Ο βομβαρδισμός του Καράκας από τις ΗΠΑ και οι πληροφορίες για την σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο και της μεταφοράς του εκτός Βενεζουέλας –υπό συνθήκες που παραμένουν ασαφείς– σηματοδοτεί μια ιστορική καμπή για τη χώρα και ολόκληρη την περιοχή της Λατινικής Αμερικής. Έπειτα από περισσότερα από έντεκα χρόνια στην εξουσία, ο άνθρωπος που ταύτισε το όνομά του με την αντίσταση απέναντι στις ΗΠΑ αλλά και την πολιτική, οικονομική και κοινωνική κρίση της Βενεζουέλας παύει να αποτελεί τον κεντρικό πόλο εξουσίας. Το ερώτημα, ωστόσο, που αναδύεται με μεγαλύτερη ένταση δεν είναι τι τελειώνει, αλλά τι αρχίζει.
Η Βενεζουέλα εισέρχεται σε μια περίοδο μεγάλης αβεβαιότητας, όπου τίποτα δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένο: ούτε η ομαλή μετάβαση, ούτε η πολιτική σταθερότητα, ούτε καν η εδαφική και κοινωνική συνοχή της χώρας. Οι εξελίξεις αυτές δεν αφορούν μόνο το εσωτερικό της, αλλά αγγίζουν τις ισορροπίες ισχύος στη Λατινική Αμερική, τις σχέσεις ΗΠΑ–Λατινικής Αμερικής και, τελικά, τη διεθνή ενεργειακή και γεωπολιτική σκηνή.
Τι σημαίνει η απομάκρυνση του Μαδούρο έπειτα από 11 χρόνια εξουσίας;
Ο Νικολάς Μαδούρο ανέλαβε την εξουσία το 2013, διαδεχόμενος τον Ούγο Τσάβες, τον ιδρυτή του τσαβισμού και αρχιτέκτονα της «Μπολιβαριανής Επανάστασης». Από την πρώτη στιγμή, η εξουσία του Μαδούρο βρέθηκε υπό αμφισβήτηση, τόσο στο εσωτερικό όσο και διεθνώς. Οι κατηγορίες για αυταρχισμό, νοθεία εκλογών, καταστολή της αντιπολίτευσης και συστηματικές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων συνυπήρξαν με τη βαθιά οικονομική κατάρρευση της χώρας εξ’ αιτίας, κυρίως, του εμπάργκο από τις ΗΠΑ και άλλες χώρες της Δύσης.
Η απομάκρυνσή του δεν αποτελεί απλώς αλλαγή προσώπου στην προεδρία. Σηματοδοτεί την πιθανή κατάρρευση ενός ολόκληρου συστήματος εξουσίας, το οποίο βασίστηκε στη συμμαχία πολιτικής ηγεσίας, στρατού, κρατικών υπηρεσιών και παραστρατιωτικών δομών. Η αποδυνάμωση ή η διάλυση αυτού του πλέγματος δημιουργεί ένα κενό εξουσίας, το οποίο δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι μπορεί να καλυφθεί γρήγορα ή ειρηνικά.
Ποιος μπορεί να κυβερνήσει τη Βενεζουέλα μετά τον Μαδούρο;
Οι υποστηρικτές της αμερικανικής επέμβασης υποστηρίζουν ότι η απομάκρυνση του Μαδούρο ανοίγει τον δρόμο για την ανάληψη της εξουσίας από τη δημοκρατική αντιπολίτευση. Στο επίκεντρο αυτής της συζήτησης βρίσκονται δύο πρόσωπα: η Μαρία Κορίνα Ματσάδο, εμβληματική μορφή της αντιπολίτευσης και βραβευμένη με Νόμπελ Ειρήνης, και ο Εντμούντο Γκονζάλες, υποψήφιος της αντιπολίτευσης στις εκλογές του 2024.
Η αντιπολίτευση δηλώνει εδώ και μήνες ότι είναι έτοιμη να αναλάβει την εξουσία και ότι προετοιμάζεται μυστικά για τη μετάβαση. Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη. Η πολιτική αντιπολίτευση στη Βενεζουέλα παραμένει κατακερματισμένη, με εσωτερικές διαφωνίες, διαφορετικές στρατηγικές και περιορισμένη οργανωτική παρουσία σε πολλές περιοχές της χώρας.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο ποιος θα αναλάβει τυπικά την προεδρία, αλλά αν θα μπορέσει να κυβερνήσει πραγματικά, να επιβληθεί στον κρατικό μηχανισμό και να αποκαταστήσει τη στοιχειώδη λειτουργία του κράτους.
Πόσο καθοριστικός είναι ο ρόλος του στρατού και των πολιτοφυλακών;
Ο στρατός υπήρξε διαχρονικά ο βασικός πυλώνας στήριξης του καθεστώτος Μαδούρο. Ανώτατοι αξιωματικοί κατέλαβαν κομβικές θέσεις στην κρατική διοίκηση και στις κρατικές υπηρεσίες και επιχειρήσεις, ιδίως στον πετρελαϊκό τομέα. Παράλληλα, πολιτοφυλακές λειτουργούν ως μηχανισμοί ελέγχου και καταστολής.
Ακόμη και πολλοί επικριτές του Μαδούρο φοβούνταν ότι μια άμεση αμερικανική επέμβαση θα μπορούσε να οδηγήσει σε περαιτέρω αποσταθεροποίηση, ακριβώς επειδή δεν ήταν καθόλου σαφές αν ο στρατός θα αποδεχόταν μια αλλαγή εξουσίας. Η στάση των ενόπλων δυνάμεων θα κρίνει σε μεγάλο βαθμό αν η χώρα θα κινηθεί προς μια ελεγχόμενη μετάβαση ή προς ένα σενάριο βίαιης σύγκρουσης και εμφύλιας αστάθειας.

Γιατί οι ΗΠΑ θεωρούν τη σύλληψη του Μαδούρο στρατηγική νίκη;
Σύμφωνα με αναλύσεις του BBC και άλλων διεθνών μέσων, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν έχουν προχωρήσει σε τόσο άμεση και ανοιχτή επέμβαση στη Λατινική Αμερική από το 1989, όταν εισέβαλαν στον Παναμά για να ανατρέψουν τον Μανουέλ Νοριέγκα. Εάν επιβεβαιωθεί ότι ο Μαδούρο απομακρύνθηκε με τη βία, αυτό συνιστά μια σαφή νίκη για τα “γεράκια” της αμερικανικής κυβέρνησης, τα οποία εδώ και χρόνια υποστηρίζουν ανοιχτά την αλλαγή καθεστώτος στη Βενεζουέλα.
Η κυβέρνηση Τραμπ έχει χαρακτηρίσει τον Μαδούρο «ναρκοτρομοκράτη», κατηγορώντας τον ότι ηγείται μιας εγκληματικής οργάνωσης διακίνησης ναρκωτικών. Παράλληλα, δεν αναγνωρίζει τη νομιμότητά του ως προέδρου, θεωρώντας τις εκλογές του 2024 μη ελεύθερες και μη δίκαιες.
Πώς από τον «πόλεμο κατά των ναρκωτικών» φτάσαμε στην αλλαγή καθεστώτος;
Η αφετηρία των εξελίξεων φαίνεται να ήταν οι επιχειρήσεις κατά της διακίνησης ναρκωτικών. Αεροπορικά και ναυτικά πλήγματα εναντίον ταχύπλοων σκαφών που φέρονται να μετέφεραν ναρκωτικά μέσω των χωρικών υδάτων της Βενεζουέλας -χωρίς οι ΗΠΑ να έχουν παράσχει απτές αποδείξεις γι αυτό- αποτέλεσαν την πρώτη φάση μιας επιχείρησης που σταδιακά επεκτάθηκε στην ανατολική Καραϊβική και στον Ειρηνικό Ωκεανό.
Σύμφωνα με διαθέσιμες πληροφορίες, ο μέχρι στιγμής απολογισμός κάνει λόγο για περίπου 110 νεκρούς. Παράλληλα, αμερικανικές δυνάμεις κατέσχεσαν δεξαμενόπλοια που μετέφεραν πετρέλαιο της Βενεζουέλας κατά παράβαση των κυρώσεων, ενώ ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε εμπάργκο στο πετρέλαιο της χώρας.
Αυτό που ξεκίνησε ως επιχείρηση κατά της διακίνησης ναρκωτικών εξελίχθηκε σε μια συνολική στρατηγική πίεσης, με στόχο όχι μόνο την αποδυνάμωση του καθεστώτος αλλά και την απομάκρυνση του ίδιου του Μαδούρο.

Πόσο επικίνδυνη είναι η στρατιωτική κλιμάκωση στην Καραϊβική;
Η στρατιωτική κινητοποίηση των ΗΠΑ στην περιοχή χαρακτηρίζεται από αναλυτές ως η μεγαλύτερη στην αμερικανική ήπειρο από την εποχή του Ψυχρού Πολέμου. Περίπου το ένα τρίτο του αμερικανικού Ναυτικού βρίσκεται στα ανοικτά της Βενεζουέλας, ενώ έχουν αναφερθεί και χερσαία πλήγματα, χωρίς ωστόσο επίσημη επιβεβαίωση λεπτομερειών.
Ισχυρές εκρήξεις στο Καράκας και την περιφέρειά του οδήγησαν τον Μαδούρο να κηρύξει κατάσταση έκτακτης ανάγκης και να καλέσει σε «επιστράτευση». Οι εξελίξεις αυτές αυξάνουν κατακόρυφα τον κίνδυνο γενικευμένης αποσταθεροποίησης, όχι μόνο στη Βενεζουέλα αλλά και στις γειτονικές χώρες.
Είναι τελικά το πετρέλαιο ο βασικός λόγος της αμερικανικής παρέμβασης;
Η κυβέρνηση της Βενεζουέλας κατηγορεί ευθέως τις ΗΠΑ ότι επιδιώκουν να θέσουν υπό έλεγχο τα τεράστια πετρελαϊκά αποθέματα της χώρας, τα μεγαλύτερα αποδεδειγμένα στον κόσμο. Το επιχείρημα αυτό βρίσκει απήχηση σε ένα τμήμα της διεθνούς κοινής γνώμης, καθώς η ενεργειακή διάσταση των εξελίξεων είναι αδιαμφισβήτητη.
Η Βενεζουέλα διαθέτει περίπου 303 δισεκατομμύρια βαρέλια αποδεδειγμένων αποθεμάτων. Ωστόσο, η σημερινή παραγωγή είναι μόλις ένα κλάσμα αυτής της δυναμικής, εξαιτίας της κατάρρευσης των υποδομών, της κακοδιαχείρισης της PDVSA και των διεθνών κυρώσεων.

Θέλει πραγματικά ο Τραμπ το πετρέλαιο της Βενεζουέλας;
Στις ΗΠΑ υπάρχουν φωνές που υποστηρίζουν ότι η απομάκρυνση του Μαδούρο θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για την ανάκαμψη του πετρελαϊκού τομέα της Βενεζουέλας προς όφελος αμερικανικών εταιρειών. Η Ρεπουμπλικανή βουλευτής Μαρίας Ελβίρα Σαλαζάρ χαρακτήρισε τη χώρα «χρυσωρυχείο» για τις αμερικανικές πετρελαϊκές επιχειρήσεις.
Ο ίδιος ο Τραμπ έχει επανειλημμένα δηλώσει τη στήριξή του στην αύξηση της παραγωγής πετρελαίου, με το σύνθημα «drill, baby, drill». Ωστόσο, ο Λευκός Οίκος επιμένει ότι η βασική προτεραιότητα είναι η καταπολέμηση της διακίνησης ναρκωτικών και η αποκατάσταση της δημοκρατίας.
Ποια συμφέροντα έχουν σήμερα οι αμερικανικές εταιρείες στη Βενεζουέλα;
Σήμερα, η Chevron είναι η μόνη αμερικανική εταιρεία που δραστηριοποιείται ενεργά στη Βενεζουέλα, καλύπτοντας περίπου το 20% της συνολικής παραγωγής της χώρας. Η παρουσία της βασίζεται σε ειδικές άδειες που έχουν δοθεί παρά το καθεστώς κυρώσεων.
Αμερικανικά διυλιστήρια, ιδίως στον Κόλπο του Μεξικού, ενδιαφέρονται ιδιαίτερα για το αργό πετρέλαιο της Βενεζουέλας, το οποίο είναι φθηνότερο και πιο κερδοφόρο. Ωστόσο, ακόμη και σε ένα ευνοϊκό πολιτικό σενάριο, η αύξηση της παραγωγής θα απαιτούσε χρόνο και τεράστιες επενδύσεις.
Μπορεί η πετρελαϊκή βιομηχανία να ανακάμψει γρήγορα;
Σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας, η παραγωγή της Βενεζουέλας ανέρχεται σήμερα σε περίπου 860.000 βαρέλια ημερησίως, λιγότερο από το ένα τρίτο των επιπέδων πριν από δέκα χρόνια. Εκθέσεις όπως αυτή της Wood Mackenzie εκτιμούν ότι με καλύτερη διαχείριση και μετριοπαθείς επενδύσεις η παραγωγή θα μπορούσε να φτάσει τα 2 εκατ. βαρέλια ημερησίως μέσα σε δύο χρόνια.
Για μια πραγματική, μακροπρόθεσμη ανάκαμψη, ωστόσο, θα απαιτούνταν δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια και πιθανώς μια δεκαετία σταθερότητας, κάτι που κάθε άλλο παρά δεδομένο είναι.
Ποιοι κίνδυνοι παραμένουν για το μέλλον της χώρας;
Ακόμη και αν ο Μαδούρο έχει απομακρυνθεί οριστικά, τίποτα δεν εγγυάται ότι η Βενεζουέλα θα εισέλθει αυτόματα σε μια περίοδο δημοκρατικής ομαλότητας. Η κοινωνία είναι βαθιά τραυματισμένη από χρόνια φτώχειας και μαζικής μετανάστευσης. Οι κρατικοί θεσμοί είναι αποδυναμωμένοι και η οικονομία εξαρτημένη από ένα πετρελαϊκό μοντέλο που αντιμετωπίζει παγκόσμιες προκλήσεις.
Όπως επισημαίνουν αναλυτές, το σύνθημα «drill, baby, drill» μπορεί να ακούγεται ελκυστικό πολιτικά, αλλά οι ιδιωτικές εταιρείες επενδύουν μόνο όταν υπάρχουν σταθερότητα, κέρδος και προβλεψιμότητα. Στη σημερινή Βενεζουέλα, αυτά τα στοιχεία παραμένουν ζητούμενα.
Μπαίνει η Βενεζουέλα σε μια νέα εποχή ή σε έναν νέο κύκλο κρίσης;
Η σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο κλείνει ένα ιστορικό κεφάλαιο, αλλά δεν γράφει αυτομάτως το επόμενο. Η χώρα βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι, όπου η ελπίδα για δημοκρατική αναγέννηση συνυπάρχει με τον φόβο της αποσταθεροποίησης. Το ποια διαδρομή θα ακολουθήσει δεν θα κριθεί μόνο από τις προθέσεις της αντιπολίτευσης ή τις στρατηγικές των ΗΠΑ, αλλά από την ικανότητα της ίδιας της βενεζουελάνικης κοινωνίας και των θεσμών της να σταθούν όρθιοι μετά από μια δεκαετία κρίσης.






