Google Button Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Την περασμένη εβδομάδα η Αγκυρα έγινε, κατά τρόπο γεωγραφικά παράδοξο, το επίκεντρο της Δύσης. Επί 48 ώρες, όσο δηλαδή κράτησε η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ, τα φώτα ήταν στραμμένα στην τουρκική πρωτεύουσα, όπου συγκεντρώθηκαν οι 31 ηγέτες των κρατών-μελών της Συμμαχίας και οι επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Ο 32ος ήταν ο οικοδεσπότης Ταγίπ Ερντογάν. Ο πρόεδρος της Τουρκίας φρόντισε ώστε όλα να υλοποιηθούν στην εντέλεια. Από την άριστη φιλοξενία των δημοσιογράφων και των κυβερνητικών αποστολών έως και το διπλωματικό γεγονός της δεκαετίας: την επίσκεψη στη χώρα του Ντόναλντ Τραμπ.

Ηταν η πρώτη φορά από την εποχή του Μπαράκ Ομπάμα που αμερικανός πρόεδρος ταξίδευε επισήμως στη χώρα. Μια ματιά στο πρόσωπο του συνήθως σκυθρωπού «σουλτάνου», όταν στο τέλος της ιδιότυπης συνέντευξης Τύπου που πραγματοποιήθηκε στο Λευκό Παλάτι ο «πλανητάρχης» είπε ότι ήρθε η ώρα να αρθούν οι κυρώσεις CAATSA κατά της Τουρκίας, αρκούσε για να αποτυπώσει την έκδηλη ικανοποίηση του Ερντογάν. Είχε προηγηθεί μια – σιβυλλική – αποστροφή του Τραμπ ως προς το ενδεχόμενο επιστροφής της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35: «Θα το σκεφτώ».

Μπορεί στο τέλος της ημέρας ο Ερντογάν να μην πήρε τίποτα χειροπιαστό, όπως άλλωστε συνέβη μετά την περυσινή συνάντηση στον Λευκό Οίκο, όμως η χημεία μεταξύ των δύο ανδρών είναι έκδηλη. Ολοφάνερη είναι και η πολιτική διάθεση της αμερικανικής ηγεσίας να καταστήσει ξανά την Τουρκία υπ’ αριθμόν ένα σύμμαχο στο σταυροδρόμι μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με τη στρατηγική της Αγκυρας να κυριαρχήσει στη διαδικασία χάραξης του νέου ευρωπαϊκού συστήματος ασφαλείας, προβληματίζει ιδιαιτέρως την Αθήνα, η οποία βλέπει τους εταίρους της να έρχονται όλο και πιο κοντά με τον βασικό ανταγωνιστή της στην Ανατολική Μεσόγειο.

Ηδη από την προσγείωση του προεδρικού αεροσκάφους των Ηνωμένων Πολιτειών στην Αγκυρα, στο επιτελείο του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη έγινε αντιληπτό ότι η παρουσία του Τραμπ στην τουρκική πρωτεύουσα θα λάβει χειμαρρώδεις επικοινωνιακές διαστάσεις. Οπως και συνέβη. Η μεγαλεπήβολη τελετή υποδοχής, η κοινή δημόσια παρουσία με τον Ερντογάν και όσα ειπώθηκαν διά στόματος Τραμπ περί της Τουρκίας, η οποία ως «η πιο πιστή σύμμαχος των ΗΠΑ» θα πρέπει να ανταμειφθεί, πλημμύρισαν τη δημόσια σφαίρα όχι μόνο της γείτονος, αλλά και διεθνώς.

Οι συνεργάτες του κ. Μητσοτάκη προβληματίστηκαν ως προς τον τρόπο αντιμετώπισης της κατάστασης. Τελικά επιλέχθηκε η οδός της ήπιας αντίδρασης, διά της οποίας αφενός αναδείχθηκαν τα «πραγματολογικά» – όπως τα χαρακτήρισε ο Πρωθυπουργός – στοιχεία για τα F-35, με πρώτιστο ότι η Ελλάδα παραλαμβάνει το πρώτο μαχητικό εντός του 2029 ενώ η Τουρκία προσβλέπει να επανέλθει στο πρόγραμμα. Αφετέρου υπενθυμίστηκε το casus belli ως «ιστορική ανορθογραφία»: μια ευθεία πολεμική απειλή η οποία υπονομεύει την πολυπόθητη ενότητα της Συμμαχίας.

Ομως, οι ανησυχίες της Αθήνας δεν περιορίζονται σε όσα επικοινωνιακά και μη συνέβησαν εντός και εκτός της νατοϊκής Συνόδου Κορυφής. Στα υψηλά κλιμάκια της ελληνικής διπλωματίας έχει εμπεδωθεί ότι εξαιτίας των εξελίξεων στη Μέση Ανατολή, αλλά και καθώς μαίνεται ο πόλεμος στην Ουκρανία, οι Ηνωμένες Πολιτείες κόπτονται να επαναφέρουν την Τουρκία στο δυτικό άρμα. Αγνοώντας, προφανώς, την αυτόνομη πορεία που ακολουθεί την τελευταία δεκαετία η Αγκυρα, αλλά και τις αναβαθμισμένες ρωσοτουρκικές σχέσεις.

Δεδομένοι σύμμαχοι και κακά παιδιά

Η Ουάσιγκτον πιστώνει στον Ερντογάν την ανατροπή του καθεστώτος Ασαντ και την επιβολή μιας – έστω επισφαλούς – ειρήνευσης στη Συρία με επικεφαλής της μεταβατικής εξουσίας τον πρώην τζιχανιστή Αλ Σάρα. Βλέπει, επίσης, στο πρόσωπο του τούρκου προέδρου έναν ικανό μεσολαβητή στο ρωσο-ουκρανικό μέτωπο, ενώ εκτιμάται ότι οι τουρκικές Ενοπλες Δυνάμεις θα μπορούσαν να διαδραματίσουν εγγυητικό ρόλο στην επόμενη μέρα του πολέμου.

Παραλλήλως, και ενώ ο Τραμπ βρίσκεται ακόμα αντιμέτωπος με τα αδιέξοδα στο μέτωπο της Μέσης Ανατολής, η αμερικανική διοίκηση υπολογίζει ότι η Τουρκία, η οποία συνορεύει με το Ιράν, δύναται να λειτουργήσει ως παράγων σταθεροποίησης της περιοχής, αλλά και ως δεύτερη γραμμή άμυνας υπέρ των δυτικών συμφερόντων. Γενικότερα, το στρατηγικό βεληνεκές της Αγκυρας φθάνει από τη Μαύρη Θάλασσα έως τον Καύκασο και από την Ανατολική Μεσόγειο έως τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική.

Στην αμερικανοτουρκική επαναπροσέγγιση έχει συμβάλει τα μέγιστα ο πρεσβευτής στην Αγκυρα Τομ Μπάρακ, «ψιθυριστής» του Τραμπ για όσα συμβαίνουν εντός και πέριξ της Τουρκίας. Δεν είναι λίγοι, μάλιστα, αυτοί που διαπιστώνουν ανισορροπία ως προς το έργο και την επιρροή του κ. Μπάρακ σε σχέση με την παρουσία της αμερικανίδας πρεσβευτού στην Αθήνα Κίμπερλι Γκίλφοϊλ, επιρρίπτοντας γενικότερα ευθύνες στην επιλογή του κ. Μητσοτάκη να στηρίξει κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου στις Ηνωμένες Πολιτείες αποκλειστικά τους Δημοκρατικούς.

Στη βάση αυτού του σκεπτικού, και παρά το γεγονός ότι σχεδόν εν συνόλω η ελληνική πολιτική τάξη αντιδρούσε έναντι του Τραμπ πριν από την επανεκλογή του, το Μέγαρο Μαξίμου κατηγορείται σήμερα για έλλειψη απευθείας διαύλων επικοινωνίας με τον Λευκό Οίκο. «Παρά το γεγονός ότι είμαστε ο “δεδομένος σύμμαχος”, δεν έχουμε τα οφέλη του “κακού παιδιού”» υποστηρίζει παλαιό κυβερνητικό στέλεχος της Νέας Δημοκρατίας, αποτυπώνοντας έναν ευρύτερο προβληματισμό που επικρατεί, ειδικότερα στα δεξιά του κόμματος. Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, ακόμα και οι ενεργειακές συμφωνίες (Exxon, Chevron, Κάθετος Διάδρομος), διά των οποίων, σύμφωνα με την κυβέρνηση, θωρακίζονται οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις, χαρακτηρίζονται ως «θεωρητικές», χωρίς πρακτικό αντίκρισμα επί του πεδίου.

Συμπερασματικά, χωρίς να είναι εύκολο να αγνοηθεί η στρατηγική θέση της Τουρκίας, αυτό που ανησυχεί κύκλους των Αθηνών είναι ότι η γειτονική χώρα μεγεθύνεται ραγδαία σε όλους τους τομείς (π.χ. ακόμα και το Δημογραφικό), σε βαθμό τέτοιο που στο εγγύς μέλλον το ισοζύγιο δυνάμεων είναι βέβαιο ότι θα γείρει επικίνδυνα προς ανατολάς. Παρά την ενίσχυση των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων από το 2019 έως και σήμερα, αλλά και τη διεύρυνση του διπλωματικού αποτυπώματος της χώρας στον αραβικό κόσμο, οι ίδιοι κύκλοι αποδίδουν στο Μέγαρο Μαξίμου εφησυχασμό και έλλειμμα μακροπρόθεσμης στρατηγικής, στοιχείο πάντως που χαρακτηρίζει – με ελάχιστες εξαιρέσεις – παλαιόθεν την ελληνική πολιτική τάξη.

Το έτερο σκέλος του προβληματισμού σχετίζεται με τη μεγέθυνση της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας, αποτέλεσμα της οποίας είναι η σειρά των διμερών συμφωνιών της Αγκυρας με όλες τις μεγάλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Μάλιστα, στο περιθώριο της Συνόδου, η Τουρκία υπέγραψε σύμφωνο διευρυμένης αμυντικής συνεργασίας με τη Μεγάλη Βρετανία, ενώ ακόμα και η παραδοσιακά καχύποπτη Γαλλία προχωρά όλο και ταχύτερα τη στρατιωτική συνεργασία της με την Αγκυρα, πλέον και στον τομέα της αεράμυνας. Υπενθυμίζεται ότι η τουρκική αεροπορία αναμένει και τα Eurofighter, υπό την αίρεση της αγοράς των πυραύλων Meteor.

Η Αθήνα δεν έχει δυνατότητα παρέμβασης σε αγοραπωλησίες μεταξύ τρίτων. Οπως, όμως, υπενθυμίζουν διπλωματικές πηγές, δύναται να τεθούν όροι για τη μη χρήση εξοπλισμών σε βάρος συμμαχικών κρατών. Οι ίδιες πηγές, πάντως, επαναλαμβάνουν ότι όσο η παρούσα κυβέρνηση είναι στην εξουσία, η Αγκυρα, αν δεν άρει το casus belli, δεν θα αποκτήσει πρόσβαση στα ευρωπαϊκά προγράμματα (SAFE), χωρίς όμως αυτό να συνεπάγεται αποκλεισμό των τουρκικών εταιρειών από κοινοπραξίες με αντίστοιχες ευρωπαϊκές.

Είναι γεγονός ότι η Αθήνα έχει καταναλώσει αρκετά μεγάλο διπλωματικό κεφάλαιο για τον θεσμικό αποκλεισμό της Τουρκίας από τα κεφάλαια της ΕΕ. Οπως έχει καταγραφεί παλαιότερα στο «Βήμα», οι πιέσεις που έχει δεχτεί η κυβέρνηση από τους ισχυρούς της Ευρώπης (π.χ. Βερολίνο) ήταν κατά περίπτωση ασφυκτικές, καθώς δεν είναι πολλοί στην Ενωση αυτοί που εν μέσω της παγκόσμιας γεωπολιτικής καταιγίδας κατανοούν τέτοιους προβληματισμούς. Τα πράγματα για τη χώρα θα ήταν βεβαίως ευκολότερα αν είχε σπεύσει νωρίτερα να αναπτύξει τη δική της αμυντική βιομηχανία. Με βάση αυτά τα δεδομένα, από εδώ και στο εξής στη χάραξη της ελληνικής στρατηγικής σκέψης η Τουρκία θα πρέπει να συμπεριλαμβάνεται ως αναπόσπαστο τμήμα της ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής ασφαλείας.