Αν κάτι αποτυπώνει με τον πιο ωμό τρόπο την ελληνική διοικητική παθογένεια, είναι η υπόθεση των φετινών κατατακτηρίων εξετάσεων. Ένας νόμος που διαφημίστηκε ως διεύρυνση ευκαιριών μετατράπηκε, μέσα σε λίγους μήνες, σε μηχανισμό αποκλεισμού. Και μάλιστα με την υπογραφή της ίδιας της Πολιτείας.

Ο ν. 5224/2025 υποσχέθηκε αύξηση των θέσεων έως και 30% στα περιφερειακά ΑΕΙ. Στην πράξη, όμως, η αύξηση αυτή αποδείχθηκε αριθμητικό πυροτέχνημα. Χωρίς την αναγκαία εφαρμοστική Υπουργική Απόφαση, το σύστημα αφέθηκε να λειτουργεί με παρωχημένους κανόνες άλλης εποχής και άλλης λογικής. Το αποτέλεσμα; Δεκάδες, ίσως εκατοντάδες κενές θέσεις και υποψήφιοι που μένουν εκτός όχι επειδή υστέρησαν συνολικά, αλλά επειδή «κόπηκαν» σε ένα επιμέρους μάθημα, ακόμη κι αν συγκέντρωσαν υψηλότερη συνολική βαθμολογία από άλλους επιτυχόντες.

Η εικόνα είναι εξοργιστική: υποψήφιος με 49/60 να απορρίπτεται και άλλος με 30/60 να εισάγεται. Όχι λόγω αξιοκρατίας, αλλά λόγω μιας τυφλής και αποσπασματικής ερμηνείας μεταβατικών διατάξεων. Αυτό δεν είναι αυστηρότητα· είναι στρέβλωση της λογικής της αξιολόγησης.

Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι διαφορετικά πανεπιστήμια εφαρμόζουν διαφορετικά κριτήρια. Δηλαδή, η επιτυχία ή η αποτυχία εξαρτάται από την πόλη στην οποία έδωσε εξετάσεις ο υποψήφιος. Αν αυτό δεν συνιστά κατάφωρη παραβίαση της αρχής της ισότητας, τότε τι ακριβώς συνιστά; Πώς είναι δυνατόν ο ίδιος νόμος να παράγει διαφορετικά αποτελέσματα ανά ίδρυμα; Πού βρίσκεται η εποπτεία της Πολιτείας;

Η μεγαλύτερη αντίφαση, ωστόσο, είναι η εξής: το Υπουργείο αύξησε τα ποσοστά για να καλυφθούν περισσότερες θέσεις και τελικά αφήνει τις θέσεις κενές. Δημιουργεί προσδοκίες σε ανθρώπους που επένδυσαν χρόνο, κόπο και χρήμα, για να τους αφήσει με την αίσθηση ότι έπεσαν θύματα μιας διοικητικής αστοχίας. Η ευθύνη δεν βαραίνει τους υποψηφίους· βαραίνει αποκλειστικά την κεντρική διοίκηση που δεν φρόντισε να διασφαλίσει ενιαίο και σαφές πλαίσιο εφαρμογής.

Και το ερώτημα γίνεται αναπόφευκτο: γνώριζε η πολιτική ηγεσία τις συνέπειες της μη έκδοσης Υπουργικής Απόφασης; Αν ναι, τότε πρόκειται για συνειδητή αδιαφορία. Αν όχι, πρόκειται για διοικητική ανεπάρκεια. Και στις δύο περιπτώσεις, το τίμημα το πληρώνουν οι υποψήφιοι.

Η αδικία εδώ δεν είναι θεωρητική. Είναι μετρήσιμη: κενές θέσεις, άνιση μεταχείριση, άνιση εφαρμογή κανόνων, άνιση μεταχείριση μεταξύ ετών. Όταν η Πολιτεία επιτρέπει να αποκλείεται ένας άριστος υποψήφιος για μία μονάδα σε ένα μάθημα, ενώ εισάγεται κάποιος με σαφώς χαμηλότερη συνολική επίδοση, τότε δεν υπηρετεί την αξιοκρατία, αλλά την υπονομεύει.

Η αποκατάσταση δεν είναι θέμα καλής θέλησης. Είναι ζήτημα θεσμικής ευθύνης. Αν δεν υπάρξει άμεση παρέμβαση, η υπόθεση αυτή θα καταλήξει αναπόφευκτα στα διοικητικά δικαστήρια. Και τότε η Πολιτεία θα κληθεί να υπερασπιστεί όχι έναν νόμο, αλλά την ίδια της την ασυνέπεια.

Σε μια δημοκρατία που επικαλείται την ισότητα ευκαιριών, τέτοιες αστοχίες δεν είναι απλώς τεχνικά λάθη. Είναι πολιτικά εκτεθειμένες επιλογές. Και η σιωπή απέναντι σε μια τόσο εμφανή αδικία δεν συνιστά ουδετερότητα, αλλά συνενοχή.