Με αφορμή τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Αγκυρα, ο Ντιμίταρ Μπέτσεφ, ένας από τους πλέον διεισδυτικούς αναλυτές της σύγχρονης Τουρκίας, μιλά στο «Βήμα» για τη λεπτή ισορροπία που τηρεί η Αγκυρα εντός του ΝΑΤΟ, τις πραγματικές δυνατότητες της αμυντικής της βιομηχανίας και το μέλλον των ελληνοτουρκικών σχέσεων.
Ο δρ. Μπέτσεφ είναι διευθυντής του προγράμματος Dahrendorf στο Κέντρο Ευρωπαϊκών Σπουδών του Κολεγίου St Antony’s του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, ανώτερος συνεργάτης στο Carnegie Ευρώπης και συγγραφέας πολλών σημαντικών βιβλίων, όπως το «Η Τουρκία του Ερντογάν: Πώς μια χώρα απομακρύνθηκε από τη δημοκρατία και από τη Δύση».
Με αφορμή και την τελευταία Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Αγκυρα, πώς θα περιγράφατε τη σημερινή θέση της Τουρκίας μέσα στη Συμμαχία;
«Η Τουρκία διαδραματίζει έναν διττό ρόλο. Από τη μία πλευρά, αποτελεί μέρος της δυτικής συμμαχίας και του ΝΑΤΟ, ενώ από την άλλη συμπεριφέρεται συχνά ως αυτόνομος παράγοντας με τα δικά του συμφέροντα. Αυτό το βλέπουμε στις σχέσεις της με τη Ρωσία, αλλά και στον ρόλο της στη Μέση Ανατολή και την Ανατολική Μεσόγειο. Πιστεύω όμως ότι, συνολικά, η τάση είναι προς μεγαλύτερη συνοχή με το ΝΑΤΟ, με μια προφανή επιφύλαξη όσον αφορά τη σύνδεσή της με τη Δύση. Είναι ευτυχής που ανήκει στη “στρατηγική Δύση”, αλλά δεν θέλει τρίτοι, όπως η Ευρωπαϊκή Ενωση, να ελέγχουν τις εσωτερικές της υποθέσεις. Υπάρχει ένας σαφής διαχωρισμός μεταξύ του τι κάνει στο εσωτερικό και τι πράττει στην εξωτερική πολιτική, κάτι που δεν υπήρχε παλιότερα όταν ο βασικός της στόχος ήταν η ένταξη στην ΕΕ».
Πολλοί στη Δύση φαίνεται να θεωρούν την Τουρκία απαραίτητη. Είναι όντως έτσι;
«Νομίζω ότι η θέση της Τουρκίας υπερεκτιμάται κάπως αυτή την περίοδο, ακριβώς λόγω αυτής της διττής πολιτικής της. Η Τουρκία συνεισφέρει μεν στη Συμμαχία, αλλά σε περίπτωση, για παράδειγμα, πολέμου με τη Ρωσία δεν θα πολεμήσει, εκτός και αν δεχθεί άμεση επίθεση. Δεύτερον, η τουρκική αμυντική βιομηχανία, η οποία είναι πολύ “της μόδας”, είναι μεν σημαντική για την Ευρώπη, αλλά όχι τόσο απαραίτητη όσο εμφανίζεται. Οι χώρες της Ευρώπης έχουν προχωρήσει σε μεγάλες αμυντικές επενδύσεις, με τη Γερμανία να διαδραματίζει τον βασικό ρόλο, και η Ουκρανία έχει εξελίξει πάρα πολύ τα μη επανδρωμένα σκάφη της (drones), οπότε η Τουρκία δεν κατέχει το μονοπώλιο της τεχνολογίας. Πιστεύω ότι το επιχείρημα για την αναγκαιότητα της Τουρκίας είναι περισσότερο πολιτικό παρά στρατιωτικό: προτιμάμε να έχουμε την Αγκυρα στο πλευρό μας και όχι τη Ρωσία ή την Κίνα. Αυτό το βλέπουμε χαρακτηριστικά με τη στάση της Γαλλίας, η οποία, ενώ παλαιότερα ήταν πιο επικριτική προς την Τουρκία, σήμερα εκτιμάει ότι η Αγκυρα είναι στρατηγικά κρίσιμη».
Στην Κοινή Διακήρυξη της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Αγκυρα συμπεριλαμβάνεται ότι «θα συνεχιστούν οι προσπάθειες για την εξάλειψη των εμποδίων στο εμπόριο του αμυντικού εξοπλισμού». Τι σημαίνει αυτό για την τουρκική αμυντική βιομηχανία;
«Η Τουρκία αποζητεί τον περιορισμό των φραγμών στην αμυντική βιομηχανία διότι θέλει να πάρει μερίδιο από τον επανεξοπλισμό της Ευρώπης και να προσελκύσει κονδύλια για κοινοπραξίες προκειμένου και να μεταφερθεί τεχνολογία στο εσωτερικό της. Παρά την εικόνα που προωθεί, ο τουρκικός αμυντικός τομέας παραμένει εξαρτημένος από τη δυτική τεχνολογία. Για παράδειγμα, το πλανόδιο σκάφος αμφίβιων επιχειρήσεών τους, το TCG Anadolu, βασίζεται σε ισπανικό σχέδιο και τα drones Bayraktar εξαρτώνται από εισαγόμενα εξαρτήματα. Επίσης, ελπίζει ότι η μείωση των εμποδίων στην άμυνα θα ανοίξει τον δρόμο και για άλλα θέματα, όπως η τελωνειακή ένωση. Αυτό το σημείο της διακήρυξης αφορά κυρίως την Ευρώπη και όχι τα F-35, τα οποία είναι διμερές θέμα που περνάει από το Κογκρέσο. Δεν είμαι βέβαιος ότι θα εξελιχθούν τα πράγματα όπως επιθυμεί για μία σειρά από λόγους, όπως το ελληνικό βέτο, αλλά το γεγονός ότι κατάφερε να συμπεριλάβει αυτού του είδους τη διατύπωση στην ανακοίνωση αποτελεί νίκη για την Τουρκία».
Πώς αξιολογείτε την τρέχουσα φάση των ελληνοτουρκικών σχέσεων;
«Βρισκόμαστε σίγουρα σε μια περίοδο χαλάρωσης των εντάσεων. Φαίνεται ότι ο έλληνας πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης ακολουθεί μια ρεαλιστική προσέγγιση και ο τούρκος πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν επιδιώκει την αποκλιμάκωση, εν μέρει λόγω των προβλημάτων στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή. Ομως, δεν έχει επιλυθεί τίποτα ουσιαστικό και δεν υπάρχει η προθυμία για επίλυση των υποκείμενων ζητημάτων που υπήρχε πριν από 20 χρόνια, όταν η Τουρκία συζητούσε τους όρους για να ενταχθεί στην ΕΕ. Το καλύτερο που μπορούμε να ελπίζουμε τώρα είναι να διατηρήσουμε την ηρεμία και να αποφύγουμε την αντιπαράθεση στο μέτρο του δυνατού. Φυσικά, πάντα υπάρχει ο κίνδυνος τα πράγματα να ξεφύγουν από τον έλεγχο, εν μέρει και επειδή η τουρκική κυβέρνηση εξαρτάται από την κοινοβουλευτική στήριξη του Κόμματος Εθνικιστικής Δράσης. Θέματα όπως η “Γαλάζια Πατρίδα” ή η ΑΟΖ μπορεί να επανέλθουν με δύναμη, ίσως γύρω από τις προεδρικές εκλογές για να παιχτεί το εθνικιστικό χαρτί».
Κλείνοντας, ποια είναι τα μεγαλύτερα πλεονεκτήματα και ποιες οι μεγαλύτερες αδυναμίες της Τουρκίας σήμερα;
«Στα πλεονεκτήματα συγκαταλέγονται η γεωγραφία, το μέγεθος, η στρατιωτική ικανότητα και η εμπειρία σε περιφερειακές επεμβάσεις. Ας μην ξεχνάμε ότι η Τουρκία είναι το μόνο μέλος του ΝΑΤΟ που έχει αντιμετωπίσει στρατιωτικά τη Ρωσία έμμεσα, όπως στη Συρία το 2020 και στην Τρίπολη της Λιβύης με την ομάδα Βάγκνερ. Ωστόσο, οι αδυναμίες της είναι σοβαρές: η οικονομία, η αποδυνάμωση της νομιμότητας του καθεστώτος Ερντογάν, η έλλειψη μακροπρόθεσμου σχεδίου, καθώς και η διαδοχή. Επίσης, ζήτημα αποτελεί η καθυστέρηση της ειρηνευτικής διαδικασίας με τους Κούρδους – ή ό,τι έχει απομείνει από αυτή. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι μέχρι το 2023 ο Ερντογάν μπορούσε να κερδίσει νόμιμα τις εκλογές, ενώ πλέον καταφεύγει σε συστηματική και βαριά καταστολή της αντιπολίτευσης για να διαμορφώσει το πολιτικό πεδίο μάχης. Η Τουρκία παραμένει η ίδια χώρα με τα ίδια χρόνια προβλήματα στην κοινωνία και την πολιτική της. Αν δεν τα λύσει, δεν θα είναι ποτέ πλήρως αξιόπιστη στις διεθνείς υποθέσεις».



