• Αναζήτηση
  • Κίνδυνοι και προκλήσεις της νέας εποχής

    Κοινή είναι η πεποίθηση πως το νέο έτος θα σημάνει το τέλος μιας δραματικής περιόδου της νεότερης οικονομικής ιστορίας, που ξεκίνησε πριν από οκτώ χρόνια με τον αποκλεισμό της χώρας από τις διεθνείς αγορές κεφαλαίων, την απειλή εθνικής χρεοκοπίας και τον κίνδυνο εξόδου από το κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα, με ανυπολόγιστο γεωπολιτικό και κοινωνικό κόστος.

    Κοινή είναι η πεποίθηση πως το νέο έτος θα σημάνει το τέλος μιας δραματικής περιόδου της νεότερης οικονομικής ιστορίας, που ξεκίνησε πριν από οκτώ χρόνια με τον αποκλεισμό της χώρας από τις διεθνείς αγορές κεφαλαίων, την απειλή εθνικής χρεοκοπίας και τον κίνδυνο εξόδου από το κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα, με ανυπολόγιστο γεωπολιτικό και κοινωνικό κόστος.
    Η έξοδος από τη μακρά και κοπιώδη αυτή περίοδο των προγραμμάτων οικονομικής προσαρμογής τον Αύγουστο του 2018 θα είναι αναμφίβολα μια σημαντική εθνική επιτυχία, που δημιουργεί ελπίδα και αισιοδοξία για τις οικονομικές προοπτικές της χώρας, καθώς και την πεποίθηση πως οι μεγάλες θυσίες του ελληνικού λαού αποδίδουν καρπούς. Οφείλει όμως κανείς απέναντι στις μεγάλες αυτές θυσίες να σταθεί με εντιμότητα και ειλικρίνεια και να επισημάνει έγκαιρα τους κινδύνους που ελλοχεύουν, καθώς και τις προκλήσεις που αναδεικνύει η νέα εποχή στην οποία εισέρχεται η χώρα, ώστε να αποφευχθούν λάθη του παρελθόντος και να προστατευθεί η δύσκολα ανακτηθείσα οικονομική σταθερότητα ως κόρην οφθαλμού.

    1.      Η δημοσιονομική αξιοπιστία κατακτάται δύσκολα, αλλά χάνεται εύκολα.

    Η τήρηση των στόχων του προϋπολογισμού του κράτους κατά τα έτη 2015, 2016 και 2017 συνέβαλε σημαντικά ώστε να εμπεδωθεί διεθνώς η πεποίθηση πως η χώρα αφήνει οριστικά πίσω της μια πολύ μακρά περίοδο μη ορθολογικής διαχείρισης των δημόσιων οικονομικών. Η εμπέδωση αυτή της αξιοπιστίας στην άσκηση δημοσιονομικής πολιτικής οδήγησε, με τη σειρά της, στην άρση της αβεβαιότητας, στη βελτίωση των οικονομικών προσδοκιών και στην ταχεία αποκλιμάκωση του κόστους δανεισμού του ελληνικού Δημοσίου, που σήμερα βρίσκεται κάτω από τον μέσο όρο των ετών 2001-2008 και μας επιτρέπει να σχεδιάζουμε την επιστροφή της χώρας στις διεθνείς αγορές με τρόπο βιώσιμο.
    Οι ίδιες όμως διεθνείς αγορές θα παρακολουθούν στο εξής με προσοχή την πορεία των δημόσιων οικονομικών και θα αξιολογούν κατά πόσο τα μέτρα δημοσιονομικής πολιτικής που εφαρμόζονται είναι συμβατά με την τήρηση της δημοσιονομικής ισορροπίας. Συστηματικές αποκλίσεις που προκύπτουν από, πολλές φορές δικαιολογημένα, αιτήματα αύξησης των δαπανών ή μείωσης των φορολογικών εσόδων χωρίς αντιστάθμιση είναι πιθανόν να κλονίσουν τη νεοαποκτηθείσα αξιοπιστία της χώρας και να οδηγήσουν σε αύξηση του κόστους δανεισμού και σε κίνδυνο νέου οικονομικού εκτροχιασμού με καταστροφικές συνέπειες. Αυτός είναι άλλωστε ο λόγος που η δέσμευση για άμεση, μεγάλη μείωση των φορολογικών βαρών από το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης είναι ανεδαφική και επικίνδυνη. Η αναγκαία μείωση των φορολογικών βαρών και η αναγκαία στοχευμένη αύξηση των πρωτογενών δαπανών σε κρίσιμους τομείς του Δημοσίου οφείλουν να γίνονται σταδιακά και με ασφάλεια, ώστε να προστατευθεί το δημόσιο αγαθό της αξιοπιστίας της χώρας.

    2.      Το τέλος των προγραμμάτων προσαρμογής αποτελεί αναγκαία αλλά όχι επαρκή συνθήκη για τη διατηρήσιμη μεγέθυνση της ελληνικής οικονομίας.

    Στη διάρκεια της κρίσης, η Ελλάδα απώλεσε σημαντικό μέρος του παραγωγικού της δυναμικού, που τα επόμενα χρόνια οφείλει να αναπληρώσει, ώστε η προϊούσα κυκλική οικονομική ανάκαμψη να μετατραπεί σε διατηρήσιμη μεγέθυνση. Κρίσιμες παρεμβάσεις δημόσιας πολιτικής στην κατεύθυνση αυτή έχουν ήδη υλοποιηθεί, αλλά αρκετές άλλες παραμένουν ανολοκλήρωτες και προϋποθέτουν ένα εθνικό σχέδιο θεσμικών τομών για την περίοδο που ακολουθεί το τέλος των προγραμμάτων οικονομικής προσαρμογής. Στόχος των θεσμικών αυτών τομών θα πρέπει να είναι η μείωση του κενού παραγωγικότητας με τον μέσο ευρωπαϊκό όρο μέσω της προσέλκυσης άμεσων ξένων επενδύσεων, καθώς και η επανένταξη των ανέργων στην παραγωγική δραστηριότητα μέσω της ανάπτυξης νέων προγραμμάτων ενεργών πολιτικών απασχόλησης.  

    3.      Η προετοιμασία για την αντιμετώπιση της επόμενης οικονομικής κρίσης πρέπει να ξεκινήσει τώρα.

    Δεν υπάρχει αμφιβολία πως, αργά ή γρήγορα, η ευρωπαϊκή οικονομία θα γνωρίσει έναν νέο κύκλο ύφεσης. Για τον λόγο αυτόν, έχει ήδη ξεκινήσει σε επίπεδο υπουργών Οικονομικών η συζήτηση για την καλύτερη προετοιμασία της ηπείρου έναντι μελλοντικών οικονομικών κλονισμών, καθώς και για τις θεσμικές τομές που θα πρέπει να τη συνοδεύουν. Η συζήτηση περιστρέφεται γύρω από τις μορφές ολοκλήρωσης της τραπεζικής ένωσης, της μετατροπής του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας σε έναν μόνιμο μηχανισμό πρόληψης και διαχείρισης κρίσεων, καθώς και της δημιουργίας ενός κοινού δημοσιονομικού εργαλείου σταθεροποίησης. Οι διαφορές όμως μεταξύ των κρατών-μελών είναι μεγάλες και η ηγεμονία των κομμάτων του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος δεν εγγυάται την ευνοϊκή κατάληξη των συζητήσεων σε κατεύθυνση που ευνοούν τα συμφέροντα της Ελλάδας. Η επόμενη ύφεση όμως θα έλθει και η οικονομική μοίρα των χωρών της ευρωπαϊκής περιφέρειας με υψηλό χρέος, όπως η Ελλάδα, θα είναι ιδιαίτερα ευάλωτη στην κρίση των διεθνών αγορών. Για τον λόγο αυτόν είναι σκόπιμο να ξεκινήσει σύντομα η συζήτηση για τη δημιουργία εθνικών εργαλείων δημοσιονομικής σταθεροποίησης που δεν επιβαρύνουν περαιτέρω το δημόσιο χρέος, αντλώντας διδάγματα από την εμπειρία των ταμείων σταθεροποίησης άλλων μικρών ανοικτών οικονομιών.
    Το οφείλουμε στις θυσίες που κατέβαλε η μεγάλη πλειονότητα του ελληνικού λαού.
    Ο κ. Γιώργος Χουλιαράκης είναι αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Οικονομία
    Σίβυλλα
    Helios Kiosk