• Αναζήτηση

Να κάνουμε και αυτό που δεν μας αρέσει!

Στοχασμοί αυτογνωρισμού είναι η «πολιτική από στόμα σε στόμα». Ανασκαφές της συλλογικής συνείδησης, κριτική των νοοτροπιών, της επιβίωσης των μύθων,

Στέλιος Ράμφος
Πολιτική από στόμα σε στόμα
Εκδόσεις Αρμός, 2016,
σελ. 284, τιμή 14 ευρώ

Στοχασμοί αυτογνωρισμού είναι η «πολιτική από στόμα σε στόμα». Ανασκαφές της συλλογικής συνείδησης, κριτική των νοοτροπιών, της επιβίωσης των μύθων, των πολιτισμικών μας αγκυλώσεων, αλλά και πρόταση εξόδου από τη μόνιμη, την αρχέγονη κρίση, αυτή είναι η αφηγηματική μορφή που δίνει ο φιλόσοφος και συγγραφέας Στέλιος Ράμφος στο τελευταίο του βιβλίο. Κείμενα γραμμένα τη νύκτα, σύντομες σκέψεις, παρατηρήσεις, συνειρμοί, σχόλια ως αντίβαρα στα ημερήσια δρώμενα της τελευταίας διετίας, της «πρώτης φοράς Αριστεράς». Ενα «νυκτολόγιο», προσωπικό σημειωματάριο στον αντίποδα του λόγου και της δράσης της, των ψευδαισθήσεών της. Των απατηλών συναισθημάτων που αυτή αναζωπύρωσε και εξέθρεψε. Τα γεγονότα γίνονται αφορμή ώστε ο συγγραφέας να σκεφθεί πέρα και πίσω από αυτά, το νόημά τους, το βάθος τους, την πολιτισμική τους γενεαλογία. Και ταυτόχρονα, αυτό το παράδειγμα κατανόησης και ερμηνείας αυτού που μας συμβαίνει τα τελευταία χρόνια παραπέμπει σε ένα άλλο είδος επικοινωνίας, σε ένα άλλο είδος πολιτικής, σε ρήξη με το βουητό της Μεταπολίτευσης, την ντουντούκα του λαϊκισμού: η πολιτική από στόμα σε στόμα είναι η ρήξη με τις μοιραίες μαζικές φαντασιώσεις, η επιστροφή στο βάθος των πραγμάτων, η ακτινογραφία μιας συλλογικής ψυχής που διαστρέφει τη δημιουργική φαντασία, που καταδικάζει το άτομο στην ανηλικιότητα, στην ανευθυνότητα. Αλλά και η υπόδειξη της κατεύθυνσης για την υπέρβασή της.

Λαϊκισμός και αυταπάτες


Ο λαϊκιστικός μύθος της Μεταπολίτευσης, περίοδος κατά την οποία τα σύμβολα έγιναν στερεότυπα, περίοδος που διέστρεψε το αναγκαίο και θεμιτό αίτημα της πολιτικής ισότητας σε εξομοίωση, αφού προηγουμένως υποκατέστησε την πραγματικότητα με την φαντασιοκοπία, με τα όνειρα, δηλαδή με τη «συναισθηματική επαφή με τα πράγματα», αυτός ο μύθος βρίσκεται στο επίκεντρο μιας πολιτισμικού τύπου κριτικής. Αναζητείται εδώ και αξιολογείται η «διάρκεια» μιας μαγικού τύπου απόρριψης του πραγματικού, οι πολιτισμικές της ρίζες, η εθνικιστική εχθροπάθεια, η αέναη επινόηση «εχθρών», μια επιχείρηση που συνεπικουρείται από την παράδοση του θρησκευτικού συναισθηματισμού. Το φαινόμενο συναντάται παντού, ξεπερνά τις πολιτικές διαιρέσεις, σε τρόπο ώστε οι «δεξιοί» να είναι ορθόδοξοι της τελετουργίας και οι «αριστεροί» ορθόδοξοι χιλιαστές.
Οι τωρινές αριστερές αναμυθολογήσεις της πραγματικότητας, οι σημερινές «αυταπάτες», θα πρέπει να θεωρούνται ως ποιοτικά ανώτερες αναπλάσεις αυτής της μεταπολιτευτικής κουλτούρας. Τι είναι αυταπάτη; «Διαστροφή του αντικειμενικού περιεχομένου μιας αντιλήψεως, όπου η υποκειμενική-ιδεολογική πεποίθησι προηγείται της αληθείας και την αποφασίζει εις βάρος της». Η ιδεολογικοποίηση της πραγματικότητας, αυτός ο χιμαιρικός εκτροχιασμός που εκτρέπει την επιθυμία σε φαντασίωση, είναι αυτή παράγει το πολιτικό ψεύδος. Το υποκείμενο εκφοράς του, ο αριστερός ριζοσπάστης, ως ιδεότυπος, «είναι παράφορα ερωτευμένος με τον εαυτό του. Πρόκειται για ναρκισσισμό που αποτραβιέται από τον εξωτερικό κόσμο και μεταφέρεται παιδικά στο Εγώ. Εξού και πολύ συχνά συνδυάζεται με το μεγαλομανιακό παραλήρημα («αλλάζουμε την Ευρώπη»), υπερεκτίμησι της δυνάμεως επιθυμιών και ψυχικών ενεργειών, πίστι στην παντοδυναμία των ιδεών-ιδεολογιών, αλλά και στη μεθυστική μαγεία των λέξεων».

Τα «κίτρινα γάντια» της συνωμοσιολογίας
Η ασυνάρτητη σχέση με την πραγματικότητα είναι ταυτοχρόνως και προϊόν μιας γενικευμένης κουλτούρας υποψίας. Η συλλογική ψυχή ταράζεται όταν αιφνιδίως κάτι παρασιτεί τη μακαριότητά της, διακόπτει τη ρουτίνα της. Το επανερχόμενο ερώτημα, σε τέτοιες περιπτώσεις, είναι «τι κρύβεται από πίσω;», ποια απόκρυφη δύναμη ενορχηστρώνει την εναντίον της χώρας επιβουλή: εδώ, η απόσπαση από την πραγματικότητα αναβαθμίζεται σε φόβο και το υποκείμενο, προκειμένου να καταλάβει, να ερμηνεύσει, ακόμα και να αντισταθεί, εισέρχεται στην ήπειρο της παράνοιας. Η θεατρική απεικόνιση μιας τέτοιας τροπής του νου αποτυπώνεται παραδειγματικά «στις ελληνικές ταινίες (π.χ. «Τα κίτρινα γάντια») [όπου] φαίνεται πολύ καθαρά η παράδοσι του Νεοέλληνα στις φαντασιώσεις και τα υποτιθέμενα σενάρια. Σήμερα επικρατούν οι συνωμοσιολογίες ως προϊόν μεγίστης ανασφαλείας και ασύνειδης συγκαλύψεως συσσωρευμένων εθνικών αποτυχιών. Από εκεί προκύπτουν και οι ιδέες για προδοσία, εγκατάλειψι και τα όμοια, που φθάνουν σε σημείο παρακρούσεως, αφού κατασκευάζουμε και ζούμε με σενάρια. Μας «αναπαύουν» οι φαντασιώσεις ίσως διότι εξάπτουν την νεύρωσι».
Ποια μεταρρύθμιση;
Η υπέρβαση αυτής της πολιτικής και με την ευρύτερη έννοια πολιτισμικής εσωστρεφούς συνθήκης προϋποθέτει μια εις βάθος μεταρρύθμιση. Μια αλλαγή που δεν περιορίζεται στις απαραίτητες οικονομικού τύπου παρεμβάσεις, αντίθετα, αφορά πρωτίστως τις προϋποθέσεις παραγωγής του συλλογικού νοήματος. Ο απεγκλωβισμός από την παραλυτική εσωστρέφεια υπαγορεύει την πρωτόβουλη έξοδο της ίδιας της κοινωνίας από τη χίμαιρα της «ελπίδας», από την πίστη σε «υποσχέσεις», στο «να πράττωμε και αυτό που δεν μας αρέσει!». Το πέρασμα από την «αρχή της ηδονής» (και, άρα, από τον λαϊκισμό που εκφράζει το «αχαλίνωτο της ευχαριστήσεως») στην πραγματικότητα, είναι το πρώτο, το βασικό βήμα προς την ενηλικίωση, προς την ατομική ευθύνη: από το νιώθω στο σκέφτομαι, αφού «χωρίς σκέψη δεν υπάρχουν βιώματα», τα τελευταία τρέφουν τον αρνητισμό.
Ταυτόχρονα, η ευθύνη των πολιτικών ελίτ συνίσταται και σε μια μη-εργαλειακή κατανόηση της αποστολής τους. Ο επαγγελλόμενος εκσυγχρονισμός οφείλει να είναι πρωτίστως «κοινωνικός» και όχι «απλώς» οικονομικός, να μαστορεύει μια ταυτότητα ανοιχτή, η οποία δεν θα είναι απόρροια μιας οικονομιστικής κατανόησης της «κρίσης», του ελληνικού προβλήματος. Αν ο ανθρωπισμός δεν μπορεί να είναι «οικονομετρικός», είναι γιατί οι τιμές των πραγμάτων δεν μπορούν να επιβάλλονται στις αξίες της ζωής.

Ο κ. Ανδρέας Πανταζόπουλος είναι αναπληρωτής καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Βιβλία
Σίβυλλα
Helios Kiosk