Η «σύλληψη» του προέδρου της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο, από τις Ηνωμένες Πολιτείες στερεί από τον Βλαντίμιρ Πούτιν έναν σύμμαχο και θα μπορούσε να ενισχύσει την «πετρελαϊκή επιρροή» των ΗΠΑ, αλλά η Μόσχα βλέπει ταυτόχρονα πιθανές ευκαιρίες από την τακτική του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ να χωρίζει τον κόσμο σε σφαίρες επιρροής.
Οι ειδικές δυνάμεις των ΗΠΑ συνέλαβαν τον Μαδούρο μόλις οκτώ μήνες μετά τη συμφωνία στρατηγικής συνεργασίας μεταξύ του Ρώσου προέδρου και του «αγαπημένου του φίλου», και ο Τραμπ δήλωσε ότι οι ΗΠΑ ανέλαβαν προσωρινό έλεγχο της Βενεζουέλας, η οποία διαθέτει τα μεγαλύτερα αποθέματα πετρελαίου στον κόσμο.
Ορισμένοι Ρώσοι εθνικιστές είναι ιδιαίτερα επικριτικοί για το θέμα και συγκρίνουν την ταχύτητα της αμερικανικής επιχείρησης με την αδυναμία της Ρωσίας να αποκτήσει έλεγχο στην Ουκρανία σχεδόν τέσσερα χρόνια μετά την έναρξη του πολέμου.
Σε ένα δεύτερο επίπεδο, αυτό που η Ρωσία χαρακτηρίζει ως «πειρατεία» και «αλλαγή καθεστώτος» των ΗΠΑ στην «πίσω αυλή» τους γίνεται πιο ανεκτό για τη Μόσχα, ειδικά αν η Ουάσινγκτον εμπλακεί βαθιά στη Βενεζουέλα.
«Η Ρωσία έχασε έναν σύμμαχο στη Λατινική Αμερική», δήλωσε στο Reuters ανώτερη ρωσική πηγή, υπό τον όρο ανωνυμίας λόγω της ευαισθησίας της κατάστασης. «Αλλά αν αυτό αποτελεί παράδειγμα του Δόγματος Μονρόε του Τραμπ σε δράση, όπως φαίνεται, τότε η Ρωσία έχει επίσης τη δική της σφαίρα επιρροής».
Η πηγή αναφερόταν στην επιθυμία της κυβέρνησης Τραμπ να επαναβεβαιώσει την κυριαρχία των ΗΠΑ στο Δυτικό Ημισφαίριο και να αναβιώσει τη 19ου αιώνα Δόγμα Μονρόε, που όριζε την περιοχή ως ζώνη επιρροής της Ουάσινγκτον.
Μια δεύτερη ρωσική πηγή σχολίασε ότι η επιχείρηση των ΗΠΑ αποτελεί ξεκάθαρη προσπάθεια για τον έλεγχο του πλούτου της Βενεζουέλας σε πετρέλαιο και παρατήρησε ότι οι περισσότερες δυτικές δυνάμεις δεν την έχουν επικρίνει δημόσια.
Οι κίνδυνοι της «Άγριας Δύσης» του Τραμπ
Ο Πούτιν προσπαθεί να διαμορφώσει ρωσική σφαίρα επιρροής σε πρώην σοβιετικές δημοκρατίες της Κεντρικής Ασίας, του Καυκάσου και της Ουκρανίας, προσπάθεια που η Ουάσινγκτον αντιπαλεύει από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου.
Ο Πούτιν δεν έχει σχολιάσει δημόσια την αμερικανική επιχείρηση στη Βενεζουέλα, αν και το ρωσικό υπουργείο Εξωτερικών ζήτησε από τον Τραμπ να αφήσει ελεύθερο τον Μαδούρο και κάλεσε σε διάλογο, χαρακτηρίζοντας προηγουμένως τις ενέργειες Τραμπ ως σύγχρονη πειρατεία στην Καραϊβική.
Τα ρωσικά κρατικά μέσα ενημέρωσης περιέγραψαν την επιχείρηση ως «απαγωγή», και υπενθύμισαν την σύλληψη του στρατιωτικού ηγέτη Μανουέλ Νοριέγκα στον Παναμά το 3 Ιανουαρίου 1990 από τις ΗΠΑ.
«Το ότι ο Τραμπ απλά «έκλεψε» τον πρόεδρο μιας άλλης χώρας δείχνει ότι βασικά δεν υπάρχει διεθνές δίκαιο – υπάρχει μόνο το δίκαιο της ισχύος – αλλά η Ρωσία το γνωρίζει εδώ και πολύ καιρό», δήλωσε ο Σεργκέι Μάρκοφ, πρώην σύμβουλος του Κρεμλίνου, στο Reuters.
Επισήμανε ότι το σύγχρονο Δόγμα Μονρόε – που ο Τραμπ πρότεινε να ονομαστεί «Δόγμα Ντόνροε» – μπορεί να ερμηνευτεί με πολλούς τρόπους: «Είναι οι ΗΠΑ πραγματικά έτοιμες να αναγνωρίσουν την κυριαρχία της Ρωσίας επί των πρώην σοβιετικών χωρών ή είναι τόσο ισχυρές που δεν θα ανεχθούν καμία μεγάλη δύναμη κοντά τους;»
Ο Αλεξέι Πούσκωφ, πρόεδρος της Επιτροπής Πολιτικής Πληροφόρησης της Ρωσικής Ομοσπονδιακής Συνέλευσης, είδε την επιχείρηση στη Βενεζουέλα ως άμεση εφαρμογή της Εθνικής Στρατηγικής Ασφαλείας των ΗΠΑ, ερμηνεύοντάς την ως προσπάθεια αναβίωσης της αμερικανικής υπεροχής και απόκτησης ελέγχου σε περισσότερα αποθέματα πετρελαίου.
Όμως προειδοποίησε ότι υπάρχει ο κίνδυνος να επιστρέψει «ο άγριος ιμπεριαλισμός του 19ου αιώνα και, ουσιαστικά, η έννοια της Άγριας Δύσης – της Άγριας Δύσης με την έννοια ότι οι ΗΠΑ έχουν ξανακερδίσει το δικαίωμα να κάνουν ό,τι θέλουν στο Δυτικό Ημισφαίριο». «Θα μετατραπεί η νίκη σε καταστροφή;», αναρωτήθηκε.
Ρώσοι εθνικιστές συγκρίνουν Βενεζουέλα και Ουκρανία
Για τον Πούτιν και τον Κινέζο πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ, το γεγονός ότι ένας Αμερικανός πρόεδρος επικεντρώνεται – και ενδεχομένως εμπλέκεται βαθιά – στο Δυτικό Ημισφαίριο θεωρείται περισσότερο από αποδεκτό, δεδομένης της ρωσικής εστίασης στην Ουκρανία και της κινεζικής στην Ταϊβάν.
Ωστόσο, κάποιοι Ρώσοι εθνικιστές έχουν επικρίνει την απώλεια του συμμάχου τόσο σύντομα μετά την πτώση του Μπασάρ αλ-Άσαντ στη Συρία και έχουν συγκρίνει την ταχύτητα της αμερικανικής επιχείρησης με τον πολύ πιο αργό ρυθμό της ρωσικής επέκτασης στην Ουκρανία.
Η μεγαλύτερη ρωσική πετρελαϊκή εταιρεία, Rosneft, σταμάτησε τις δραστηριότητές της στη Βενεζουέλα το 2020 και πούλησε τα σχετικά περιουσιακά της στοιχεία σε εταιρεία που ανήκει στην κυβέρνηση της Ρωσίας.
Ο φυλακισμένος Ρώσος εθνικιστής Ίγκορ Γκίρκιν δήλωσε ότι οι ΗΠΑ έδειξαν στη Βενεζουέλα πώς πρέπει να ενεργεί μια μεγάλη δύναμη όταν αντιμετωπίζει πιθανή απειλή, παρουσιάζοντας την επιχείρηση ως μέρος προσπάθειας περιορισμού των ροών πετρελαίου προς την Κίνα.
«Δεχθήκαμε ένα ακόμη πλήγμα στην εικόνα μας – μια ακόμη χώρα που βασιζόταν στη βοήθεια της Ρωσίας δεν τη έλαβε», είπε ο Γκίρκιν. «Εμπλεκόμενοι ως τα αυτιά στο αιματοβαμμένο τέλμα της Ουκρανίας, είμαστε πρακτικά ανίκανοι για οτιδήποτε άλλο, ιδίως καθώς δεν μπορούμε να βοηθήσουμε τη Βενεζουέλα σε μια άλλη ήπειρο που βρίσκεται δίπλα στις ΗΠΑ».






