σημαντικά ευρήματα, το σχόλιο του δικηγόρου Ζαχαρία Κεσσέ ότι «η υπόθεση δεν κλείνει αν δεν εξεταστούν θύματα κι αν δεν εξεταστούν τα κινητά τους» σηματοδοτεί το εύρος των δικαστικών διαδικασιών που, όπως όλα δείχνουν, θα τραβήξουν χρόνο, ενώ ουδείς μπορεί να προδικάσει το τέλος της δικαστικής αυτής διαδρομής.





